Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Ο άγιος άσωτος και ο φιλόστοργος πατέρας - μ. Μωυσέως Αγιορείτου

 




Και ο Θεός θέλει "πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν..."

Άσωτος δεν είναι μόνο ο νέος που πορνεύει, αλλά εκείνος που την περιουσία που έλαβε από τον Θεό, τα τάλαντα και τα χαρίσματα, τα σπαταλά για την ευχαρίστησή του, την καλοπέρασή του, τη φιλαυτία και φιλοδοξία του.

 Όλοι μας δηλαδή κατά κάποιο τρόπο είμαστε μικροί ή μεγάλοι άσωτοι. 

Ξεφύγαμε από το αρχοντικό του πατέρα μας και κατοικούμε σε καλύβια και παράγκες, μετανάστες, πρόσφυγες, ξένοι, ανέστιοι, με πείνα και δίψα μεγάλη και γύμνια πνευματική.

Ο νεαρός άσωτος ζητούσε την ευτυχία και βρήκε τη δυστυχία. Νόμιζε πως ήταν τέλεια ελεύθερος κι έγινε δούλος των παθών του, αλυσοδεμένος αιχμάλωτος, ναυαγός στο πέλαγος των θλίψεων. Μέσα στην αθλιότητα βίωσε τη στέρηση της αληθινής αγάπης, της πατρικής ευσπλαχνίας. Όλο το δράμα και την τραγικότητα της πικρής μοναξιάς. [...]

Μέσα από το τέλμα, μέσα από τον βούρκο, μέσα από την τρομερή εκείνη εξουθένωση νοσταλγεί τη θαλπωρή του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Αναπολεί κυρίως τον στοργικό πατέρα. «Εις εαυτόν δε ελθών». Η ανάμνηση της αθωότητος τον επέστρεψε στον εαυτό του. Η αμαρτία τον έκανε να ζει ως εκτός εαυτού. Ξεμεθά, ξυπνά από τον λήθαργο, η μνήμη τον βοηθά...

Η χάρη του Θεού δεν εγκαταλείπει τελείως ποτέ τον άνθρωπο. 

Αποφασίζει να επιστρέψει εκεί που έφυγε. Αυτή η μεγάλη αγάπη του πατέρα τον συνόδευε πάντοτε. Δεν τον έκανε να τη λησμονήσει και ν' απογοητευθεί. Ήταν απόλυτα σίγουρος και βέβαιος για την αγάπη του πατέρα του. Αυτό τον έσωσε.

Τον έσωσε ακόμη η μη αργοπορία και η μη αναβολή. Η σωτήρια σκέψη έγινε αμέσως πράξη. Δεν είχε να ετοιμάσει αποσκευές. Επέστρεφε γυμνός, φτωχός, βρωμερός, μα μετανοημένος. Αυτό ήταν και το πιο σημαντικό. Η μετάνοιά του αποδεικνύεται από την άμεση αποφασιστικότητά του και τα λίγα λόγια που ετοίμασε να πει, δίχως αναλύσεις, περιγραφές και δικαιολογίες. Λόγια λιγοστά, ειλικρινή, ατόφυια, γνήσια κι εγκάρδια.

 Η καλή εξομολόγηση δεν θέλει φλυαρίες. Αρκεί το αληθινό ήμαρτον.

Αποφασίζει να επιστρέψει όχι ως γυιος αλλά σαν υπηρέτης. Κακή αναχώρηση και καλή επιστροφή. Η επιστροφή θέλει ταπείνωση. Η ταπείνωση δίνει μετάνοια. Ξέρει καλά πού επιστρέφει ο άσωτος. Δεν αμφιβάλλει διόλου για τη μακροθυμία και ευσπλαχνία του πατέρα του. Ελπίζει στην αγάπη του. Δεν λαθεύει. Πιστεύει ότι θα τον συγχωρήσει. Δεν αστοχεί. Παίρνει τον δρόμο της επιστροφής με σταθερό βήμα και δάκρυα μετανοίας. Τα δάκρυα τον δροσίζουν, τον καθαρίζουν, τον ωραιοποιούν.

Επιστρέφοντας αντικρίζει θέαμα απρόσμενο κι εξαίσιο. 

Από μακριά βλέπει τον πατέρα του στο κατώφλι της εξώθυρας να τον αναμένει. Πού ήξερε ο πατέρας ότι εκείνη την ώρα θα επιστρέψει και τον περίμενε; Μα από την ώρα που έφυγε τον ανέμενε. Τόση ήταν η αγάπη του.

Έτσι λέγουν οι άγιοι πατέρες· η ευαγγελική αυτή περικοπή μόνο αν σωζόταν από όλο το ευαγγέλιο, αρκούσε για τη σωτηρία του ανθρώπου.

 Η δε παραβολή δεν θα έπρεπε να λέγεται του άσωτου υιού αλλά του εύσπλαχνου πατέρα.

Ο γυιος συγκλονίσθηκε από την απρόσμενη υποδοχή. Γνώριζε ότι τον αγαπούσε ο πατέρας του αλλά δεν είχε καταλάβει ότι τον λάτρευε. Αγωνίζεται με τρεμάμενη φωνή, από τον συγκλονισμό της πλημμύρας της θείας αγάπης, να καταθέσει τα φτωχά λόγια που έχει ετοιμάσει: Πατέρα, αν μπορώ και μου επιτρέπεις να σε λέω πια πατέρα, ήμαρτον, συγχώρεσέ με, έκανα πράγματι μεγάλο λάθος, δεν μπορώ να είμαι πια παιδί σου, ας γίνω υπηρέτης σου. Αυτοκαταδικάζομαι, αυτοαποκληρώνομαι, είμαι ανάξιος, είμαι αισχρός, αγάπησα τα αμαρτωλά πάθη, αποστράφηκα τις αρετές, κατεφρόνησα τ' αγαθά...

Ο πατέρας άκουσε καλά τα λόγια της ειλικρινούς μετανοίας του παιδιού του κι ευφράνθηκε χαρά μεγάλη ο Μακρόθυμος, ο Πολυέλαιος, ο Πολυεύσπλαχνος, ο Φιλάνθρωπος και Φιλότεκνος και είπε στους υπηρέτες να τον πλύνουν, να τον καθαρίσουν, να τον στολίσουν και να γίνει πανηγύρι για την επιστροφή του, γιατί ήταν νεκρός και αναστήθηκε ο χαμένος στην πικρή περιπέτεια της ξενιτειάς. [...] «Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτωντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε. Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μόσχος ο σιτευτός. 

Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η Θεία Λειτουργία, η σύναξη και η ζωή της Εκκλησίας.» (αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης)

Για κάθε άσωτο υπάρχει μετάνοια και σωτηρία. Ο ουράνιος πατέρας πάντα αναμένει. Δεν κουράζεται να περιμένει. Δίνει πολλές ευκαιρίες γι' αυτή τη σωτήρια επιστροφή. Ο Θεός θέλει όλους τους ανθρώπους να τους σώσει και να έλθουν σ' επίγνωση. Δεν φθάνει όμως μόνο αυτό. Θέλει απαραίτητα και ο κάθε άνθρωπος να θέλει να σωθεί και να κάνει κάτι γι' αυτό και να το δείχνει με κάποιο τρόπο. Δεν υπάρχει καμιά αμαρτία που να μη συγχωρεί ο Θεός όσο μεγάλη κι αν είναι. Διαφορετικά θα φαινόταν πιο δυνατός ο δαίμονας και θα ματαιωνόταν το σχέδιο της σωτηρίας. Δεν θα σωθούν αυτοί που πεισματικά και αμετανόητα δεν θέλουν να σωθούν. Το αμάρτημα της αμετανοησίας αποτελεί και τη φοβερή βλασφημία του Αγίου Πνεύματος. Κανείς λοιπόν αμαρτωλός ποτέ να μην απελπισθεί.

Ο άσωτος μας παρακινεί σ' επιστροφή. Η πράξη του είναι η καλύτερη διδαχή προς μίμηση. Ο μετανοημένος άσωτος εισέρχεται καθαρός, φωτεινός, χαρούμενος στο πανηγυρικό τραπέζει του σπιτικού του. 

Ο πατέρας του για τη μετάνοιά του τον αποκατέστησε πλήρως. 

Έτσι μιλάμε για άγιο άσωτο. Γιατί; 

Γιατί είχε μεγάλη ταπείνωση και αληθινή μετάνοια και σώθηκε.

Κατά την επιστροφή του ασώτου απουσίαζε εργαζόμενος στα κτήματα, ο μεγαλύτερος αδελφός του. Επιστρέφοντας κι αυτός κατάκοπος απρόσμενα παρατηρεί αλλαγή και ρωτά ένα μικρό υπηρέτη τι ακριβώς συμβαίνει. Εκείνος με τη σειρά του εξιστορεί τα καθέκαστα. Το πιο φυσικό θα ήταν να χαρεί και να τρέξει να τον ασπασθεί και να συμφάγει και να συγχαρεί για την έκτακτη επιστροφή και τη μεγάλη αυτή ευλογία. Αντίθετα παρουσιάζει εικόνα θλιβερή. Οργίζεται ο δίκαιος, θυμώνει ο καλός, ζηλοφθονεί ο αδελφός, αυτός που θεωρούνταν ότι μισούσε τις ηδονές οδυνάται, νικιέται από το κακό. Η οργή του ήταν τόσο μεγάλη που δεν ήθελε να μπει στο σπίτι του.

Πληροφορείται ο πατέρας την κατάσταση του μεγαλύτερου γυιου του κι εξέρχεται, όπως εξήλθε για την προϋπάντηση του ασώτου, για την υποδοχή του δίκαιου και προσπαθεί με όλη του την αγάπη και κατανόηση να τον πείσει να εισέλθει στη χαρά του οίκου τους για την επιστροφή του απολωλότος προβάτου, του αδελφού του. Αδυνατεί να τον πείσει ο πατέρας. 

Το πάθος έχει κυριεύσει τον πρεσβύτερο αδελφό, δεν θέλει επ' ουδενί να εισέλθει και να συνευφρανθεί μετά των άλλων. Επιμένει στην αδικαιολόγητη άρνησή του πεισματικά. Καταντά ακατανόητος. Εκφράζει με πόνο την πίκρα του. Γίνεται απαιτητικός, φιλόνικος, αφιλάδελφος, ζηλιάρης, φθονερός, σκληρόκαρδος, θρασύς, ασεβής. Δεν κάμπτεται στα παρακάλια του πατέρα του. Αισθάνεται προδομένος, αδικημένος, προσβλημένος, θιγμένος. 

Η παραβολή κλείνει δίχως να μας πει ότι τελικά πείσθηκε ο πρεσβύτερος και εισήλθε στο σπίτι. Μάλλον δεν εισήλθε. Αν εισήρχετο θα λεγόταν οπωσδήποτε.

Τραγικό φαινόμενο. Το καλό, υπάκουο, φρόνιμο, ήσυχο, του σπιτιού παιδί παρουσιάζεται μισάδελφος, αμετάπιστος, ζηλόφθονος, υποκριτής και πείσμονας. Έκρυβε πάθος, έπαιζε κρυφτό, είχε μάσκα, είχε αυτάρκεια, είχε αυτοπεποίθηση, απαιτητικότητα. Δεν είχε ταπείνωση και δεν είχε αγάπη. Φοβερό, ήταν αμετανόητος.  

Ήταν πιο άσωτος από τον άσωτο. Αυτός είναι τελικά ο άσωτος. Παρουσιάζει στοιχεία της νοοτροπίας του Φαρισαίου της περασμένης παραβολής. Οι Φαρισαίοι εξοργίζονταν στη στάση του Χριστού απέναντι των αμαρτωλών. Ενοχλούνταν και δεν έκρυβαν καθόλου την αντίδρασή τους.

Ο πρεσβύτερος υιός, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ένα φοβερά τραγικό πρόσωπο. Προσέξτε παρακαλώ. Ζητά ανταμοιβή για την εργασία του. Καυχιέται για την ηθική του μεγαλοσύνη κι αισθάνεται ασύγκριτα καλύτερος του αδελφού του. Δεν έχει καμιά διάθεση να συμμετάσχει στη χαρά του πατέρα για την επιστροφή του χαμένου αδελφού. Η συμπεριφορά του πρεσβύτερου αδελφού είναι απαράδεκτη, απάνθρωπη, αποκαλύπτει το μεγάλο εσωτερικό του κενό, την ψυχική του ανισορροπία, την πνευματική του ανωριμότητα, τη σκληρότητα της καρδιάς του. Δεν επηρεάσθηκε διόλου από τη φιλοστοργία του πατέρα του. Δεν μαθήτευσε στην αγάπη του. Τα γεγονότα τον ξεσκέπασαν, τον ξεμασκάρεψαν, τον παρουσίασαν γυμνό από κάθε αρετή.

Συνηθίζεται οι ανήθικοι να μιλούν πολύ για ηθική και οι ευσεβοφανείς για ακριβή τήρηση της παραδόσεως. Οι δικαιούντες εαυτούς θέλουν ένα τιμωρό Θεό των αμαρτωλών και βραβευτή των κατακτήσεών τους. Ο Θεός βραβεύει τη μετάνοια κι αγαπά υπέρμετρα την ταπείνωση. Έχουμε δύο άσωτους υιούς τελικά. Ο πρώτος, ο νεότερος, μετανοεί κι επιστρέφει με δάκρυα στο σπίτι του. Ο δεύτερος, απρόσμενα, καταφαίνεται άσωτος δίχως ν' απομακρυνθεί από το σπίτι του. Ασωτεύει στην αυλή του, στον λογισμό του, κάνει σπήλαιο ληστών την καρδιά του. Μάλιστα ο δεύτερος δεν εισέρχεται καθόλου στο σπίτι του. Κρίμα. Αυτοαδικήθηκε, αυτοκαταδικάσθηκε, απομονώθηκε, πνίγηκε στους ζοφερούς λογισμούς του.

Πάνω από τους δύο γυιους υπάρχει ο φιλόστοργος πατέρας. Κατανυκτική και συγκινητική υπέρμετρα η όλη παρουσία του. Σέβεται την ελευθερία και των δύο. Δεν καταπιέζει κανένα. Δεν επιμένει. Δεν φωνάζει. Δεν απειλεί. Αναμένει ελπιδοφόρα. Τρέχει πρώτος ν' ασπασθεί τον μετανοημένο επιστρέφοντα. Άμετρη η χαρά του. Μεγάλη η λύπη του για το πείσμα του πρεσβύτερου υιού του. Ας μας μείνει ανεξίτηλη η εικόνα αυτή της πλήρους αγάπης του ουράνιου πατέρα μας. Θα μας είναι χρήσιμη στις πτώσεις μας. Ο αναμένων με ανοιχτές αγκάλες πάντα πατέρας θα μας παρακινεί για σημαντικές και σωτήριες αποφάσεις επιστροφής. Η απαράμιλλη αυτή εικόνα δίνει θάρρος και δύναμη σε πολλούς παρασυρμένους. 

Η παρουσίαση ενός αυστηρού, θυμωμένου, 
ταραγμένου κι εκδικητικού Θεού δεν είναι ορθόδοξη.

                                                                                       


Η μετάνοια δεν δίνει απλά άφεση αμαρτιών αλλά και κοινωνία με τον ζώντα Θεό, συμμετοχή στη χαρά της ουράνιας βασιλείας του από τη ζωή διά του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Η ποιότητα, το μέγεθος, η αξία και η γνησιότητα της φιλοθεΐας μας κρίνεται κι εξαρτάται από την ολοσχερή και θυσιαστική φιλανθρωπία και φιλαδελφία μας. Ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής είναι ένας σκέτος, στυγνός και ακέραιος Φαρισαίος. Απαιτεί από τον Θεό να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και να δικαιώνει τους ιδίους.

Ο άγιος άσωτος μοιάζει με τον όσιο τελώνη της περασμένης παραβολής. Μετανοημένοι, ταπεινοί, ήσυχοι, φρόνιμοι, ένδακρεις, αθόρυβοι, αληθινοί και οι δύο. Τους αγαπάμε γιατί τους μοιάζουμε. [...] Είναι γλυκά και ωραία τα δάκρυα της μετανοίας. Της ζηλοφθονίας είναι πικρά και άχαρα. [...] Δάκρυσε και ο Τελώνης και ο Άσωτος. Ο Φαρισαίος και ο Πρεσβύτερος υιός δεν δάκρυσαν καθόλου. Γιατί; Γιατί είχαν εγωισμό. Ο εγωισμός δεν αφήνει να δακρύσεις. [...] Το Άγιον Πνεύμα δίνει τ' αληθινά δάκρυα στον ταπεινά προσευχόμενο.

Ο πρεσβύτερος υιός είχε κάποια καλά πάνω του. Δεν είχε όμως αγάπη. Η βασική αυτή έλλειψη του 'κλεβε και το κέρδος των καλών του. Άνθρωπος του Θεού δίχως αγάπη δεν υπάρχει. Πίστη και καθαρός βίος δεν αρκούν δίχως την αγάπη. Η έλλειψη αγάπης έκανε τον μεγαλύτερο αδελφό να μη χαίρεται που βρέθηκε ένας χαμένος και αναστήθηκε ένας νεκρός και μάλιστα ο αδελφός του. Τα βάζει με τον ίδιο τον πατέρα του. Τον θεωρεί άδικο, σπάταλο, υπερβολικό, απλοχέρη και μονομερή. [...] Δεν υποπτεύεται ότι έχει ο ίδιος ανάγκη μετανοίας, ότι έχει ανάγκη αγάπης, γιατί αν ο Θεός του φερθεί αυστηρά θα πρέπει να καταποντιστεί.

Λησμονά ο δυστυχισμένος πρεσβύτερος υιός ότι ο πατέρας του είναι η όντως αγάπη, η αυτοαγάπη, η αυτοαγαθότητα. Και η δικαιοσύνη του είναι διαφορετική από των ανθρώπων. 

Δεν έχει καταλάβει καλά τόσα χρόνια τι πατέρα έχει. Συμβαίνει μερικές φορές, αδελφοί μου, να ζούμε χρόνια μέσα στην Εκκλησία και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι για το τι ακριβώς συμβαίνει. Να μένουμε σ' εξωτερικά σχήματα και τύπους κι ούτε καν να υποψιαζόμαστε το βάθος, την ουσία. Μπορεί κι εμείς να μην έχουμε ακόμη νιώσει βαθιά στην καρδιά μας ποιανού πατέρα παιδιά είμαστε και να μένουμε επιφυλακτικοί, μεμψίμοιροι, σχολαστικοί, απρόσεκτοι κι εντελώς τυπικοί.

Θα ήταν πολύ τολμηρό να ρωτήσω· εμείς με ποιο γυιο είμαστε; Με τον νεότερο ή με τον πρεσβύτερο; Ας ελέγξουμε μόνοι μας, ευθαρσώς και αυστηρώς τον εαυτό μας. Μη βιαστούμε να απαντήσουμε. Μη νομίζετε πως είναι εύκολη η απάντηση. Άλλοτε πάμε από τη μία πλευρά και άλλοτε από την άλλη. Κάποτε αντιπροσωπεύουμε ή εκπροσωπούμε τον ένα ή τον άλλο. Γι' αυτό χρειάζεται προσοχή και προσευχή.

 Να μας φωτίσει ο Θεός να διακρίνουμε την κατάστασή μας.

 Έχουμε ανάγκη φωτισμού για να δούμε ξεκάθαρα ποιοι ακριβώς είμαστε...

[...] Ο σύγχρονος άνθρωπος αν δεν ασωτεύει εξωτερικά, ασωτεύει εσωτερικά με το ν' αυτοδικαιώνεται και ν' αυτοθεώνεται, να πάσχει στον ατομισμό και την απομόνωση. Το τραγικό είναι να ζει κανείς εντός της Εκκλησίας και να είναι εκτός, όπως ο πρεσβύτερος υιός και να μη συμμετέχει του εξαίσιου συμποσίου της πίστεως.

Ο Θεός πατέρας υπομένει, ανέχεται, ελπίζει, αναμένει, δίνει ευκαιρίες πολλές και συχνές. Δεν μαλώνει τα παιδιά του, δεν τα ξεσυνερίζεται, δεν τα διώχνει, τους καλομιλά, τους κατανοεί, τους συμπεριφέρεται άψογα. Η στάση του μας συντρίβει. Η αγάπη του μας αναστατώνει αναστάσιμα. Μ' ένα τέτοιο πατέρα δεν δικαιολογούμαστε να καθυστερούμε μακριά κι έξω από το σπίτι. 

Καλούμεθα σ' επιστροφή άμεση στο σπίτι μας, στον εαυτό μας. 
 -----------------------------------------------------------------------------------
μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο όσιος τελώνης και ο άγιος άσωτος, εκδ. «Εν πλω», Αθήνα:2008, σ.44-68
                                                                                  
h-agaph-panta-elpizei.blogspot.gr

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν;

 



Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν;
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος
ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ ΟΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΥΜΩΝ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΥΜΙΝ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΣΤΙΝ;
Αποστολικό ανάγνωσμα
Κυριακής του Ασώτου
(Α' Κορ. ΣΤ' 12-20)
Το ότι ο λόγος τού Θεού είναι πάντοτε επίκαιρος, αυτό επιβεβαιώνεται καθημερινώς απ' αρχής έως και σήμερα και τούτο θα επαναλαμβάνεται δια παντός.
Το Απ. Ανάγνωσμα της Κυριακής τού Ασώτου περιγράφει τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι πιστοί τόσο εναργώς, που θα ενόμιζε κανείς ότι ο Απόστολος Παύλος ζει και διακονεί την Εκκλησία ανάμεσά μας.
Δύο βασικά είναι τα θέματα που στους λίγους αυτούς στίχους αναπτύσσει στους Κορινθίους και δι αυτών σε όλους τούς πιστούς μέσω τής αποκαλυπτικής διαχρονικότητος. Πρώτον το θέμα τού φαγητού και δεύτερον το θέμα των σαρκικών αμαρτημάτων. Του φοβερού και θανάσιμου αμαρτήματος της πορνείας.
Και για μεν το πρώτο θέμα, αυτό δηλαδή που έχει σχέση με τα “βρώματα” και κατά πόσο ο πιστός έχει εξουσία και μπορεί ελευθέρως να γεύεται ό,τι επιθυμεί, το πνεύμα το άγιον δια του Αποστόλου θα μας διαφωτίσει ότι “πάντα μοι έξεστιν αλλ' ου πάντα συμφέρει”. Όλα όσα δεν απαγορεύει ο νόμος τού Θεού μπορώ να τα έχω. Όλα είναι στην εξουσία μου, αλλά εγώ δεν θα γίνω δούλος σε τίποτε. Η “τετραγωνική” θεολογική λογική τού Αποστόλου είναι καταπληκτική. Γι' αυτό και συνεχίζει: “Τα φαγητά έχουν γίνει για την κοιλία και η κοιλία δια τα φαγητά. Όμως όλα αυτά ο Θεός θα τα καταργήσει στην μέλλουσα ζωή που αναμένουμε”. Επομένως μπορεί ο πιστός να γεύεται της τροφής (όταν επιτρέπεται), αρκεί να μη σκανδαλίζει και φυσικά να μην ξεχνά ποτέ πως “τρώει για να ζήσει και δεν ζει για να τρώει”.
Φυσικά ο ευλογημένος θεσμός τής νηστείας βοηθά τον άνθρωπο και στον τομέα αυτό. Στην ενίσχυση της βουλήσεως, συν ότι κατά τον ιατρικό κόσμο και τα επιστημονικά πορίσματα η νηστεία αποτελεί το ασφαλέστερο φρουρό, τόσο της ψυχικής, όσο και της σωματικής υγείας.
Αυτά για το πρώτο θέμα των τροφών και της σχετικής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος και δη ο πιστός στην λογική απόλαυση της υλικής διατροφής.
Υφίσταται όμως και ένα άλλο, άκρως επικίνδυνο ζήτημα το οποίο είχε διαταράξει την πνευματική ειρήνη στους κόλπους τής Εκκλησίας τής Κορίνθου και φαίνεται πως στις ημέρες μας έχει επανέλθει στην χειροτέρα του μορφή, αφού φαίνεται πως υπάρχουν κάποιοι, ακόμα και ποιμένες, που το θέμα των σαρκικών αμαρτημάτων – πορνείας κ.τ.λ. - το αντιμετωπίζουν ελαφρά τη καρδία. Ελαφρά τη καρδία στην καλυτέρα των περιπτώσεων για να μην ισχυριστούμε ότι οι “φιλελεύθεροι” και “νεορθόδοξοι” με μια μονοκονδυλιά τού διαβόλου προσπαθούν να διαγράψουν τις θεόπνευστες εντολές επ' αυτών των ζητημάτων που περιέχονται στην Αγία Γραφή και ανέκαθεν βιώνουν οι άγιοι και φυσικά οι απλοί πιστοί τής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Μελετώντας κανείς το ιερό αποστολικό κείμενο διαβλέπει με τι πνεύμα ποιμαντικής ευθύνης, θερμότητος και προστασίας έναντι της λαίλαπας των σαρκικών αμαρτημάτων γράφει ο Απόστολος των εθνών και Απόστολος της Ελλάδος. Ουδεμία δε αμφιβολία υφίσταται ότι η αποστολική φράσις “τίς ασθενεί, και ουκ ασθενώ, τις σκανδαλίζεται ουκ εγώ πυρούμαι”; (Β΄Κορ. ια΄29), συμπεριλαμβάνει και αυτού του είδους τα ολισθήματα που οδηγούν στα βάραθρα και τις απαράδεκτες και οπωσδήποτε καταδικαστέες συμπεριφορές.
Έ, λοιπόν “το σώμα μας δεν έχει δημιουργηθεί για την πορνεία, αλλά για τον Κύριο. Για ν' ανήκει σε Αυτόν και να κατοικεί εντός του ο Ίδιος. Δεν έχει σημασία το ότι το σώμα μετά τον θάνατο θα διαλυθεί, αφού κάποια στιγμή θα το αναστήσει ο Θεός, ο οποίος με τη δύναμή του ανέστησε τον Κύριο Ιησού Χριστό”. Και μετά από αυτά το αποκορύφωμα μέσω ενός ερωτήματος: “Ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστίν;”.
Και μόνο αυτό το καίριο ερώτημα που θέτει ο Αποστολικός κάλαμος, κονιορτοποιεί όλα τα φληναφήματα των ψευδοθεολόγων, των ξεπεσμένων “νεορθοδόξων” και “μεταπατερικών” και όσων “ποιμένων περί την πίστιν ηστόχησαν” (Α' Τιμ. στ' 21).
“Δεν γνωρίζετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη Χριστού; Να αποσπάσω λοιπόν τα μέλη τού Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης;”. “Μη γένοιτο”. Όχι, ποτέ ο πιστός δεν επιτρέπεται να παρασυρθεί στον πειρασμό αυτό και να δεθεί στο πάθος που μολύνει τον έμψυχο ναό τού Θεού.  
“Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός τού εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστί;”.
Ουδέποτε ο άνθρωπος που εδέχθη δια του βαπτίσματος και των άλλων μυστηρίων την υιοθεσίαν επιτρέπεται να αμαρτάνει με οποιαδήποτε βεβαίως αμαρτία, πολύ δε περισσότερο με αυτού του είδους τα αηδιαστικά και βδελυρά αμαρτήματα δια τα οποία “αισχρόν εστί και λέγειν”.
Και μετά από όλα αυτά που ουδεμία αμφισβήτηση επιδέχονται τίθεται αμείλικτο το ερώτημα: “Διατί η διοικούσα Εκκλησία αρνείται να αγγίξει και να αποκαθάρει την κατάρα τής λεγομένης “νεορθοδοξίας” τουτέστιν κακοδοξίας και δαιμονολογίας που τα τελευταία έτη ως καρκίνωμα πνευματικό κατατρώγει ό,τι πολυτιμότερο και αγιώτερο υπάρχει στον χώρο της νεότητος και όχι μόνον;”. Εννοούμε την ολοκληρωτική αγνότητα έως του γάμου, την πιστότητα έως θανάτου και την ευλογημένη συζυγία. Την συζυγία όπως την θέλει ο Θεός και όπως την κηρύσσουν οι θεοφόροι πατέρες. Τι είναι εκείνο, αλήθεια, που εμποδίζει το ορθοτομείν στα ζητήματα αυτά με αποτέλεσμα, συν τοις άλλοις, να έχουν λιγοστεύσει έως σημείου κρίσεως οι νέοι άνευ κολημμάτων ιερωσύνης;
Τι είναι αυτό το οποίο εμποδίζει τους ιθύνοντας να κηρύξουν επιτέλους ευθαρσώς στο ποίμνιο, που έχουν χρεωθεί στο πετραχήλι και στο ωμοφόριό τους αυτά που τόσο ξεκάθαρα τονίζει ο Απ. Παύλος;
Μήπως υπάρχουν ψυχολογικά πλέγματα και φόβος εναντίον τού μακράν του Θεού κόσμου; Ή μήπως ενοχές περίεργες φράσσουν τα στόματα και ρίχνουν σε μια δαιμονική “χειμερία νάρκη” τις καρδιές των “διαδόχων των Αποστόλων” όπως αρέσκονται να τονίζουν εαυτούς οι ποιμένες; Πολλά “μπορεί” δύναται κανείς να εξιχνιάσει και στον τομέα αυτό της συγχρόνου ποιμαντικής για την οποία νεώτερος όσιος με θλίψη πολλή ετόνιζε το “τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται” (Ματθ. ιε΄14).
Όπως και να 'χει, το πράγμα είναι σε πολύ χειρότερο κατάντημα απ' όσο μπορεί κανείς να φανταστεί, δοθέντος ότι και αυτές πλέον οι θεολογικές (γράφε σκοτολογικές) σχολές κατήντησαν περίγελως ακόμα και των μουσουλμάνων. Οι δε σοφές κεφαλές των καθηγητών των ψηφισάντων τις μουσουλμανικές σπουδές, τώρα πλέον εις ένδειξιν “συναδελφικής αλληλεγγύης” προς τους μουσουλμάνους καθηγητές, θα έχουν ένα ακόμα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ των “νεορθοδόξων”, την απόλαυση δηλ. του ιδιοτύπου μουσουλμανικού παραδείσου με όλα τα παρελκόμενα...
Αδελφοί μου, όσοι πιστοί, όσοι ανεπηρέαστοι από το πνεύμα τού κόσμου και της “νέας εποχής”, “Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου”!
Ας αγωνιστούμε ο καθένας με τις δυνάμεις του και τα χαρίσματά του και ας καταρτίζουμε τις υπάρξεις μας σε “ναούς τού Αγίου Πνεύματος”, “επιτελούντες αγιοσύνην εν φόβω Θεού” και ταυτοχρόνως ορθοτομούντες αποστολικώς και πατροπαραδότως προς πάσαν κατεύθυνσιν, πολεμώντας σθεναρώς και ακαταπαύστως τις πλάνες που παρεισφρέουν στην θεολογία μας και στην ορθοπραξία μας.
Αμήν.
 
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ Toῦ Ἀσώτου: Λουκ. ιε΄ 11-32


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
1. Τὸ φοβερὸ δράμα τῆς ἁμαρτίας
Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου ποὺ ἀναγινώσκεται σήμερα, μᾶς εἶναι πολὺ γνω­στή, διότι ὄχι μόνο τὴν ἀκοῦμε κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ἀλλὰ κυρίως διότι ἡ ἱστορία ποὺ περιγράφει ἀποτελεῖ τὴν προσωπικὴ ἱστορία τοῦ καθενός μας: τὸ δράμα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ μέρα τῆς πτώσεώς του.
Τί μᾶς λέει αὐτὴ ἡ Παραβολή;... Ζοῦ­σε κάποτε ἕνας πατέρας ποὺ εἶχε δύο ­γιούς. Μιὰ μέρα, ὁ νεότερος γιὸς ­ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιο τῆς πατρικῆς περιουσίας ποὺ νόμιζε ὅτι τοῦ ἀνήκει. Μόλις τὸ πῆρε, ­σηκώθηκε κι ἔ­­φυγε ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ νὰ ζήσει σὲ ἄλλη χώρα μακριά. Ἐκεῖ σπατάλησε ὅλη του τὴν περιουσία «ζῶν ἀσώτως», κάνοντας δηλαδὴ ζωὴ ἄσωτη καὶ ­ἀκόλαστη. Κι ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε φτάσει στὴν ἔσχατη φτώχεια, συνέβη τὸν ἴδιο καιρὸ νὰ πέσει πείνα σὲ ὅλη τὴ χώρα ἐκείνη. Ἡ κατάστασή του ἦταν οἰκτρή, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὸν λυπόταν γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει. Μόνο ἕνας δέχθηκε νὰ τὸν κρατήσει ὡς χοιροβοσκό, ἀλλὰ μὲ συνθῆκες ἐξευτελιστικές: δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρώει οὔτε κὰν ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα τῶν χοίρων.
Ποῦ κατάντησε ὁ ἐπαναστάτης νέος! Ἀπὸ τὸν πλοῦτο στὴ φτώχεια, ἀπὸ τὴ φτώχεια στὴν πείνα, ἀπὸ τὴν πείνα στὴ δουλεία... Ἔφυγε γιὰ νὰ ζήσει ἐλεύθερος καὶ κατάντησε δοῦλος. Ἄφησε τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγάπης τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, γιατὶ πίστευε ὅτι αὐτὴ τὸν ἔπνιγε· ὡστόσο στὴ μακρινὴ χώρα ποὺ κα­τέφυγε, πουθενὰ δὲν βρῆκε ἀληθινὴ ἀγάπη. Κανεὶς δὲν ἐνδιαφέρθηκε νὰ τὸν βοηθήσει, ὅταν τὸν εἶδαν νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ ἀργοπεθαίνει ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὶς στερήσεις. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ διέρρηξε τὴ σχέση καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν πατέρα του, ἔμεινε μόνος καὶ ἀβοήθητος.
Αὐτὴ εἶναι ἡ περιπέτεια κάθε ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ περιπλανιέται στὴ χώρα τῆς ἁμαρτίας. Κι ἐμεῖς κάθε φορὰ ποὺ ἁμαρτάνουμε οὐσιαστικὰ ἐπαναστατοῦμε ἔν­αντι τοῦ Θεοῦ, προδίδουμε τὴν ἀγάπη Του καὶ χωριζόμαστε ἀπ’ Αὐτόν. Κι ὅσο ἐμμένουμε στὴν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας, αὐτὴ μᾶς γίνεται συνήθεια καὶ κατόπιν πάθος, τὸ ὁποῖο μᾶς ὑποδουλώνει.
Τί φοβερὴ ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία! Σὲ ὁδηγεῖ στὴ στέρηση καὶ στὴν ἐξαθλίωση, στὴ φοβερὴ μοναξιὰ καὶ ἐγκατάλειψη· καί, τέλος, στὸν αἰώνιο θάνατο. Γι’ αὐτὸ κι εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ μετανοοῦμε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ κόβουμε τὰ δεσμὰ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν μας. Νὰ ποθοῦμε τὴν ἐπανασύνδεση μὲ τὸ πατρικὸ σπίτι. Τὴ ζωὴ κοντὰ στὸ Θεὸ Πατέρα μας.
2. Ὁ στοργικὸς πατέρας
Ἔτσι ἔκανε ὁ «νεώτερος υἱός», ὁ ὁ­­­ποῖ­­ος, μόλις συνειδητοποίησε τὴν ­ἄ­­­­θλια κατάστασή του, πῆρε τὴν ­ἀπόφαση τῆς ἐπιστροφῆς: Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ· «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπι­όν σου»· δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζομαι γιός σου. Τουλάχιστον κάνε με σὰν ἕναν ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς ὑπηρέτες σου.
Καὶ ἡ σωτήρια ἀπόφαση ἔγινε πράξη. Ὁ ἄσωτος πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ὅμως, ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη μακριά, ὁ πατέ­ρας του – ὁ ὁποῖος περίμενε τόσο καιρὸ αὐτὴ τὴν ὥρα!... – τὸν εἶδε κι ἔτρεξε νὰ τὸν προ­ϋπαντήσει. Τὸν ἔσφιξε στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν κα­ταφιλοῦσε μὲ στοργή...
Συγκλονισμένος ὁ γιὸς ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησή του: Πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζομαι γιός σου! Τὸν διέκοψε ὅμως ἡ φωνὴ τοῦ πατέρα, ποὺ ἔδωσε ἀμέσως ἐντολὴ στοὺς δούλους: Βγάλτε ἔξω τὴν πιὸ καλὴ φορεσιὰ ἀπ’ ὅσες ἔχουμε, αὐτὴν ποὺ φοροῦσε ὁ γιός μου πρὶν φύγει. Ντύστε τον καὶ δῶστε του δαχτυλίδι νὰ τὸ φοράει στὸ χέρι του, καὶ ὑποδήματα στὰ πόδια του, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι. Καὶ φέρτε καὶ ­σφάξτε «τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ μοσχάρια ποὺ τρέφουμε ξεχωριστὰ γιὰ κάποια ἐξαι­ρε­τικὴ περίσταση. Θὰ φᾶμε, θὰ χαροῦμε καὶ θὰ ­πανηγυρίσουμε, διότι «ὁ υἱός μου νε­­κρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀ­­πολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη»· μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγο ὁ γιός μου αὐτὸς ἦταν νεκρός, καὶ ἀναστήθηκε· ἦταν χαμένος, καὶ βρέθηκε. Κι ἔτσι ἄρχισε τὸ πανηγύρι.
Τὴν ἴδια ὥρα γύρισε κι ὁ μεγαλύτερος γιὸς ὁ ὁποῖος ἔλειπε στὰ χωράφια. Αὐτός, ὅταν ἔμαθε τὰ νέα γιὰ τὸν μικρότερο ἀδελφό του καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸν ὑποδέχθηκε ὁ πατέρας, θύμωσε πολὺ καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ στὸ σπίτι. Ἀλλὰ ὁ πατέρας δὲν ἔμεινε ἀδιάφορος. Βγῆκε ἔξω κι ἄρχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ νὰ μὴ μείνει ἀμέτοχος στὴ χαρὰ τῆς ἐπιστρο­φῆς τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ του.
Εἶναι πράγματι ἀξιοθαύμαστη ἡ σοφὴ καὶ διακριτικὴ παρουσία τοῦ στοργικοῦ πατέρα τῆς Παραβολῆς. Ὁ ­τρόπος ποὺ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ παιδαγωγεῖ τοὺς γιούς του εἶναι ὁ ἴ­­διος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς Πατέρας στὴ ζωή μας: ἀ­­­πέραντη ἀγάπη καὶ σεβασμὸς στὴν ἐλευθερία μας. Ὁ πανάγαθος Θεὸς ἀφήνει νὰ μᾶς διδάξει ἡ πείρα ὅ,τι δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε μόνοι μας. Ἀκόμη κι ἂν φεύγουμε ἀπὸ κοντά Του, Ἐκεῖνος δὲν παύει νὰ μᾶς περιμένει. Ἡ ἀγκαλιά Του εἶναι πάντοτε ἕτοιμη νὰ ὑποδεχθεῖ τὴν ἐπιστροφὴ κάθε ἁμαρτωλοῦ. Τὴ μετάνοια ὅλων τῶν ἀνθρώπων: καὶ αὐτῶν ποὺ λιμοκτονοῦν στὶς χῶρες τῆς ἁμαρτίας, καὶ αὐτῶν ποὺ βασανίζον­ται ἀπὸ τὴν ἐγωιστική τους αὐτάρκεια μέσα στὸ ἴδιο τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ. Πόση ἐλπίδα μᾶς δίνει αὐτὴ ἡ αἴσθηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατέρα!
Ἂς γυρίσουμε λοιπὸν κοντά Του. Εἴ­μαστε παιδιά Του καὶ ἔχει φυλάξει γιὰ τὸν καθένα μας τὰ δῶρα τῆς υἱοθεσίας. Γιὰ ὅλους ἔχει σφαγεῖ «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός», ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ ἐπιστροφή μας καὶ ἡ ἐπιστροφὴ κάθε ἀδελφοῦ μας στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα εἶναι ἀφορμὴ γιὰ ἕνα ξεχωριστὸ πανηγύρι καὶ ἐδῶ στὴ γῆ ἀλλὰ καὶ στὸν οὐρανό· ἕνα πανηγύρι ποὺ σὰν αὐτὸ μακάρι ὅλοι ν’ ἀξιωθοῦμε νὰ ζήσουμε στὴν ἐπουράνια Βασιλεία Του.
http://www.osotir.org/…/20…/item/34154-i-paravoli-tou-asotou
 

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

"Τις ημάς χωρίσει από της Αγάπης του Χριστού; Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής Τελώνου και Φαρισαίου

 



“ΤΙΣ  ΗΜΑΣ  ΧΩΡΙΣΕΙ  ΑΠΟ  ΤΗΣ  ΑΓΑΠΗΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ;”
Αποστολικό ανάγνωσμα
Κυριακής Τελώνου και Φαρισαίου
(Ρωμ. η' 28-39)
Έρχονται κάποιες στιγμές στη ζωή τού πιστού που φαίνεται να θλίβεται υπερβολικά, να στενοχωρείται και να δοκιμάζεται η πίστις του. Οι αιτίες τής καταστάσεως αυτής είναι τόσο εσωτερικές, όσο και εξωτερικές. Ο δε εχθρός τού Θεού και του ανθρώπου ο “αντίδικος ημών διάβολος” προσπαθεί να εκμεταλλευθεί αυτές τις περιστάσεις ώστε να χτυπήσει και να κλονίσει την πίστη τού Χριστού στις καρδιές των πιστών.
Γι' αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, ο Απόστολος των εθνών θα γράψει ότι δεν πρέπει να τα χάνουμε και να υποχωρούμε στον αγώνα μας, αφού το Άγιον Πνεύμα είναι βοηθός στις αδυναμίες των τέκνων τού Θεού. Άλλωστε, δια της αποδοχής τής Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, γίναμε κλητοί. Και θα μας τονίσει : “οίδαμε δε ότι τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, τοις κατά πρόθεσιν κλητοίς ούσιν” (Ρωμ. Η' 28). Δηλ. σε κείνους που αγαπούν τον Θεό, τα πάντα συνεργούν για το καλό τους. Αλλά για να συμβαίνει αυτό, προαπαιτείται η αγνή προαίρεσις και το ναι τού ανθρώπου στην κλήση τού Θεού.
Ο Θεός προγνωρίζει την αποδοχή ή την απόρριψη της κλήσεως εκ μέρους τού ανθρώπου και αφού προηγηθεί η αποδοχή στην συνέχεια η χάρις καταρτίζει τον πιστό ώστε να γίνει “σύμμορφος της εικόνος τού Υιού Αυτού”. Επομένως δεν είναι ο Θεός ο αίτιος του αρνητικού, αλλά ο άνθρωπος δια της ελευθέρας του επιλογής, εάν τελικώς επιλέξει το αντίθετο του θείου θελήματος.
Αυτοί λοιπόν που απέδειξαν εαυτούς “κλητούς”, ο Θεός τούς κατέστησε δικαίους και κληρονόμους τής αιωνίου δόξης. Και κατόπιν αυτής τής καταπληκτικής θεολογίας που αναπτύσσει θεοπνεύστως στο Ιερό κείμενο, ο μεγάλος Απόστολος ερωτά: “ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ' ημών;”. Εάν δηλ. ο Θεός είναι μαζί μας, ποιός θα είναι εναντίον μας; Και μέσα σε λίγες λέξεις, συμπυκνώνει το κεφάλαιο της Σωτηριολογίας, θέτοντας μια σειρά καιρίων ερωτημάτων. “Αυτός που δεν λυπήθηκε τον Μονογενή Υιό Του, αλλά για χάρη μας τον παρέδωσε στον θάνατο, πώς δεν θα μας χαρίσει μαζί μ' Αυτόν όλες τις χάριτες που απαιτεί η σωτηρία μας;”. Και συνεχίζει: “Αφού μας χάρισε Αυτόν, δεν θα μας χαρίσει και τα άλλα που χρειάζονται για να σωθούμε;”. “Τις εγκαλέσει κατά εκλεκτών Θεού; Θεός ο δικαιών· τις ο κατακρίνων; Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς...”. Ποιός θα βρεθεί κατήγορος εναντίον όσων ο Θεός εξέλεξε; Ουδείς! Διότι ο ίδιος ο Θεός συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Ποιός θα μας κατακρίνει; Κανείς. Διότι ο Χριστός απέθανε για εμάς, αλλά ανεστήθη και τώρα κάθεται στον θρόνο δεξιά τού Ουρανίου Πατρός και τώρα ως αιώνιος αρχιερεύς μεσιτεύει για εμάς. Αλλά είπαμε, όλα αυτά μένουν ανενέργητα, μάλλον καταδικάζουν τον άνθρωπο όταν αυτός αρνείται την κλήση που του παρέχει η αγάπη τού Θεού. Και σε ουδεμία των περιπτώσεων αυτή η δικαίωση του Θεού δεν χαρακτηρίζεται από νομικιστικές διατάξεις και από ένα δικαστικό πνεύμα όπως απαραδέκτως κηρύσσει η πλανεμένη δυτική “θεολογία” που ακυρώνει την αγάπη τού Θεού προς τον άνθρωπο. Στο χέρι τού ανθρώπου είναι να δείξει την προθυμία που εκ μέρους του απαιτείται για να βιώσει αυτή την αγάπη δια πίστεως μέσω των θείων μυστηρίων, της ιεράς προσευχής και γενικώς της ορθοδόξου και μόνο πνευματικότητος.
Η ζωή και το βίωμα όλων των Αγίων τής Εκκλησίας μας, αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα διακηρύσσουν. Την πραγματικότητα της θεϊκής αγάπης, και επάνω στο θέμα αυτό ο άγιος Απόστολος θέτει ένα νέο συγκλονιστικό ερώτημα που στη συνέχεια αναπτύσσει με ακατάβλητο ενθουσιασμό και πάλλουσα συγκίνηση. “Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης τού Χριστού;” Ποιός λοιπόν μπορεί να μας χωρίσει από αυτή τη μεγάλη αγάπη που έδειξε σε μας ο Χριστός; “Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;”.
Και τούτο το τονίζει διότι οι χριστιανοί, όπως βλέπουμε και σήμερα σε πολλά σημεία τού κόσμου, δέχονται την απειλή τού θανάτου, επαληθεύοντας τον ψαλμωδό: “ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής”. Ναι, αποτελεί τούτο αλήθεια αναντίρητη, αφού οι εχθροί τής πίστεως, (εξωτερικοί και εσωτερικοί) μας θεωρούν ως πρόβατα για σφαγή. Όσοι μάλιστα προσπαθούν να αλλοιώνουν υπούλως και σατανικώς το δόγμα και το ήθος τής Εκκλησίας, λυσσούν στην κυριολεξία εναντίον όσων δια του λόγου, της γραφίδος και της ζωής τους στέκονται εμπόδιο  και ανάχωμα πίστεως στα άνομα σχέδια των “καϊαφικών συνεδρίων”.
Όμως οι γνήσιοι πιστοί όλα αυτά τα υπερνικούν με την βοήθεια και την χάρη τού Χριστού ο οποίος μας αγαπά και ουδέποτε αφήνει τους εκλεκτούς του απροστάτευτους.  
Αυτός είναι και ο λόγος που στη συνέχεια γεμάτος πεποίθηση ο θεοκίνητος Απόστολος κλείνει τα όσα γράφει για το μέγεθος της αγάπης τού Χριστού: “Είμαι πεπεισμένος ότι ούτε η απειλή τού θανάτου, ούτε τα θέλγητρα της ζωής, ούτε τα τάγματα των αγγέλων, ούτε οι περιστάσεις τής παρούσης ζωής, ούτε τα μέλλοντα γεγονότα, ούτε οι επιτυχίες που υψώνουν τον άνθρωπο, ούτε οι ταπεινώσεις που τον βυθίζουν στην αποτυχία, ούτε οποιαδήποτε άλλη κτήση, διαφορετική από αυτή που βλέπουμε είναι δυνατόν να μας χωρίσει από την αγάπη που μας έδειξε ο Θεός με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Αλήθεια, όταν ο πιστός μελετά τα ιερά αυτά κείμενα και όταν ακούει από το κήρυγμα της Eκκλησίας μας τούτη την πραγματικότητα περί της αγάπης τού Κυρίου και Θεού μας, είναι δυνατόν να παραδίδεται στη θλίψη και την απογοήτευση όταν ξεσπούν τα κύματα των πειρασμών; Ουδέποτε. Αρκεί η καρδιά μας να φλέγεται από αυτή την μοναδική αγάπη. Την αγάπη που καίει οτιδήποτε κακό και πυρπολείται για την κατάκτηση των εν Χριστώ αρετών, τουτέστιν αυτής τής αγιότητος.
Δεν έχουμε λοιπόν παρά να κάνουμε αίτημα θερμοτάτης προσευχής, το να αποκτήσουμε και να ανταποκριθούμε στην αγάπη αυτή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.  
“Κύριε πρόσθες ημίν πίστιν και κατάρτιζέ μας έως την τελευταία πνοή προς την ιδικήν σου αγάπην”.
Αμήν.
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος
Mail: 
ioil.konitsa@gmail.com
Κόνιτσα.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

π. Δανιήλ και π. Σαράντης για τα λειτουργικά

 





Ὄχι καί ἄκυρα τά μυστήρια!
Καλός κληρικός ὁ π. Σαράντης Σαράντος. Πολλοί τόν συμπα­θοῦν καί γιά τόν ἀγῶνα του μετά τήν ἀποδημία τῆς καλῆς του πρε­σβυτέρας. Κι ἄλλοι γιά τήν προσφορά του ὡς καθηγητοῦ στή Ριζά­ρειο καί ἐξομολόγου. Ἐκπλαγήκαμε, ὅμως ὅταν στό περιοδικό «Θεοδρομία» (Ὀκτωβρ. – Δεκ. 2009, σελ. 499-523) διαβάσαμε κείμε­νό του, πού περιέχει μεταξύ ἄλλων καί τίς παρακάτω φράσεις:
«Οἱ ἐνέργειες τοῦ Σεβασμιωτάτου διαστρέφουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν χριστιανῶν».
«Ἐνεργεῖ ἀθέσμως ἐκκλησιολογικά».
«Ἐνεργεῖ ἀσεβῶς ὡς πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας».
«Ἐνεργεῖ καταφρονητικῶς ἔναντι τῶν Ἁγίων Πατέρων».
«Ἐνεργεῖ διαστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας»
«Προκαλεῖ ἀπροσμέτρητη πνευματική βλάβη τῆς Ἐκκλη­σίας, ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τή διαστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας».
«Διαπράττει ἱεροσυλία».
«Συμπληρώνει τούς λόγους τοῦ Κυρίου μέ δικά του ἐγωι­στι­κά καί εὐτελῆ λόγια».
«Μήπως πρέπει νά διερωτηθοῦμε κατά πόσον μέ τίς αὐθαίρετες ἀλλοιώσεις του ἐνεργεῖ ἡ θεία Χάρις κατά τήν τέλεση τῶν Μυστηρίων;».(ἐδῶ ἀμφισβητεῖται ἡ ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων τοῦ Σεβασμιωτάτου!).
«Ὅσα ἐνεργεῖ ὁ Σεβασμιώτατος συγκλίνουν στή λατρεία τοῦ Ἀντιχρίστου»!
Οἱ παραπάνω ἐκφράσεις ἀναφέρονται ἀπό τόν π. Σαράντη γιά τόν ἐπίσκοπο Μελέτιο,
Μητροπολίτη Νικοπόλεως!
Ὅλοι γνωρίζουν τό ἦθος καί τή θεολογική κατάρτισι τοῦ ἐπισκόπου Μελετίου.
Ὅλοι συμφωνοῦν, ὅτι εἶναι διάκονος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, μέ συνέπεια ζωῆς καί καρπούς πνευματικούς.
Μπορεῖ ὁ πατήρ Σαράντης νά διαφωνῆ μέ ποιμαντικές ἐνέρ­γειες τοῦ σοφοῦ Μητροπολίτου. Γιατί ὅμως νά μήν ἐκφράζη τή διαφωνία του μέ βάσι τήν Ἀγία Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες;
Ἡ λατρεία μας ὁπωσδήποτε εἶναι ὑπέροχη, ὄχι ὅμως καί … θεόπνευστη! Ὁ π. Σαράντης γράφει σχετικά: «Μιά λατρεία θεό­πνευστη… εἶναι ὁ φραγμός διά τοῦ ὁποίου περιφράττει ὁ Χριστός τήν Ἐκκλησία Του».
Φρονοῦμε, ὅτι τό κείμενο τοῦ π. Σαράντη στή «Θεοδρομία» δημιουργεῖ ἐκκλησιολογικά προβλήματα. Τό νά θέτη ἕνας πρεσβύ­τερος ὑπό ἀμφισβήτησι τήν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων, πού τελεῖ ἕνας κανονικός ἐπίσκοπος, καί μάλιστα τοῦ ἤθους καί τῆς ἁγιότητας τοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου, αὐτό ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικό παράπτωμα καί βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Φτάνουμε στό σημεῖο νά λέμε γιά Ἐπίσκοπο, ὅτι λατρεύει τόν Ἀντίχριστο κι ὅτι τά μυστήριά του εἶναι ἄκυρα;
από το περιοδικό ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ, τεῦχος Ἀπριλίου 2010, σελίδα 61
Ἀνοικτή ἐπιστολή πρός τόν πανοσιολογιώτατον Ἀρχιμανδρίτην π. Δανιήλ Ἀεράκη.
Ἐξ αἰτίας τοῦ ἄρθρου μου πού δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Θεοδρομία - Ὀκτώβριος Δεκέμβριος 2009 – μέ τίτλο «Η ΑΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΙΑΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ», ἦρθε στό φῶς τῆς δημοσιότητος κριτική Σας, δημοσιευμένη στό περιοδικό ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ, τεῦχος Ἀπριλίου 2010, σελίδα 61.
Στό πρῶτο μέρος τῆς κριτικῆς Σας μέ μαῦρα (Bold) γράμματα, ἐπαναλαμβάνετε χτυπητές ἐκφράσεις τοῦ ἄρθρου, πού χαρακτηρίζουν τό πρωτοφανές, ἄηθες καί ἀντιπατερικό πνεῦμα τῶν μεταγλωττίσεων τοῦ Σεβασμιωτάτου Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως καί Πρεβέζης, πού ἐπιχειρεῖ κατά τῆς Ὀρθοδόξου πλουσίας θεοπνεύστου λατρείας μας.
Ἀσφαλῶς καί δέν διεκδικοῦμε τό παπικό ἀλάθητο. Ὅμως ὅλες αὐτές οἱ φράσεις μας καί οἱ αὐστηροί χαρακτηρισμοί τοῦ ἀποδομητικοῦ κατά τῆς λατρείας μας ἔργου τοῦ Σεβασμιωτάτου Μελετίου, εἶναι ἀποτέλεσμα ἔκπληξης καί ἀπορίας.
Γιατί θά πρέπει νά θεωρεῖται ἀπηρχαιωμένη ἡ τόσο ζωντανή καί ρέουσα λατρεία μας, τήν ὁποία ἐκτιμοῦν καί θαυμάζουν ἀκόμα καί ἑτερόδοξοι ἤ ἀκόμα καί ἀλλόδοξοι, ὅταν κάπου τήν ἀνακα­λύπτουν;
Ὡς γνωστό, οἱ Δυτικοί, ἰδιαίτερα οἱ παπικοί, μετά τήν Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο ψαλίδισαν καί «ἐκσυγχρόνισαν» τή λατρεία τους μέ σκοπό νά γίνει πιό προσιτή στό νεωτερικό ἤ πιό σύγχρονα μετανεωτερικό ἄνθρωπο. Κόμπλεξ ἐκσυγχρονιστικό πού ὄχι μόνο δέν ἔφερε πλήθη νέων στήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί κόστισε τήν ἀπομά­κρυνση τῶν νέων ἤ καί τῶν μεγαλυτέρων συντηρη­τικῶν. Καρδινάλιοι καλοπροαίρετοι ὁμολογοῦν σήμερα, ὅτι ἡ ἐκσυγχρονι­στική τους βατικάνεια λατρευτική μεταρρύθμιση ἀπέτυχε.
Ἔχοντες συνολική εἰκόνα τῶν μεταγλωττίσεων τοῦ Σεβ. Μελετίου καί τῶν διαφόρων παρεμβάσεων
στή θεόπνευστη λατρεία μας, καί πάλι διερωτώμεθα, ἄν εἶναι ἔγκυρα αὐτά τά λατρευτικά κατασκευάσματα πού τελοῦνται ἤ πάσχει ἡ ἐγκυρότητά τους.
Βέβαια δέν κρύβει τήν ἀπαρέσκειά του ὁ Σεβ. Μελέτιος γιά τά δημιουργήματα τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν ἁγίων Ὑμνογράφων -ἐμεῖς τά ὀνομάζουμε θεόπνευστα ἀριστουργήματα - ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ. Ἐξηγεῖ μάλιστα ὅτι οἱ ἅγιοι αὐτοί ἔγραψαν στόν ἀρχαῖο Ἑλληνικό λόγο γιά νά τή «σπάσουν» στούς αἱρετικούς, πού γιά νά δείξουν τούς πολύξερους πιέστηκαν νά ἐπιδείξουν τίς γνώσεις τους στήν ἀρχαία Ἑλληνική. Παραθέτουμε στόν ἀναγνώστη τό τμῆμα τοῦ δημοσιεύματος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως στό περιοδικό «Σύναξη» γιά νά διαπιστωθεῖ ἀπό τόν ἀναγνώστη, ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος ἔχει ἀνώτερη ἔγνοια γιά τή σωτηρία τῶν πιστῶν ἀπό τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας.
«Ὑπῆρξα ἱεροκήρυκας 55 ὁλόκληρα χρόνια τώρα. Καί σάν ἱερέας, κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, προτιμῶ κάθε φορά νά ἐκβαρβαρώνομαι ἐγώ, παρά νά γίνομαι γιά τόν ἀκούοντα ἀλλογενής καί βάρβαρος. Προτιμῶ νά ἀκολουθῶ τόν ἀντίθετο δρόμο ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Δαμασκηνό!
Ἐκεῖνοι λόγιοι κολοσσοί, γιά ἕνα πεῖσμα, νά δείξουν στούς εἰδωλολάτρες λογίους καί σέ κάποιους νοσηρά ἑλληνολάτρες βυζαντινούς, ὅτι ξέρουν καί αὐτοί ἑλληνικά, ἔφτιαξαν τά περίφημα ἀρχαιοελληνικοῦ τύπου ποιήματα καί ἄσματά τους. Ποῖος ἀπό τό ἐκκλησιαστικό κοινό μπόρεσε χωρίς λεξικά καί ἰδιαίτερες σπουδές νά καταλάβει ἀπό αὐτά κάτι;». (Ἀπό τό δημοσίευμα στό περιοδικό Σύναξη, τ. 112, σελ. 101). Χρειάζεται ἐδῶ νά γίνει κάποιος χαρακτηρισμός ἐκ μέρους μας τοῦ Σεβασμιωτάτου πού ὁ ἴδιος θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό τούς Ἁγίους; Πάντως ἐδῶ ὁ Σεβασμιώτατος ἀναφέρεται στό κήρυγμα καί ὄχι στή γλώσσα τῆς θείας Λατρείας. Οὐδείς τῶν συγχρόνων ἱεροκηρύκων μιλάει στήν ἀρχαία Ἑλληνική ἤ στήν καθαρεύουσα.
Μποροῦμε νά συμφωνήσουμε μέ τήν ἀήθη, ἀντιπαραδοσιακή τακτική τοῦ Σεβασμιωτάτου; Μποροῦμε νά μένουμε ἀπαθεῖς μπροστά σέ τέτοια ρήγματα πού δημιουργοῦνται στό πανακήρατο Σῶμα τῆς θείας Λατρείας;
Οἱ πνευματικοί πατέρες, παρά τούς πόδας τῶν ὁποίων ἐμαθητεύσαμε, δέν εἶχαν τέτοια νοοτροπία ἀκυρώσεως οὐδενός τῶν ἐγνωσμένων μεγάλων Ἁγίων Πατέρων διδασκάλων καί ὑμνο­γράφων, γιαυτό ξαφνιαζόμαστε καί ἀποροῦμε. Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν «ἑπώμεθα τοῖς Ἁγίοις Πατράσι»;
Ὁ π. Πορφύριος, ὁ π. Ἰάκωβος, ὁ π. Παΐσιος δέ διανοήθηκαν ποτέ μιά τέτοια τομή στή θεία Λατρεία. Δέν τόλμησαν νά ἀγγίξουν παρεμβατικά τή θεία λατρεία μας. Ἴσως, ἐπειδή ἦταν ἀμόρφωτοι; Ἴσως, ἐπειδή δέν εἶχαν διδακτορικά; Ἦταν ἁπλοῖ σ’ ὅλο τόν ψυχισμό τους, σ’ ὅλη τή σκέψη καί νοοτροπία τους καί σ’ ὅλη τή ζωή τους. Δέν εἶχε μολυνθεῖ ὁ ἡγεμών νοῦς τους ἀπό τήν οἴηση τοῦ μορφωμένου, πεφυσιωμένου ἐν τῇ γνώσει ἀνθρώπου.
Ἀλλά καί σέ περιόδους δύσκολες γιά τό ἔθνος μας, ὅπως π.χ. κατά τήν Τουρκοκρατία, οἱ σεμνοί καί ἅγιοι πνευματικοί Πατέρες τοῦ γένους μας, διαποτισμένοι καί πεπληρωμένοι ἀπό τίς ἐν Χριστῷ λατρευτικές ἐμπειρίες δέν διανοήθηκαν νά ἀλλάξουν ἰῶτα ἕν ἤ μία κεραία ἀπό τήν τέλεια λατρεία μας, πού κατά τόν Ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς οὐρανίου θείας Λατρείας, τελουμένης ἐν τῇ θριαμβευούσῃ Ἐκκλησίᾳ. Τή θεανθρώπινη ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τοῦ ὡς ἄνω Πατρός εἶχαν σέ τέλεια πληρότητα οἱ δύο μεγάλοι συγγραφεῖς πατέρες, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί ὁ οὐρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος καθώς καί τό σύνολο τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας (consensus patrum). Τοιουτοτρόπως στρατευομένη Ἐκκλησία καί θριαμβεύουσα μυστι­κῶς, χαρισματικῶς καί θαυματουργικῶς ἀλληλοπερι­χωροῦ­νται κατά τήν τέλεση τῆς αὐτῆς, μιᾶς Λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ περίπτωση τοῦ Σεβ. Μελετίου παρασύρει καί πλειάδα κληρικῶν τῆς μητροπόλεώς Του γιά εὐνοήτους λόγους, ἐπίσης καί ἐλαχίστους κληρικούς κοντινῶν του μητροπόλεων. Κληρικοί μέ κοσμική νοοτροπία, μέ ἐκσυγχρονιστικά ἐλατήρια μεταγλωττίζουν ἤ παρεμβαίνουν αὐθαίρετα μέ καλή ἴσως ποιμαντική πρόθεση ἤ, φεῦ, καί μέ αὐτόνομα ἐγωκεντρικά (μή ἐκκλησιαστικά) ἐλατήρια. Τό ἀποτέλεσμα τῶν μεταγλωττίσεων εἶναι τά ξύλινα ἄχαρα κατασκευάσματα.
Πρό ἑνός ἔτους περίπου ἔλαβα προσκλητήριο γιά τό Γάμο ἑνός ζεύγους, τέκνων πολύ φίλου καί ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κληρικοῦ καί πανεπιστημιακοῦ διδασκάλου. Τόσο τό ζεῦγος τῶν μελλονύμφων ὅσο καί οἱ γονεῖς, καθώς ἐπίσης καί ἅπαντες οἱ προσκεκλημένοι ἀνῆκαν στούς χριστιανούς μέ πανεπιστημιακή μόρφωση. Ὡστόσο ὁ ὑπεύθυνος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πρεβέζης - ἀσθενοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου – εἶχε τήν ἐπιμονή νά τελέσει τό μυστήριο τοῦ Γάμου καί τῆς συνημμένης θείας Λειτουργίας στή Δημοτική γλῶσσα. Προσωπικά εἶχα ἐξηγήσει ὅτι, ἄν τελεσθεῖ τό μυστήριο στή δημοτική, θά φύγω. Προτίμησα νά μή συμμετάσχω καθόλου γιά νά μή προσβάλω τούς μελλονύμφους καί τούς γονεῖς. Ἄλλος φίλος ἱερέας μέ πολλαπλῆ πανεπιστημιακή παιδεία παρέστη στή μισή διαδικασία. Δέν ἄντεξε τήν ξεραΐλα τῆς δημοτικῆς καί τῆς παραποίησης καί ἔφυγε ἀγανακτισμένος ἀπό τή βάναυση καταστροφή τῆς μοναδικῆς σέ ἀξία λατρείας μας, χωρίς νά ὑπάρχει κανένας ποιμαντικός λόγος.
Δυό τρεῖς ἄλλοι φίλοι λαϊκοί μοῦ ἀνέφεραν, ὅτι κατά τήν περίοδο τῶν διακοπῶν τους παρευρέθηκαν στήν ὡς ἄνω ἱερά Μητρόπολη Πρεβέζης, σέ ἐξόδια ἱερά Ἀκολουθία καί δέν καταλάβαιναν τί γινόταν, τί λεγόταν, τί ἐτελεῖτο λειτουργικά. Νόμιζαν πώς κατά λάθος βρέθηκαν σέ συνάθροιση Ἰεχωβάδων ἤ Προτεσταντῶν. Ἡ λύπη τους γι’ αὐτή τήν κατάντια τῆς θείας λατρείας μας ἦταν ἀπερίγραπτη.
Εἶναι πρόφαση ὅτι οἱ πιστοί δέν καταλαβαίνουν τή γλῶσσα καί γιαυτό εἰσάγονται οἱ μεταφράσεις. Δυστυχῶς ἔχουν φθάσει στό σημεῖο οἱ κληρικοί τοῦ Σεβασμιωτάτου νά διαβάζουν τίς εὐχές τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, στίς ἕξι Ἰανουαρίου, κατά τή Δεσποτική ἑορτή τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στή δημοτική. Οἱ εὐχές ἀποτελοῦν ἀριστουργήματα τοῦ Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, μοναδικά σέ πλούσια ἄκτιστη Χάρη, μνημεῖα ἀσυναγώνιστα ζωντανοῦ ρέοντος ἀρχαιοελληνικοῦ λόγου, γεμάτα ἀπό τή θεολο­γία, ἀνθρωπολογία, ἐκκλησιολογία, κοσμολογία, φιλανθρωπία καί φιλοθεΐα τῆς Ἐκκλησίας μας. Στό κείμενο πού δημοσιεύσαμε στή Θεοδρομία παραθέτουμε ἐνδεικτικά, ἐπίμαχα ἀποσπάσματα τῶν ἐξαιρετικῶν εὐχῶν τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, παράλληλα τοποθετημένα τό ἀρχαῖο κείμενο καί ἡ μετάφραση, γιά νά διαπιστώσει ἄμεσα ὁ ἀναγνώστης τόν εὐτελισμό καί τή διαστροφή, ἤ μᾶλλον καταστροφή τοῦ θεοπνεύστου κειμένου τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων.
Κάθε χρόνο τελοῦμε τήν Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ καί διαβάζουμε τίς Εὐχές φυσικά στό πρωτότυπο ἀρχαῖο κείμενο, σέ μιά λιμνούλα, ἑκατό μέτρα μακρύτερα ἀπό τό Ναό τῆς ἐνορίας μας. Συγκεντρώνονται περίπου δύο χιλιάδες πιστοί μέ τά μικρά παιδάκια τους μέσα στό καταχείμωνο καί παρακολουθοῦν μέ ὑποδειγματική προσοχή καί κοσμιότητα. Πῶς μποροῦν καί πα­ρακολουθοῦν τό ἀρχαῖο κείμενο; Τί τούς σαγηνεύει; Προφανῶς ἡ ἄκτιστη θεία Χάρις καί ἡ ἀπίστευτη ὀμορφιά τοῦ σπανίου σέ ἀξία ἕλληνος πάμπλουτου λόγου τοῦ Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσο­λύ­μων, ἐγνωσμένου γιά τή μόρφωση, ἁγιότητα, ποιμαντική ἐντι­μό­τητα, ἀπαλλαγμένου ἀπό κάθε μεταπτωτική ἐνδοκοσμική σκοπιμότητα ἁγίου Ἀνδρός. Τόσο χαμηλοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου θεω­ροῦ­νται οἱ Πρεβεζιάνοι πού δέν τούς ἀξίζει νά ἀκοῦνε τά ἴδια θεόπνευστα ἀριστουργήματα;
Τρεῖς ἔγκριτοι ἐπώνυμοι Ἁγιορεῖτες ἱερομόναχοι πατέρες:
α. Ἱερομόναχος Γρηγόριος, γέροντας Ἱεροῦ Κελλίου Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Καρυῶν,
β. Ἱερομόναχος Ἀρσένιος, γέροντας Ἱεροῦ Κελλίου Γεννεσίου τῆς Θεοτόκου «Παναγούδας»,
γ. Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, γέροντας Ἱερᾶς Καλύβης Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Καψάλας,
μετά τῶν συνοδειῶν τους καταθέτουν γραπτῶς στό περιοδικό «Παρακαταθήκη» 70ο τεῦχος τήν κρυστάλλινη ἄποψή τους γιά τό θέμα τῶν μεταγλωττίσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων. Μέ ἐπικεφαλίδα «Περί μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων» δηλώνουν τήν ἀντίθεσή τους στίς μεταφράσεις-μεταγλωττίσεις πού γίνονται αὐθαίρετα σέ κάποια Ἱερά Μητρόπολη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐμπειρία τους προκύπτει ἀπό τήν ἐπαφή τους καί ἀπό τίς ἱερές ἐξομολογήσεις πολλῶν προσκυνητῶν στό Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἰδιαίτερα τονίζουν ὅτι δέν φταίει τό ἀρχαιοπρεπές γλωσσικό ἰδίωμα γιά τή συμμετοχή στή θεία Λατρεία, ὅσο ἡ συχνότητα, ἡ ἐπαφή καί ἡ ἐξοικείωση μέ τό λειτουργικό χῶρο καί χρόνο.
Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον καί ἄξιο μεγίστης ἀπορίας ταυτο­χρόνως, πῶς ἡ Ἱερά Μονή Προφήτου Ἠλιοῦ Πρεβέζης ἐξέδωκε βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ πλέον Ἐπισκόπου Σηλυβρίας Αἰμιλιανοῦ Τιμιάδου, μέ τίτλο «Ἡ θεία εὐχαριστία στή ζωή τῆς ἐνορίας». Σέ δύο ἤ τρεῖς σελίδες ὁ ὡς ἄνω Ἐπίσκοπος ἐπιχειρηματολογεῖ λεπτο­μερῶς, γιά τό ὅτι δέν ἐπιτρέπονται γιά πολλούς λόγους οἱ μεταφράσεις τῶν Λειτουργικῶν κειμένων. Ἐνδεικτικά παραθέτουμε μικρό ἀπόσπα­σμα ἀπό τό ἀναφερόμενο βιβλίο:
«Ἄς μή παραξενευθοῦν μερικοί ἐάν συγκαταλέγουμε καί τήν γλῶσσα τήν λειτουργική στήν κατηγορία τοῦ μυστηρίου. Τό μυστήριο τῆς γλώσσας ἀποκτᾶ σπουδαιότητα ὅταν σκεφθοῦμε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποκτᾶ τήν αὐτοσυνειδησία της ἀπό τόν Λόγο. Ὅταν ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Στή συνέχεια, ἐμπιστεύεται σ’ αὐτήν τήν Ἐκκλησία του νά διακηρύξει αὐτόν τόν Λόγο στά πέρατα τῆς οἰκουμένης. Ἑπομένως ἡ λειτουργική γλῶσσα δέν εἶναι ἕνα ἀπό τά πρακτικά δευτερευούσης σημασίας θέματα, ὅπως τῆς καθημερινῆς ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Οὔτε μᾶς ἐπιτρέπεται μέ προχειρότητα νά συζητοῦμε γιά ἀλλαγές λειτουργικῆς γλώσσας, ἁπλοποίηση, ἐκσυγχρονισμό της» (σελ. 391).
Ἄς σημειώσουμε καί τοῦτο πού ἴσως δέν εἶναι γνωστό στούς πολλούς. Τά λαϊκότροπα ὑπάρχοντα Συναξάρια ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής, κατά τό τέλος τοῦ δεκάτου καί ἀρχές τοῦ ἑνδεκάτου αἰώνα τά μετέφερε σέ ἀρχαιοπρεπέστερη γλῶσσα καί τά παρέδωσε στήν Ἐκκλησία, ὥστε νά ἐνταχθοῦν στήν ἴδια γλωσσική ἐκφορά τῶν Μηναίων, καί νά ἀποτελέσουν σπουδαῖο λειτουργικό πλοῦτο μαζί μέ τή λοιπή θεία Λατρεία.
Ὑπάρχει καί πιό σοβαρό θέμα μέ τό Σεβασμιώτατο Ἅγιο Πρεβέζης. Ὄχι μόνο ἐχειροτόνησε εἰς πρεσβύτερον τόν πολιό αἰδεσιμολογιώτατο π. Κωνσταντῖνο Μπέη, ἀλλά καί εὐνοεῖ τήν αὐθαιρεσία καί τήν ἀταξία στό ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου διαμορφούμενο «τυπικό» τῆς θείας Λειτουργίας. Βάρβαρη καί ξύλινη ἡ λειτουργία αὐτή, τῆς νέας Ἐποχῆς, ξενίζει, σκανδαλίζει, μπερδεύει καί εὐτελίζει ὅ,τι ἱερότερο, ὅ,τι πιό κορυφαῖο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, τή θεία Λειτουργία, μέ τήν ὁποία ἔχουν τραφεῖ γενιές καί γενιές πιστῶν εἴκοσι αἰώνων.
Στήν κριτική Σας, π. Δανιήλ, κάνετε μιά εὐθεῖα τοποθέτηση. Μόνο ἡ Ἁγία Γραφή, λέτε, εἶναι θεόπνευστη. Ἡ θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί τοῦ Μ. Βασιλείου δέν εἶναι θεόπνευστες; Ἡ θεία Λατρεία πού προηγεῖται καί προετοιμάζει τό πλήρωμα τῶν πιστῶν πρός τή μετοχή τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου δέν εἶναι θεόπνευστη; Χιλιάδες ἤ μᾶλλον ἑκατομμύρια πιστοί ἀνά τούς αἰῶνες τράφηκαν, ἀναπτύχθηκαν καί ἔζησαν τήν ἐν Χριστῷ πνευματική ζωή μέσα στή στρατευομένη μας Ἐκκλησία. Κατευοδώθηκαν πρός τή θριαμβεύουσα μέ αὐτή τή θεόπνευστη λατρεία πού ὁριοθετεῖται ἀνάμεσα στή θεόπνευστη Παλαιά Διαθήκη καί στή θεόπνευστη Καινή. Ὅλο αὐτό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔκανε λάθος; Παραπλανήθηκε πού τήν ἐχρησιμοποίησε ὡς ἱερό ὄχημα γιά νά φθάσουν οἱ πιστοί στήν ἐν Χριστῷ θέωση;
Μήπως πρέπει νά ἐπιμείνουμε ἐρωτῶντες; Σέ κάθε ἱερά Ἀκολουθία μόνο τό Εὐαγγελικό Κείμενο εἶναι θεόπνευστο, ἐνῷ τά πρότερα ἀλλά καί τά ὕστερα τροπάρια εἶναι ἐλλειμματικά ὡς πρός τή θεοπνευστία τους; Οἱ στίχοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἤ οἱ ἱεροί Ψαλμοί της μήπως καί αὐτοί παρουσιάζουν κάποια ἐλλείμματα θεοπνευστίας, ἐπειδή ἐγκατασπείρονται μέσα σ’ ὅλο τό λατρευτικό Σῶμα τῆς κάθε ἱερᾶς Ἀκολουθίας; Ἔτσι δέν ἐξομοιωνόμαστε μέ τούς προτεστάντες πού δέχονται τή θεοπνευστία μόνο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνῷ δέν δέχονται τή θεοπνευστία τῶν ἄλλων προσευχῶν; Δέν δέχονται τήν ἁγιότητα τῶν Ἁγίων οὔτε τή θεομητορικότητα τῆς Παναγίας μας. Τή θεωροῦν μόνο μιά πάρα πολύ καλή γυναίκα.
Ἐπίσης, π. Δανιήλ, μοῦ προσάπτετε μομφή στήν ὁμαδική συνυπογραφή ἄλλων δώδεκα κληρικῶν πού συμφωνοῦν μέ τά γραφόμενά μου. Οἱ συνυπογράφοντες αὐτοπροαιρέτως θέλησαν νά συνυπογράψουν, γιατί καί αὐτοί, ὅπως καί πολλοί ἄλλοι ἀντιδροῦν στήν ἀποδόμηση τῆς Λατρείας μας. Ἄλλωστε τά κείμενα πού συνήθως συνυπογράφουν καί ἄλλοι πατέρες, ἀποτελοῦν προϊόντα συνεργασίας. Προσφέρουν τήν ἐπιστημονική, θεολογική, ποιμαντική καί ἱερατική ἐμπειρία τους ἀπό τήν διακονία στόν ἀπέραντο χῶρο τῶν ἐνοριῶν τους. Θά μποροῦσα νά προτείνω προσωπικά νά συνυπογράψουν καί νά ὑποστηρίξουν τίς θέσεις τοῦ ἄρθρου πολλοί περισσότεροι κληρικοί πού πέρασαν ἀπό τή Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή ἤ ἄλλοι πού εἶναι πνευματικά τέκνα μου. Δέ συνηθίζω νά πιέζω ἤ νά ἐκβιάζω νά ὑπογράψουν σέ λευκή ἤ σέ γραμμένη κόλλα γιά δημιουργία ἐντυπώσεων.
Ἐνδεικτική συμφωνία καί προσφορά δηλώνουν οἱ ὑπογρα­φές καί ἄλλων κληρικῶν καί ὄχι ὁμαδοποίηση. Αὐτό τό ἀποδει­κνύ­ουν καί προγενέστερες ἔγγραφες διαφωνίες, ἤ τοποθετήσεις σέ διάφορα ἐκκλησιαστικά θέματα.
Ὁμολογῶ ὅτι ποτέ δέν θά ἤθελα νά ἀντιλογήσω στό Σεβασμιώτατο Ἅγιο Πρεβέζης, τοῦ ὁποίου τό ἦθος καί οἱ καρποί, ὅπως διατείνεσθε, πανοσιολογιώτατε, εἶναι ἐγνωσμένοι. Οὔτε βέβαια καί μπορεῖ νά γίνει σύγκριση μέ περιπτώσεις ρόζ σκανδάλων.
Πράγματι π. Δανιήλ, δέν ἀσχολήθηκα ποτέ μέ ρόζ σκάνδαλα, Ἐπισκόπων ἤ κληρικῶν. Φρονῶ ὅτι μόνο ἡ τακτική ἐκκλησιαστική δικαιοσύνη ἤ ἡ κοσμική δικαιοσύνη μπορεῖ θεσμικά νά ἀσχοληθεῖ καί χρησιμοποιώντας τά ἔννομα κριτήριά της νά ἀθωώσει, ἤ νά καταδικάσει χαμηλόβαθμους ἤ ὑψηλοῦ βαθμοῦ κληρικούς.
Θά ἤθελα νά τελειώσω παραθέτοντας ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ αἰδεσιμολογιωτάτου πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση: Νεοβαρλααμισμός ἡ «Λειτουργική Ἀναγέννηση», μέ τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας συμφωνοῦμε ἀπόλυτα καί γιαυτό εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστό, ὅτι ἀντιπαρατεθήκαμε μέ σθένος στή Λειτουργική Ἀνανέωση τοῦ προηγουμένου διοικητικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθε­στῶτος. Συγκεκριμένα γράφει ὁ π. Θεόδωρος:
«Γιά νά γίνουμε ὅμως πιό πρακτικοί καί συγκεκριμένοι· ποιές εἶναι οἱ λειτουργικές ἀλλαγές πού προτείνονται ἀπό τούς ἀνανεωτές καί ἐκσυγχρονιστές; Θά ἀναφερθοῦμε στά σημαντικώτερα καί πάλιν ζητήματα, λεπτομερῆ ἀνάλυση τῶν ὁποίων εὑρίσκει κανείς στό μνημονευθέν μνημειῶδες τεῦχος τῆς «Θεοδρομίας» πού καταλαμβάνει τετρακόσιες πενήντα σελίδες (450). Προτείνονται λοιπόν ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ χρησιμοποιούμενου σήμερα μοναστικοῦ τυπικοῦ καί ἡ υἱοθέτηση τοῦ ἐγκαταλειφθέντος ἀσματικοῦ τυπ­ι­κοῦ, ἡ συντόμευση τοῦ χρόνου τῶν ἀκολουθιῶν πού θεωροῦνται μακρές καί κουραστικές, ἡ μεταφορά τοῦ χρόνου ἐνάρξεώς τους ἀργότερα, ὥστε νά ξεκουράζονται τό πρωί οἱ πιστοί πού θέλουν νά τίς παρακολουθήσουν, ἡ προτίμηση ὄχι ἀργῶν ἀλλά σύντομων βυζαντινῶν μελῶν, ἡ τέλεση δεύτερης λειτουργίας τήν ἴδια ἡμέρα ἀπό τόν ἴδιο ἱερέα, ἡ μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων, ὥστε νά γίνονται κατανοητά ἀπό τό λαό, ἡ ἐκφώνηση τῶν εὐχῶν καί ὄχι ἡ μυστική ἀνάγνωσή τους, ἡ συμψαλμωδία τοῦ ἐκκλησιάσματος, ἡ κατάργηση τῶν ὑψηλῶν τέμπλων, ἡ συμμετοχή γυναικῶν στούς χορούς τῶν ἱεροψαλτῶν, ἡ χρήση μουσικῶν ὀργάνων μέσα στίς ἐκκλησίες, ἡ τετράφωνη ἀπόδοση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, ἡ σύνταξη νέων ἀκολουθιῶν γιά τόν ἀρραβώνα καί τό γάμο, ὡς καί νέων εὐχῶν γιά τίς γυναῖκες μετά τόν τοκετό κατά τή διάρκεια τῆς λοχείας, ἡ μόνιμη στροφή τοῦ ἱερέως πρός τόν λαό κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ κήδευση τῶν ἀβαπτίστων νηπίων καί τῶν αὐτοκτο­νού­ντων, ἡ κατάργηση τοῦ ράσου, ἡ ἔμμεση ὑποκατάσταση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως ἀπό ψυχιάτρους καί ψυχολόγους καί πολλά ἄλλα».
Τά παραπάνω χαρακτηρίζονται ἀπό τόν π. Θεόδωρο ὡς σύνδρομο νεοβαρλααμικό, τό ὁποῖο ὀδηγεῖ στήν παραποίηση τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας καί στόν εὐκολότερο συσχηματισμό της μέ τή λατρεία τῆς Νέας Ἐποχῆς.
Πανοσιολογιώτατε πάτερ Δανιήλ, βάζω ὅσες μετάνοιες χρειάζονται καί σέ Σᾶς καί στόν Ἅγιο Πρεβέζης καθώς ἐπίσης καί στόν π. Κωνσταντῖνο Μπέη. Χίλια, χίλια συγγνώμη. Εἰλικρινά δέν διακατέχομαι ἀπό κάτι ἀπέναντί Σας. Ἡ διαφορά μας δέν εἶναι σέ προσωπικό ἐπίπεδο. Πιστεύω ὅμως ὅτι ἡ Νέα Ἐποχή, ἡ πανίσχυρη αἵρεση τοῦ Διαβόλου δέ ζητάει νά κλείσουν οἱ Ἐκκλησίες, ὅπως ζητοῦσαν παλαιά τά ὁλοκληρωτικά καθεστῶτα, ἀλλά νά ἀλλο­τριω­θεῖ ἡ μοναδικότητα τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας καί ἡ τέλεια Ὀρθόδοξη Λατρεία μας. Ἡ ἀλλοίωση τῆς θείας Λατρείας εὐνοεῖ τήν ἀλλοτρίωση τοῦ Τριαδολογικοῦ καί Χριστολογικοῦ δόγματος, καί τῆς ἐν γένει ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας μέ συνέπεια τήν ἐνσωμάτω­σή μας στήν πανθρησκεία μέσα στό συναρμολογούμενο κράτος τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος
ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου.­


από τα blog Oρθόδοξη πίστη και Αναβάσεις

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Π. Άγγελος Αγγελακόπουλος: Κυριακή των Προπατόρων

 



Π. Άγγελος Αγγελακόπουλος: Κυριακή των Προπατόρων
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ
 
Ἐν Πειραιεῖ  13-12-2014 πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
 
Σήμερα, ἀδελφοί μου, δύο Κυριακές πρίν ἀπό τήν κατά σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τούς ἁγίους Προπάτορες, γι’αὐτό καί ἡ σημερινή Κυριακή ὀνομάζεται Κυριακή τῶν Ἁγίων Προπατόρων.
Ποιοί εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες; Εἶναι ὅλοι οἱ Πατριάρχες, Κριτές, Προφῆτες καί Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Δηλ. οἱ πρωτόπλαστοι Ἀδάμ και Εὔα, ὁ Ἐνώχ, ὁ Νῶε, ὁ Μελχισεδέκ, οἱ δώδεκα Πατριάρχες καί κυρίως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ καί ὁ Ἰακώβ, οἱ προφῆτες Μωϋσῆς, Ἀαρών, Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, Σαμουήλ, Δαυίδ, Ἠσαΐας, Ἱερεμίας, Ἱεζεκιήλ, Δανιήλ καί οἱ τρεῖς Παῖδες, Ἠλίας, Ἐλισαῖος, Ζαχαρίας καί τέλος ὁ Βαπτιστής Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.
Εἶναι γνωστό ὅτι ἀπό τόν Ἀβραάμ γεννήθηκε ὁ Ἰσαάκ, ἀπό τόν Ἰσαάκ γεννήθηκε ὁ Ἰακώβ καί ἀπό τόν Ἰακώβ γεννήθηκε ὁ Ἰούδας, ἀπό τήν φυλή τοῦ ὁποίου γεννήθηκε ὁ Χριστός καί οἱ ὑπόλοιποι ἀδελφοί του Πατριάρχες. Γι’αὐτό, λοιπόν, οἱ θεοφόροι πατέρες μας καί διδάσκαλοι ἐπιτελοῦν σήμερα τήν μνήμη τοῦ θείου Ἀβραάμ, ἐπειδή ὑπῆρξε προπάτωρ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή τή μνήμη μᾶς παρέδωσαν νά ἐπιτελοῦμε κι ἐμεῖς, ὄχι μακρυά καί σέ διάστημα πολλῶν ἡμερῶν, ἀλλά κοντά στήν κατά σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό τό ἔκαναν ὄχι ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχε, ἀλλά κατά θεία ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπειδή ὁ Ὑπεράγαθος καί φιλάνθρωπος Υἱός τοῦ Θεοῦ καταδέχθηκε νά κάνει τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ καί τούς ἀπογόνους του προπάτορές Του, κατά τό ἀνθρώπινο, γι’αὐτό οἱ θειότατοι πατέρες ἔκριναν δίκαιο νά ἑορτάζουμε τήν μνήμη τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ καί τῶν ὑπολοίπων, ὡς προπατόρων, ὄχι πολύ μακρυά ἀπό τήν κατά σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου[1].
ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στήν ὁμιλία του στήν σημερινή Κυριακή τῶν ἁγίων Προπατόρων[2], ἐπισημαίνει : «Ὅταν ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε γιά χάρη μας ἀπό τήν Παρθένο, μέ τήν ἐν σαρκί πολιτεία Του, τελειοποίησε τόν νόμο, ὁ ὁποῖος εἶχε δοθεῖ μέσω τοῦ προφήτου Μωϋσέως[3]. Τόν ὁλοκλήρωσε, δίνοντας τοό νόμο τῆς χάριτος, καί μεταποίησε ἔτσι τόν παλαιό ἐκεῖνο νόμο στή δική μας Ἐκκλησία. Τότε ἐκβλήθηκε τό γένος τῶν Ἑβραίων ἀπό τήν ἱερά Ἐκκλησία καί ἀντί αὐτῶν εἰσαχθήκαμε ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε ἐκλεγεῖ ἀπό τά ἔθνη. Μᾶς συνένωσε ὁ Κύριος μέ τόν Ἑαυτό Του καί μέ τόν Πατέρα. Μᾶς παραλαμβάνει δηλ. ὡς γνησίους υἱούς καί ἀδελφούς, ἀκόμη δέ - ὤ τῆς ἀνεκφράστου φιλανθρωπίας! – καί γονεῖς δικούς του. Πράγματι, λέει «ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, οὖτος καί ἀδελφός μου καί ἀδελφή μου καί μήτηρ ἐστι»[4].
Συνεχίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τήν ὁμιλία του, λέγοντας : «Σήμερα, ὅμως, ἑορτάζουμε στήν Ἐκκλησία τούς προπάτορες, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους ἀνῆκαν στό γένος τῶν Ἑβραίων. Γιά ποιό λόγο; Γιά νά μάθουν ὅλοι ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι δέν ἀποκηρύχθηκαν καί οἱ ἐθνικοί δέν υἱοθετήθηκαν ἀδίκως οὔτε παραλόγως οὔτε ἀναξίως ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος πραγματοποιεῖ αὐτά καί τά ρυθμίζει. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς ἀπό τούς προσκεκλημένους ἐθνικούς συγκαταλέγονται στούς συγγενεῖς τοῦ Θεοῦ μόνο ὅσοι ὑπακούουν, ἔτσι καί τό γένος τοῦ Ἰσραήλ καί ὅλοι ὅσοι προῆλθαν ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι αὐτή τήν γενεά εἶναι πλῆθος πολύ, ἀληθεῖς ὅμως Ἰσραηλῖτες εἶναι ὅσοι ἀπ’αὐτούς ἔζησαν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί μόνο εἶναι ἀληθινοί πατέρες καί προπάτορες, πρῶτον μέν ἐκείνης, πού γέννησε παρθενικῶς κατά σάρκα τόν Θεό τῶν ὅλων, τόν Χριστό, δηλ. τῆς Θεοτόκου, δεύτερον δέ μέσω Αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) καί δικοί μας πατέρες καί προπάτορες. Αὐτοί οἱ πατέρες καί προπάτορες δέν ἐξεβλήθησαν βεβαίως ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἑορτάζονται σήμερα ἐπισήμως ἀπο’μᾶς, θεωρούμενοι ὡς μέρος τοῦ πληρώματος τῶν Ἁγίων. Τήν περιτομή καρδίας ἐν πνεύματι[5] τήν ἔχουν ὅλοι ὅσοι εὐηρέστησαν τόν Θεό καί μ’αὐτήν ἔχουν γίνει ὅλοι ἕνα, παλαιοί καί νέοι, καί οἱ πρίν τόν νόμο καί οἱ μέσα στόν νόμο καί ὅσοι μετά τόν νόμο πολιτεύθηκαν θεαρέστως μέ τό Εὐαγγέλιο τῆς Χάριτος. Ὥστε, ἄν δεῖ κανείς μέ σύνεση τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιά τό ἀνθρώπινο γένος, θά τήν βρεῖ σύμφωνη καί συνεπῆ μέ τόν ἑαυτό της. Ὅπως δηλ. λαμβάνουν τήν χριστιανική ὀνομασία μόνο οἱ ἐπίλεκτοι ἀπό τούς ἐθνικούς, οἱ δέ ἄχρηστοι ἐκβάλλονται, ἔτσι καί στήν περίπτωση ἐκείνων τῶν ἀρχαίων καί τοῦ μετά ἀπό αὐτούς γένους τῶν Ἰουδαίων, προσλαμβάνονται μόνο ὅσοι ἔχουν ἐκλεγεῖ καί μετονομασθεῖ, ἐνῶ καί σ’ἐκείνους τό ἀχρεῖο πλῆθος ἐκβάλλεται. Ἔτσι, λοιπόν, καί σ’ἐμᾶς πάλι δέν ὑπολογίζονται στό γένος τοῦ Χριστοῦ ὅλοι ὅσοι ὀνομάζονται χριστιανοί, ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε μέ τούς Ἰσραηλῖτες, ἀλλά ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ καί τηροῦν τίς ἐντολές Του καί ἀναπληροῦν τίς παραλείψεις τους μέ τήν μετάνοια».
Καί καταλήγει τήν ὁμιλία του ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ρωτῶντας : «Ποιοί εἶναι, λοιπόν, οἱ υἱοί τῆς Βασιλείας, πού ἐκβάλλονται στό σκότος; Εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἔχουν μέν τήν ὁμολογία τῆς πίστεως, μέ τά ἔργα ὅμως ἀρνοῦνται τόν Θεό καί εἶναι βδελυκτοί ὡς ἀπειθεῖς καί ἀδόκιμοι γιά κάθε ἀγαθό ἔργο. Ποιοί εἶναι αὐτοί, πού ἀπολαμβάνουν μαζί μέ τόν Ἀβραάμ, τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ τό Δεῖπνο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν; Ὅσοι ἀκολουθοῦν μέ πίστη εἰλικρινῆ τόν νόμο καί τή διδασκαλία τοῦ Πνεύματος καί ἀποδεικνύουν τήν πίστη μέ τά ἔργα τους»[6].    
Μέ ἀφορμή τήν ἀναφορά μας στούς ἁγίους Προπάτορες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἄς μᾶς ἐπιτρέψει ἡ ἀγάπη σας νά ἀναφερθοῦμε σέ μία ἀπό τίς πολλές μομφές τῶν νεοειδωλολατρῶν κατά τῶν Χριστιανῶν.
Αὐτή ἡ κατηγορία, πού προσάπτουν οἱ νεοπαγανιστές στόν Ὀρθόδοξο Χριστιανισμό, εἶναι ὅτι «οἱ ρίζες τῆς Πίστεώς μας, καί συγκεκριμένα ἡ Παλαιά Διαθήκη, εἶναι δῆθεν ἁπλῶς Ἑβραϊκή Ἱστορία, καί συνεπώς ἑβραϊκή ὑπόθεση, πού δέν ἀφορᾶ ἐμᾶς τούς Ἕλληνες». Θεωροῦν ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι «ἑβραϊκή αἵρεση». Οὐσιαστικά ἀπορρίπτουν τήν Παλαιά Διαθήκη ὡς δῆθεν «ἑβραϊκή μυθολογία» καί ἐπιτίθενται ἐμπαθῶς κατά τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Κατ’ἀρχήν πρέπει νά δηλώσουμε τό προφανές, ὅτι δηλ. οἱ Χριστιανοί δέν εἴμαστε ρατσιστές καί γι’αὐτό οὔτε ἀντισημιτιστές. Ὁ Ἕβραϊκός λαός εἶναι ἀνθρωπίνως συμπαθῆς σ’ἐμᾶς, ὅπως ὅλοι οἱ λαοί τοῦ κόσμου, καί μάλιστα ἐπειδή μᾶς πρόσφερε τόσους Πατριάρχες, Δικαίους καί Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως καί τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς πρώτους Χριστιανούς στήν  ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης, μέ κορωνίδα βέβαια τήν Πανάχραντο Κυρία Θεοτόκο καί πάν’ἀπ’ὅλα τόν Θεάνθρωπο Κύριο καί Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό.
Ὡστόσο, οἱ Χριστιανοί εἴμαστε ἀντισιωνιστές, δηλ. εἴμαστε κάθετα ἀντίθετοι πρός τόν φρικώδη διεθνῆ Σιωνισμό[7], ὁ ὁποῖος μετήλλαξε τόν θεϊσμό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῶν Προφητῶν σέ αἴσχιστο Ἑωσφορισμό, μέ τήν διαμονική Καμπαλά καί τό χυδαῖο Ταλμούδ, τά ὁποῖα εἶναι ἔργα τῶν διαμονιώντων ραββίνων τοῦ ἐκπεσόντος Ἰουδαϊσμοῦ καί τῆς ἰδεοληψίας τους περί τῆς παγκοσμίου κυριαρχίας καί διακυβέρνησης, μέσω τοῦ ἀναμενομένου ἀκόμη ψευδομεσσία τους, δηλ. τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ἡ πίστη μας δέν εἶναι ‘ἰουδαϊκή’. Ἀπό πολύ νωρίς στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε σαφές καί ρητῶς ἐκφράστηκε ἡ ξεκάθαρη τοποθέτηση τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅτι ἡ πίστη στόν Χριστό εἶναι διαφορετική ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό, ἀφοῦ ὁ Κύριος μᾶς ἐξαγόρασε ἀπό τήν κατάρα τοῦ νόμου μέ τό Τίμιο Αἶμα Του. Εἶναι σαφεῖς οἱ ἀναφορές, πού γίνονται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων γιά τή ζωή τῶν νέων τότε Χριστιανῶν καί γιά τίς καταργήσεις παλαιῶν ἰουδαϊκῶν συνηθειῶν καί τυπικῶν.
Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ ἱερά βίβλος τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ἰδίως πρίν ἡ Ἐκκλησία ἀποφανθεῖ γιά τόν Κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ πρῶτοι πιστοί στόν Χριστό δέν διανοήθηκαν κἄν νά τήν θεωρήσουν ‘ἰουδαϊκή’ ἤ ἁπλῶς ὡς μιά συλλογή τῆς Ἑβραϊκῆς Ἱστορίας, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἀπό πολύ νωρίς τήν  ἔνιωθαν ὡς ‘Λόγον Θεοῦ’, τήν περιέβαλαν μέ πολύ σεβασμό καί κύρος καί τά ἀναγνώσματά της ἦταν καί εἶναι ἰδιαίτερα προσφιλῆ καί ἐνισχυτικά στόν πνευματικό ἀγώνα ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Ἡ Παλαιά Διαθήκη, μέρος οὖσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἶναι καί αὐτή θεόπνευστος.
Ἡ Παλαιά Διαθήκη μᾶς μιλᾶ γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, τούς Προπάτορες τοῦ Κυρίου, κατά τό ἀνθρώπινο,  πού ἑορτάζουμε σήμερα, φανερώνοντας ἔτσι τήν ἄρρηκτη συνέχειά της μέ τήν βίβλο τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος. Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ βάση γιά τήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ἡ προετοιμασία γιά τήν ἔλευση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Εἶναι παιδαγωγός εἰς Χριστόν. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἐνεργεῖ ὁ    ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ἀλλά ὡς ἄσαρκος Λόγος, ἐνῶ στήν Καινή Διαθήκη ἐνεργεῖ ὡς  ἔνσαρκος Λόγος.
Εἶναι, ἐπίσης, πασίδηλος ὁ παγκόσμιος χαρακτήρας καί ἡ προοπτική της γιά την σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό φαίνεται ἐμφανέστατα στούς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ Προφῆτες προετοίμαζαν μέ τίς διδασκαλίες καί τίς προφητεῖες τους ὅλα τά ἔθνη γιά τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ν’ ἀποκτήσουν γνώση καί εὐσέβεια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος γνωριζόταν παλαιά μόνο ἀπό τούς Ἑβραίους.
Ὁ ἅγιος Θεός, «ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς», δέν εἶναι προσωπολήπτης. Ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ὅλους τούς λαούς. Ἀπευθύνει τά σωτήρια κελεύσματά Του σέ ὅλους ἀδιακρίτως καί εὐλογεῖ τούς «ἀγαθούς τῆ καρδία». Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι γεμάτη μέ σχετικά νοήματα, πού ἀναφέρονται στόν οἰκουμενικό καί παγκόσμιο αὐτόν χαρακτήρα τῆς μελλούσης σωτηρίας ὅλων τῶν λαῶν τῆς γῆς,  μέσω τῆς εὐσεβείας πρός τόν μόνο ἀληθή Θεό.
Οἱ Ἑβραῖοι, πού καυχώνταν ὅτι τάχα μόνο αὐτούς (ὡς ἔθνος καί φυλή) ἀπό τά ὑπόλοιπα ἔθνη προτίμησε ὁ Θεός καί ὅτι δῆθεν μόνο αὐτούς ἀξίωσε τῶν θείων ἐπαγγελιῶν Του, καταισχύνονται τώρα ἀπό τίς ἀποδείξεις τοῦ ἐναντίου, ἀφοῦ μαρτυρεῖται (ἀπό τούς ἴδιους μάλιστα τούς Προφῆτες τους), πώς δέν τούς δόθηκε τίποτε περισσότερο ἤ ἀνώτερο ἀπ'ὅ,τι σ’ὅλα τ’ ἄλλα ἔθνη. Μάλιστα προβλέποντας τά μέλλοντα, μιλοῦν οἱ ἅγιοι Προφῆτες ἐν Πνεύματι Ἁγίω γιά τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀποστάτες Ἑβραίους, ὅπως ἐπίσης καί γιά την ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν Του σ’ ὅλο τόν κόσμο, σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, σ’ ὅλα τά ἔθνη, πού θά δεχθοῦν καί θά ἐγκολπωθοῦν τήν Ἀλήθειά Του.
Ὅσοι ἀποδεχόμαστε τήν Παλαιά Διαθήκη τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῶ (ὅπως κι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί) καθιστάμεθα πραγματικοί υἱοί τῶν Πατέρων καί Δικαίων καί τῶν Προφητῶν της καί γινόμαστε κληρονόμοι της καί οἱ ὑποθέσεις καί τά νοήματά της γίνονται κληρονομιά μας πρός Θεογνωσία καί σωτηρία.
Ἡ Πίστη μας δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ἡ εὐσέβειά μας δέν εἶναι ὑπόθεση τῶν Ἑβραίων (ἄλλωστε αὐτοί τήν καταφρόνησαν). Δέν εἶναι μόνο γι'αὐτό ἤ τό ἄλλο ἔθνος. Εἶναι πανανθρώπινη, ἀγκαλιάζει ὅλους τούς ἀνθρώπους, σώζει ὅλο τόν ἄνθρωπο καί κατέχει τήν πληρότητα καί ὁλότητα τῆς ἀληθείας.
Ἔτσι κι ἐμεῖς οἱ πρώην ἐθνικοί, εἰδωλολάτρες, Ἕλληνες δεχθήκαμε καί σεβόμαστε τήν Παλαιά Διαθήκη, διότι ἔχει ὡς σκοπό καί προοπτική της τήν πανανθρώπινη, τήν παγκόσμια σωτηρία. Μέ τήν ἀποδοχή, λοιπόν, τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (ἔχοντάς την ὡς στερεά βάση), δέν ἀπορρίψαμε τόν Ναζωραῖο ἤ Γαλιλαίο (ὅπως εἰρωνικά ἤ ὑποτιμητικά Τόν ἀποκαλοῦν οἱ νεοειδωλολάτρες) Ἰησοῦ, τόν Θεάνθρωπο Κύριο, ἀλλά Τόν πιστέψαμε, Τόν ἀναγνωρίσαμε ὡς Κύριο καί ἀγαθό Δημιουργό τοῦ σύμπαντος[8].  


[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τ. Β΄ (Νοέμβριος-Δεκλεμβριος), ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 2003, σσ. 310.
[2] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, ΕΠΕ11 376.
[3] Ματθ. 5, 17.
[4] Ματθ. 12, 50.
[5] Ρωμ. 2, 28-29.
[6] Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Ὁμιλίες τῶν Ἁγίων Πατέρων καί Μεγάλων Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας σἐ ὅλες τίς Κυριακές τοῦ ἔτους, ἔκδ. Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγιον Ὄρος, Θεσ/κη 2003, σσ. 403-409.
[7] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ποιμαντορική ἐγκύκλιος ἐπί τῆ Κυριακῆ τῆς Ὀρθοδοξίας 2013, ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ὁ Οἱκουμενισμός χωρίς μάσκα, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Ἀθήνα 1988, σσ. 43-45, 107-108, ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ   ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Διακήρυξις διά τήν Μασονίαν, http://www.impantokratoros.gr/67D9F5DF.el.aspx.
[8] ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ,  Νεο-εἰδωλολατρικές περιπλανήσεις καί ἡ ἀληθής ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2002, σσ. 42-54.