Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς



ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ
ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Ιδού ευαγγέλιο που αφορά στο νού και το σώμα του καθενός μας. Είναι το ευαγγέλιο της ευσπλαχνίας. Είναι η θαυμαστή παραβολή του Σωτήρος, στην οποία απεικονίζεται ολόκληρη η ζωή μας. Η δική μου, η δική σου, του καθενός ανθρωπίνου όντος επάνω στην γη. Όλους τους αφορά το σημερινό άγιο Ευαγγέλιο. Όλους.
Ο άνθρωπος! Αυτός ο θεϊκός πλούτος επάνω στην γη! Κύτταξε το σώμα του, το μάτι, το αυτί, την γλώσσα. Τι θαυμαστός πλούτος. Το μάτι! Υπάρχει τίποτε πιο τέλειο που να ημπορή ο άνθρωπος να επινοήση σ’ αυτόν τον κόσμο; Κι όμως, το μάτι αυτό το εδημιούργησε ο Κύριος, όπως και την ψυχή και το σώμα. Η ψυχή μάλιστα είναι ολόκληρη εξ ουρανού. Οποίος πλούτος! Το σώμα! Θαυμαστός θείος πλούτος που σου δόθηκε για την αιωνιότητα και όχι μόνο για την πρόσκαιρη αυτή γήινη ζωή. Και ψυχή δοσμένη για την αιωνιότητα.
Ακούσατε τι ευαγγελίζεται ο Άγιος Απόστολος Παύλος σήμερα. «Το δε σώμα τω Κυρίω» (Α΄ Κορ. 6, 13). Ο Κύριος έπλασε το ανθρώπινο σώμα για την αιώνια ζωή, για την αθανασία, για την καθαρότητα. Το έπλασε για την αιώνια αλήθεια, για την αιώνια δικαιοσύνη και για την αιώνια αγάπη: όπως το σώμα, έτσι και την ψυχή. Όλα αυτά είναι δώρα του Θεού, ανεκδιήγητα και μεγάλα και πλούσια, και –το πιο σπουδαίο– αθάνατα και αιώνια δώρα του Θεού.
Εμείς όμως οι άνθρωποι τι κάνομε μ’ όλα αυτά τα δώρα; Τι οικοδομούμε με αυτά; Παραδίδουμε το σώμα στις ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου, και την ψυχή στους ακαθάρτους λογισμούς, τις ακάθαρτες επιθυμίες, τις ακάθαρτες ηδονές. Δια των αμαρτιών και η ψυχή και το σώμα απομακρύνονται από τον Θεό, φεύγουν από το Θεό, φεύγουν «εις χώραν μακράν». Τίνος είναι αυτή η «μακρυνή χώρα;»
Ακούσατε που ο άσωτος υιός βόσκει χοίρους. Στην χώρα του διαβόλου. Στην χώρα, όπου ο διάβολος έχει εξουσία πάνω στον άνθρωπο δια των παθών, δια των αμαρτιών, και τον κρατάει σε φρικτή τρέλλα, στον παραλογισμό και την παραφροσύνη.
Λοιπόν, η αμαρτία; Κάθε αμαρτία είναι τρέλλα. Και ο άνθρωπος θα είναι πάντα μέσα σ’ αυτή την τρέλλα, μέχρις ότου συναντηθή με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Και θα συναντηθή με την μετάνοια.
Ακούσατε πως ο άσωτος υιός, αισθανόμενος τι σημαίνει ζωή μέσα στην αμαρτία, ζωή μέσα στις ηδονές και τα πάθη αυτού του κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι» σε ξένη και μακρυνή χώρα. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Σηκώθηκε και πήγε προς τον πατέρα. Και ο ουράνιος Πατήρ, ο Θεός και Ελεήμων Κύριος, «έτι αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν και εσπλαγχνίσθη και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν», ενώ συγχρόνως ο υιός με λυγμούς έλεγε: «πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιος σου». Αμάρτησα στον ουρανό και σ’ όλα τα αστέρια. Όλα τα εμόλυνα με το πύον των παθών μου, και με το σκοτάδι των παθών μου τα ημαύρωσα όλα. «Ήμαρτον ενώπιόν σου»! Φεύγοντας από σένα, σε ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σε ποιόν ήμουν; Τίνος χοίρους εγώ έβοσκα; Του διαβόλου! Εγώ διαβολοποίησα την ψυχή μου, την οποία εσύ μου έδωσες να γίνη αγία και αθάνατη. Εγώ εβρώμισα το σώμα, εθανάτωσα το σώμα, εξαθλίωσα το σώμα!
Όταν ο άσωτος υιός «ήλθεν εις εαυτόν» –αφού ήταν εκτός εαυτού, στην τρέλλα, στις ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου– δια της μετανοίας έτρεξε προς τον πατέρα. Και ο πατέρας τον αγκαλιάζει και τον φιλεί. Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο υιός την εξομολόγησί του, δεν είχε εκφράσει ακόμη την επιθυμία του να τον δεχθή ο πατέρας του σαν δούλο, και ο πατέρας λέγει στους υπηρέτες του: «Φέρετε την στολή την πρώτη και ενδύσατέ τον και δώστε δακτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια του και αφού φέρετε τον μόσχο τον σιτευτό, σφάξτε τον για να φάγωμεν και ευφρανθώμεν».
Για πιο λόγο ευφραίνεται ο ουρανός; Για ποιο λόγο ο Θεός ευφραίνεται στον ουρανό; Για ποιο λόγο ευφραίνονται οι άγγελοι; Σε ποιόν ο Κύριος λέγει να ευφρανθώμεν; Στους αγγέλους!
Ο άνθρωπος ο οποίος χάθηκε μέσα στις αμαρτίες, θυμήθηκε ότι ήταν αδελφός των αγγέλων και έσπευσε προς τον ουρανό. «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Αμάρτησα στους αγγέλους, στους αρχαγγέλους. Εγώ εδιαβολοποίησα τον εαυτό μου. Έρριξα τον εαυτό μου στην αγέλη των χοίρων, στην αγέλη των παθών. Και να, τώρα είμαι όλος ξεσχισμένος, όλος κουρελιασμένος. Και η ψυχή και το σώμα κουρελιασμένα. Όλα εξαθλιωμένα.
Λοιπόν, τι είναι μετάνοια; Ο Κύριος τρέχει να συναντήση τον μετανοήσαντα υιό. Τον αγκαλιάζει και τον ασπάζεται και όλος ο ουρανός συγκινείται. Όλοι οι άγγελοι ευφραίνονται. «Και ήρξαντο ευφραίνεσθαι» αναφέρεται στην θαυμαστή περικοπή του Σωτήρος. Για ποιο λόγο χαίρεσθε εσείς άγιοι άγγελοι, άγιοι αρχάγγελοι; Εσείς, οι οποίοι παντοτινά πενθήτε για τον γήινο αυτό κόσμο βλέποντας τα δικά σας πεσμένα αδέλφια, τους ανθρώπους, πως πνίγονται μέσα στις αμαρτίες και τις ηδονές και τα πάθη και τους διαφόρους θανάτους αυτού του κόσμου, γιατί ευφραίνεσθε; «Ευφραινόμαστε για την ανάστασι, την ζωοποίησι του νεκρού αδελφού μας ανθρώπου, ότι νεκρός ην και ανέζησε». Νεκρός ήταν ο άσωτος υιός, όταν ήταν μακράν του Θεού, της πηγής της Ζωής, μακρυά από τον ουρανό. Ιδού, ανάστασις εκ νεκρών φαίνεται [η επιστροφή του ασώτου] στα μάτια όλων των ουρανίων δυνάμεων. Όλες οι ουράνιες δυνάμεις γι’ αυτό χαίρονται, «ότι απολωλώς ην και ευρέθη». Πράγματι, όταν ο άνθρωπος είναι μέσα στις αμαρτίες και τα πάθη, χάνει τον εαυτό του, δηλαδή δεν έχει αυτογνωσία, είναι εκτός εαυτού.
«Εις εαυτόν δε ελθών», λέγει ο Σωτήρ. Ο άνθρωπος συνέρχεται, όταν σκεφθή τίνος είναι, δηλ. του Θεού. Το σώμα σου τίνος είναι; Του Θεού. Η ψυχή και αυτή του Θεού. Όλα δώρα, δώρα του Θεού. Εγώ, ποιος είμαι σαν άνθρωπος; Του Θεού, όλος του Θεού! Το σώμα μου είναι δοξασμένο από τον Θεό. Γι’ αυτό το εδημιούργησε ο Θεός, λέγει ο άγιος Απόστολος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα. Και το σώμα για τον Κύριο, και η ψυχή για τον Κύριο. Δοξάζομε τον Κύριο και με το σώμα και με την ψυχή. Του Θεού είναι και το ένα και το άλλο. Μη νομίζεις ότι είναι τίποτε δικό σου, όχι. Όλα είναι αιωνίως του Θεού. Και συ είσαι αιωνίως του Θεού. Αλλά τότε μόνο, όταν εσύ το συνειδητοποιής.
Λοιπόν η αμαρτία; Δεν επιτρέπει ο διάβολος στον άνθρωπο να συναισθανθή ότι είναι υιός του Θεού. Ο διάβολος εξουσιάζει με την καρδιά και δεν αφήνει στον άνθρωπο να σκεφθή τον Θεό, να θυμηθή, ότι είναι υιός του Θεού, ότι είναι πλούσιος, ανεκδιήγητα πλούσιος. Ότι αυτός είναι αδελφός των αγίων αγγέλων. Ο διάβολος όλα τα σκοτίζει, όλα τα απομακρύνει από τον άνθρωπο, τα διαστρεβλώνει, και του δίνει ψεύτικες ηδονές μέσω των αμαρτιών. Πράγματι έχει δίκαιο ο Απόστολος Παύλος όταν λέει στον Άγιο Επίσκοπο και μαθητή του, Απόστολο Τίτο: «ήμεν γαρ ποτέ και ημείς ανόητοι» (Τίτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τι λέει ο Απόστολος. Πότε Άγιε Απόστολε; Υποδουλωμένοι στις διάφορες επιθυμίες και στα διάφορα πάθη, τότε είμασταν τρελλοί και ανόητοι.
Δεν θέλει ο Κύριος δια της βίας να σε αναστήση εκ των θανάτων σου, να σε αρπάξη από την αμαρτία. Εσύ πρέπει πρώτος να το πης στον ίδιο: «Κύριε, αυτή η αμαρτία με βασανίζει. Δεν την θέλω, έχει όμως εξουσία επάνω μου. Ελευθέρωσε με!» Τότε γίνεται θαύμα. Πάντα. Ποτέ ο Κύριος δεν αφήνει χωρίς απάντησι την προσευχή, έστω και του μεγαλυτέρου αμαρτωλού. Δεν υπάρχει φρικτή αμαρτία για τον άνθρωπο, ο οποίος αγρυπνεί επάνω στη δική του συνείδηση, επάνω στη ζωή του. Ξέρει ο άνθρωπος, ότι μετά την προσέλευση του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο, ότι δεν υπάρχη αμαρτία, από την οποία ο Κύριος δεν μπορεί να μας ελευθερώση. Δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήση, δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να διώξη. Ο Κύριος δίνει την δύναμη. Μόνο κάνε την αρχή. Μόνο αναβόησε, όπως ο άσωτος υιός: «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου».
 Όταν αμαρτάνης, αμαρτάνης όχι μόνο στον Θεό, αλλά σ’ όλα τα ουράνια κτίσματα, σ’ όλα τα επίγεια κτίσματα. Αμαρτάνεις στα πουλιά, αμαρτάνης στα λουλούδια, τα δένδρα. Αμαρτάνεις σ’ όλα τα ζωντανά όντα. Η αμαρτία είναι πραγματικά φοβερή, άνευ της μετανοίας. Τόσο φοβερή, ώστε να σκοτώνη και να ρίχνη σ’ εκατό θανάτους. Να ρίχνη στην αγκαλιά του διαβόλου και στην αιώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς αμφιβολία. Γι’ αυτό ο Θεός ήλθε σ’ αυτόν τον κόσμο. Να εξολοθρεύση τον φοβερό δράκοντα, ο οποίος λέγεται αμαρτία. Ήλθε ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός και μας έδωσε όλα τα μέσα να εξολοθρεύσομε την αμαρτία, την κάθε αμαρτία. Εδημιούργησε την Εκκλησία Του επάνω στη γη και της έδωσε όλες τις ουράνιες δυνάμεις, για να νικάμε και εμείς οι άνθρωποι όλες τις αμαρτίες, όλους τους θανάτους μέσα μας και γύρω μας.
Ο Κύριος μας έδωσε τα θαυμαστά Άγια Μυστήρια. Το άγιο Βάπτισμα, τη Θεία Κοινωνία, τα οποία εξολοθρεύουν την αμαρτία. Μας έδωσε και τις θαυμάσιες αρετές, πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, πραότητα και όλες τις υπόλοιπες ευαγγελικές αρετές. Γι’ αυτό δεν υπάρχει απόγνωση στον Χριστιανό άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ας ξυπνήση ο Αγαθός Θεός όλους τους αθέους, όλους τους απίστους. Ας κτυπήση τον καθένα με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους. Με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους μέσα στη συνείδηση, μέσα στη ψυχή. Ας ξυπνήση ο καθένας και πορευθή στην ουράνια πατρίδα του, στην ουράνια τράπεζα ανάμεσα στους αγίους αδελφούς του, τους αγγέλους. Ας ζήση εκεί μαζί τους δια της αιωνίας Θείας Αληθείας, αιωνίας Θείας Διακαιοσύνης και όλων των αιωνίων ουρανίων χαρών.
Κύριε, Σ’ ευχαριστούμε για το Άγιο Ευαγγέλιο αυτό. Σ’ ευχαριστούμε για την αγαθή είδηση αυτή. Γιατί δημιούργησες τον άνθρωπο, να μπορή να νικήση κάθε αμαρτία και κάθε διάβολο. Σε Σένα δόξα και ευχαριστία, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 


ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com

Read more: http://www.egolpion.com/aswtou_popovits.el.aspx#ixzz3RAU4p376

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ (Κυριακή του Ασώτου)





ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ
 (Κυριακή του Ασώτου)
Alexander Schmemann


  Την τρίτη Κυριακή της προετοιμασίας μας για τη Μεγάλη Σαρακοστή διαβάζουμε την παραβολή του Ασώτου Υιού (Λουκ. 1 5, 11 ‐32). Η παραβολή τούτη μαζί με τους ύμνους της ημέρας αυτής μας παρουσιάζουν τη μετάνοια σαν επιστροφή του ανθρώπου από την εξορία. Ο άσωτος γιος, λέει το Ευαγγέλιο, πήγε σε μια μακρινή χώρα και κει σπατάλησε ότι είχε και δεν είχε. Μια μακρινή χώρα! Είναι ο μοναδικός ορισμός της ανθρώπινης κατάστασης που θα πρέπει να αποδεχτούμε και να τον οικειοποιηθούμε καθώς αρχίζουμε την προσέγγιση μας στο Θεό. Ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είχε αυτή την εμπειρία, έστω και για λίγο, που ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι είναι εξόριστος από το Θεό και από την αληθινή ζωή, αυτός ποτέ δε θα καταλάβει τι ακριβώς είναι ο Χριστιανισμός. Και αυτός που νιώθει «σαν στο σπίτι του» σʹ αυτόν τον κόσμο και στη ζωή του κόσμου τούτου, που έμεινε άτρωτος από τη νοσταλγία για μια άλλη πραγματικότητα, αυτός δε θα καταλάβει τι είναι μετάνοια.
Η μετάνοια συχνά ταυτίζεται με μια «ψυχρή και αντικειμενική» απαρίθμηση αμαρτιών και παραβάσεων, όπως μια πράξη «ομολογίας ενοχής» ύστερα από μια νόμιμη μήνυση. Η εξομολόγηση και η άφεση αμαρτιών θεωρούνται σαν να ήταν δικαστικής φύσεως. Αλλά παραβλέπεται κάτι πολύ ουσιαστικό χωρίς το οποίο ούτε η εξομολόγηση ούτε η άφεση έχει κάποιο πραγματικό νόημα ή κάποια δύναμη. Αυτό το «κάτι» είναι ακριβώς το αίσθημα της αποξένωσης από το Θεό, από τη μακαριότητα της κοινωνίας μαζί Του, από την αληθινή ζωή όπως τη δημιούργησε και μας την έδωσε Εκείνος. Αλήθεια, είναι πολύ εύκολο να εξομολογηθώ ότι δεν νήστεψα τις καθορισμένες για νηστεία μέρες, ή ότι παράλειψα την προσευχή μου ή ότι θύμωσα. Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να παραδεχτώ ξαφνικά ότι έχω αμαυρώσει και έχω χάσει την πνευματική μου ομορφιά, ότι είμαι πολύ μακριά από το πραγματικό μου σπίτι, την αληθινή ζωή και ότι κάτι πολύτιμο και αγνό και όμορφο έχει ανέλπιστα καταστραφεί στη δομή της ύπαρξής μου. Παρʹ όλα αυτά όμως, αυτό και μόνο αυτό, είναι μετάνοια και, επί πλέον, είναι μια βαθιά επιθυμία επιστροφής, επιθυμία να γυρίσω πίσω, να αποκτήσω ξανά τα χαμένο σπίτι.
Έλαβα από το Θεό θαυμαστά πλούτη: πρώτα απ’ όλα τη ζωή και τη δυνατότητα να τη χαίρομαι, να την ομορφαίνω με νόημα, αγάπη και γνώση: ύστερα — με το Βάπτισμα — έλαβα τη νέα ζωή από τον ίδιο το Χριστό, τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, την ειρήνη και τη χαρά της ουράνιας Βασιλείας. Έλαβα τη γνώση του Θεού και μέσα απ’ αυτή, τη δυνατότητα να γνωρίσω καθετί και τη δύναμη να είμαι «τέκνον Θεού». Και όλα αυτά τα έχασα, τα χάνω καθημερινά, όχι μόνο με τις «συγκεκριμένες αμαρτίες» και τις «παραβάσεις» αλλά με την αμαρτία όλων των αμαρτιών: την απομάκρυνση της αγάπης μου από το Θεό, προτιμώντας την «μακρινή χώρα» από το όμορφο σπίτι του Πατέρα.
Η Εκκλησία όμως είναι εδώ παρούσα για να μου θυμίζει τι έχω εγκαταλείψει, τι έχω χάσει. Και καθώς μου τα υπενθυμίζει με το Κοντάκιο της ημέρας αυτής, αναλογίζομαι ότι: «Της πατρώας δόξης σου, αποσκιρτήσας αφρόνως εν κακοίς εσκόρπισα, όν μοι παρέδωκας πλούτον όθεν σοι την του Ασώτου φωνήν κραυγάζω. Ήμαρτον ενώπιον σου Πάτερ οικτίρμον δέξαι με μετανοούντα και ποίησαν με, ως ένα των μισθίων σου».
 Και, καθώς αναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου την επιθυμία της επιστροφής και τη δύναμη να την πραγματοποιήσω: «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου, ποίησαν με ως ένα των μισθίων σου».
 Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ειδικά μια λειτουργική λεπτομέρεια της Κυριακής του Ασώτου. Στον Όρθρο, μετά τον γιορταστικό και χαρούμενο ψαλμό του Πολυελαίου, ψέλνουμε τον λυπηρό και νοσταλγικό 136ο ψαλμό:
Επί των ποταμών Βαβυλώνας εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών... πώς ασομαι την ωδήν Κυρίου επί γης αλλότριας; εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου˙ κολληθείη η γλώσσα μου τω λαρύγγί μου, εάν μη σου μνησθώ, εάν μη προανατάξωμαι τήν Ιερουσαλήμ ως εν αρχή της ευφροσύνης μου.
Είναι ο ψαλμός της εξορίας. Τον έψαλλαν οι Εβραίοι κατά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία τους καθώς σκέφτονταν την ιερή πόλη τους, την Ιερουσαλήμ. Από τότε ο ψαλμός αυτός έγινε ο ψαλμός του ανθρώπου που συνειδητοποιεί την αποξένωση του από το Θεό και συναισθανόμενος αυτή την εξορία γίνεται πάλι άνθρωπος. Γίνεται εκείνος που ποτέ πια δε θα νιώσει βαθιά ικανοποίηση με τίποτε στον «πεπτωκότα» αυτόν κόσμο, γιατί από τη φύση και από την κλήση του είναι ένας αναζητητής του Τέλειου. Ο ψαλμός αυτός θα ψαλεί δύο ακόμα φορές: τις δύο τελευταίες Κυριακές πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή∙ και την παρουσιάζει σαν ένα μακρινό ταξίδι, σαν μετάνοια, σαν επιστροφή.


ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Πορεία προς το Πάσχα
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΆΚΡΙΤΑΣ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ  www.egolpion.com

Read more: http://www.egolpion.com/A7FC8D7D.el.aspx#ixzz3RATQJdjG

Π. Θεόδωρος Ζήσης: ''Ο Θρησκευτικός Όρκος''


Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΤΟΝ ΟΡΚΟ



Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΤΟΝ ΟΡΚΟ
     π. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης


    Επειδή κάποιοι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας δεν έχουν επαρκή Θεολογική ενημέρωση ως προς το θέμα του Όρκου ενώπιον των Δημοσίων Αρχών παραθέτουμε το άρθρο, που δημοσιεύσαμε στο Ενορικαό μας Περιοδικό τον Νοέμβριο του 2009.

Η πρόσφατη ορκωμοσία της νέας Κυβερνήσεως έφερε πάλι στην επικαιρότητα το θέμα τού όρκου. Σε μια ενορχηστρωμένη από αντιχριστιανικούς κονδυλοφόρους προσπάθεια έγινε ευθεία επίθεση κατά τού ιερού έθους της ορκωμοσίας των μελών τού Ελληνικού Κοινοβουλίου και αναζωπυρώθηκε η συζήτηση ενός θέματος που η Ορθοδοξία έχει επιλύσει τελεσίδικα, με αποτέλεσμα ο πολύς κόσμος, που έχει χάσει την σχέση του με την Ορθόδοξη πνευματικότητα, να επηρεασθή, να συγκατανεύση και εν τέλει να επιζητήση την κατάργηση τού όρκου.

Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη περίπτωση μιάς μεγάλης εφημερίδος της Κυριακής 25 Οκτωβρίου, η οποία φιλοξένησε πολλά άρθρα κληρικών και λαικών με θέμα τον όρκο, στα οποία άρθρα όλοι, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες, κατέληξαν στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι πρέπει να καταργηθή ο όρκος!

Το παράδοξο είναι ότι στην λογικοφανή βαττολογία ενεπλάκησαν και εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα οποία εν γνώσει τους ή εν αγνοία τους (ο Θεός οίδεν) έγιναν “νεροκουβαλητές” της αντιχριστιανικής κουστωδίας!
Οι συζητήσεις περί τού όρκου χρονολογούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, πολλοί δε Πνευματικοί δεν δίστασαν κατά το παρελθόν να επιβάλλουν μεγάλα πνευματικά επιτίμια σε χριστιανούς για το λόγο και μόνο ότι παρεστάθησαν σε δικαστήρια, αδιακρίτως τού άν ορκίσθηκαν αληθώς, εκλαμβάνοντες και μόνη την παρουσία του χριστιανού στο δικαστήριο ως πνευματικά αξιόποινη πράξη, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν και οι Πνευματικοί με την αδιακρισία τους αυτή στο να πληθυνθή η ανομία στην πατρίδα μας και να γίνουν περισσότερο αδίστακτοι οι παντός είδους πονηρευόμενοι, αφού πλέον είχαν  την βεβαιότητα ότι οι χριστιανοί, εμποδιζόμενοι από τον όρκο, δεν θα διεκδικούσαν το δίκαιό τους στα δικαστήρια.

Το εντυπωσιακό είναι ότι την αθεολόγητη νοοτροπία τους υπέρ της καταργήσεως τού όρκου στηρίζουν  –όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι τού όρκου–  στην Αγία Γραφή, ενώ κάθε άλλο παρά αυτό η Αγία Γραφή υποστηρίζει. 

Συγκεκριμένα, στηρίζονται αποκλειστικά στα λόγια του Χριστού, που παρατίθενται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στους στίχους 33 έως 37 του πέμπτου κεφαλαίου: «Πάλιν ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως· μήτε εν τω ουρανώ, ότι θρόνος εστί του Θεού· μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιόν εστι των ποδών αυτού· μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μίαν τρίχα λευκήν ή μέλαιναν ποιήσαι. Έστω δε ο λόγος υμών ναί ναί, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρούεστιν». 

Αυτό το απόσπασμα των λόγων του Χριστού οπωσδήποτε εκφράζει με έμφαση ότι πρέπει να προσέχη διαρκώς οάνθρωπος τα λόγια του στις καθημερινές του συναλλαγές με τους συνανθρώπους του και να μη λησμονή ότι έχει ελλιπή πνευματική όραση, πράγμα που τον εμποδίζει να διακρίνη με απόλυτο τρόπο την αλήθεια από το ψεύδος. Δεν εξαντλεί, όμως, ο λόγος αυτός του Χριστού ολόκληρη την Αγία Γραφή ως προς το θέμα τού όρκου, διότι, το απόσπασμα αυτό, δεν είναι η μοναδική αναφορά της Αγίας Γραφής στο θέμα τού όρκου, ούτε περιέχει το απόσπασμα αυτό καθ’ εαυτό την ερμηνεία και τις προεκτάσεις  που θέλει ο Θεός να δώσει στο μέγα αυτό θέμα. Η ερμηνεία κάθε φράσεως της Αγίας Γραφής δίδεται με ολόκληρη την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και όχι αυτοτελώς από την ίδια τη φράση. Ιδιαιτέρως δε πιστοποιείται ο νούς της Αγίας Γραφής με τις Πράξεις, δηλαδή την πρακτική των Αγίων Αποστόλων και την ερμηνεία τού Αγίου Πνεύματος, όπως αυτή φθάνει σε μας μέσα από «τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου».

Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην εξαγωγή συμπερασμάτων, όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή, αλλιώς κινδυνεύουμε να απολυτοποιήσουμε μια φράση εις βάρος του νοήματος του Θείου Λόγου. Όπως, παραδείγματος χάριν, εάν απολυτοποιήσουμε την προτροπή του Χριστού «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Ματθ. 5,7) θα πρέπει να απενεργοποιήσουμε μέσα μας τη λειτουργία της «κρίσεως», η οποία, όμως είναι στοιχείο του«κατ’ εικόνα» που ελάβαμε από το Θεό. Άνθρωπος χωρίς «κρίση», είναι ένας άνθρωπος άνους που δεν μπορεί να ξεχωρίση τον λόγο του Θεού από τις συμβουλές του διαβόλου, που δεν μπορεί να διακρίνη το καλό από το κακό.

Το σωστό συμπέρασμα από την προτροπή αυτήν του Χριστού είναι ότι πρέπει να γνωρίζουμε πως είναι προτιμότερο να μη εκφέρουμε κρίση για τους ανθρώπους, τον χαρακτήρα και τις προθέσεις τους, γιατί η κρίση των περισσοτέρων ανθρώπων δεν έχει βάθος, δεν γίνεται με πνευματική όραση αλλά είναι επιφανειακή και εμπαθής. Αυτό το επιβεβαιώνει οίδιος ο Χριστός λέγοντας μέςω του Ευαγγελιστού Ιωάννου στο κεφάλαιο 7, στ.24 «μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Συγχρόνως, μας αποκαλύπτει ο Χριστός, με τον ίδιο Ευαγγελιστή, σε άλλο σημείο, και μια άλλη διάσταση του ρήματος «κρίνω», που σημαίνει «καταδικάζω»: «Εάν τις μου ακούση τωνρημάτων και μη πιστεύση, εγώ ου κρίνω αυτόν· ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον» (12,47).Καί πάλι σε άλλο σημείο: «Υμείς κατά την σάρκα κρίνετε·εγώ ου κρίνω ουδένα. Καί εάν κρίνω δε εγώ, η κρίσις ηεμή αληθής εστιν». (8,15-16)

Αυτά τα ίδια κριτήρια πρέπει να ισχύσουν και στην έρευνά μας για το θέμα τού όρκου, εάν θέλουμε να αντλήσουμε το πνεύμα τού αγίου Ευαγγελίου. Γιατί σαφώς το πνεύμα του Ευαγγελίου δεν είναι η κατάργηση των επιταγών της Παλαιάς Διαθήκης αλλά η κατάργηση των αυθαιρέτων δοξασιών, με τις οποίες οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν επιφορτίσει και ουσιαστικά είχαν αλλοιώσει το Θέλημα και την Ποιμαντική του Θεού. Ο Χριστός δεν κατήργησε καμμιά, ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ  από τις προσταγές της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί ο Λόγος του Θεού δεν μετατρέπεται, ούτε τελειοποιείται και πολύ περισσότερο δεν καταργείται. Εξ άλλου αυτό το εδήλωσε απερίφραστα ο Χριστός για να μη έχουμε επ’ αυτού την παραμικρή αμφιβολία: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τούςΠροφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι»! (Ματθ. 5,17).

Γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να συλλαβίσουμε την Αγία Γραφή με τη βοήθεια των Αγίων μας, γιατί μόνο συλλαβίζοντάς την μπορούμε να αποφύγουμε τα βιαστικά συμπεράσματα.

Κάνοντας έναρξη τού αγιοσυλλαβισμού μας, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε τα κίνητρα όλων εκείνων  που συνδυασμένα πολεμούν για την κατάργηση τού όρκου από τη δημόσια ζωή του τόπου μας. Τα κίνητρα είναι προφανή: Ο αποχριστιανισμός της πατρίδος μας και όχι, βεβαίως, η περιφρούρηση του κύρους της Αγίας Γραφής, ούτε το όψιμο ενδιαφέρον αποχριστιανισμένων ανθρώπων για την περιφρούρηση της πνευματικής ακεραιότητος των χριστιανών! Είναι πασιφανές ότι ζητούν την κατάργηση τού όρκου για να εξαλειφθή κάθε αναφορά στον Θεό και για να εμποδισθή κάθε ανάμειξη του Θεού στη ζωή των ανθρώπων.

Ωστόσο, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά και η μέθοδος που χρησιμοποιούν κάποιοι λόγιοι Κληρικοί –μεγαλόσχημοι και μικρόσχημοι– για να καταδικάσουν τον όρκο, χωρίς να τους απασχολή ότι, τελικά,συμπράττουν επί του πρακτέου με τους εχθρούς του Χριστού και της πνευματικής ζωής.

Δεν φαίνεται να τους απασχολούν τα αρνητικά Ποιμαντικά αποτελέσματα που θα προκύψουν από την τυχόν κατάργηση του Δημοσίου όρκου, γιατί έχουν στρέψει εξ ολοκλήρου την προσοχή τους στην αποστήθιση και κωδικοποίηση της Θεολογίας και όχι στην βιωματική εφαρμογή της, από την οποία αντλούμε την βεβαιότητα για την αλήθεια ή την πλάνη των πιστευμάτων μας. Αν κάναμε τον κόπο να εξετάσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα των τάχα θεολογικών επιλογών μας, θα είχαμε διαπιστώσει ότι μεγάλο μέρος της διαφθοράς των σημερινών ανθρώπων  οφείλεται στις τάχα βαθυστόχαστες και τάχα Πατερικές θεολογικές μας θεωρίες και απόψεις!

Αν κάναμε τον κόπο να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα της Ποιμαντικής μας θα είχαμε διαπιστώσει ότι, με την τακτική που ακολουθούμε, όχι μόνο αδυνατούμε να διδάξουμε ως Ποιμένες τους πολιτικούς αλλά και αγόμεθα και φερόμεθα από αυτούς και, ουσιαστικά, οι πολιτικοί είναι αυτοί που μας καθορίζουν την Ποιμαντική μας και, κατά συνέπεια, και την Ποιμαντική του λαού μας. Αυτή είναι και ηεξήγηση του γιατί πολλοί Ποιμένες δεν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει στην πράξη ηαντικατάσταση της εν Ονόματι του Θεού διαβεβαιώσεως των Δημοσίων Λειτουργών με την διαβεβαίωση του καθενός στη ... συνείδησή του(!), ενώόλοι γνωρίζουμε πως οι περισσότερες συνειδήσεις στις μέρες μας έχουν ταυτίσει απόλυτα το κακό με το καλό,αφούέχει γίνει πιά δημόσια αποδεκτό δόγμα ότι καλό είναι αυτό που εκφράζει και αρέσει στον καθένα!

Αυτή η υποτίμηση των ποιμαντικών αποτελεσμάτων λειτούργησε αρνητικά στους μέχρι σήμερα συνηγόρους της καταργήσεως τού όρκου και, παρ’ ότι είναι λόγιοι και συγγραφείς θεολογικών πραγματειών, αποφεύγουν συστηματικά, όταν διαπραγματεύονται το θέμα τούόρκου, να κάνουν διάκριση μεταξύ τού εφάμαρτου όρκου, που δίδεται σαν “ψωμοτύρι” στην καθημερινή συναλλαγή και συναναστροφή μεταξύ των ανθρώπων, και τού όρκου που δίδεται ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Έτσι, χρησιμοποιούν πληθύν Πατερικών εδαφίων, ιδίως τού Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που αναφέρονται αποκλειστικά στους εφάμαρτους όρκους, που ανταλλάσουν καθημερινά μεταξύ τους οι χριστιανοί, πράγμα το οποίο βεβαίως και πρέπει να καταδικάζουμε όλοι, διότι αποτελούσε και αποτελεί μάστιγα της πνευματικής ζωής και κατάρα για την ψυχή και τη συνείδηση τούανθρώπου. Τέτοιου είδους όρκοι δεν έχουν καμμιά θέση στη ζωή του χριστιανού, διότι δεν πρέπει να ενδιαφέρη τον αληθινό χριστιανό ποιός θα τον πιστέψη στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις ή συναλλαγές του, αφού οιανθρώπινες σχέσεις δεν δημιουργούνται με ορκωμοσίες, αληθινές ή ψεύτικες, αλλά με απόλυτη εμπιστοσύνη τούενός στην πνευματική και ηθική ακεραιότητα τού άλλου. Εξ άλλου, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπολογίζουμε το εάν και κατά πόσον οοποιοσδήποτε μας πιστεύει ή μας αμφισβητεί, γιατί ο χριστιανός πρέπει να υπολογίζη την επικοινωνία και τη σχέση μόνο με τους ανθρώπους εκείνους που αρκούνται στο «ναί ναί» και στο «ου ου».

Εάν, λοιπόν, εξακολουθήσουμε να συναγωνιζόμαστε στις παραθέσεις Πατερικών κειμένων, αντιπαραθέτοντες και κείμενα  που δεν απαγορεύουν τον όρκο αλλά τον ευνοούν, όπως λόγου χάριν διαβάζουμε στα Θεολογικά Έπη τού Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι «όρκος πίστωσις εμμέσω (=με τη μεσολάβηση) Θεώ· τούτου δε τήρησίς τις η ευορκία (= ο αληθής όρκος)» και ότι η Αγία Γραφή «ου τον όρκον καταλύει, ζητεί δε τ’ αληθή», τότε θα κάνουμε παράλληλες συζητήσεις χωρίς να αγγίξουμε την ουσία του θέματος που δεν είναι γενικά ο όρκος αλλά ο όρκος ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Άρα, για να συνεννοηθούμε μέσα στο πνεύμα της Αγίας Γραφής πρέπει να περιορισθούμε αυστηρά στον όρκο ενώπιων των Δημοσίων Αρχών και να μη αναμειγνύουμε στη συζήτησή μας τους καθημερινούς όρκους μεταξύ των ανθρώπων, που δίδονται “στο πόδι” ή “στην καρέκλα”, στην προσπάθεια για την μεταξύ τους επιβεβαίωση της αξιοπιστίας τους.

Ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών επέχει θέση ομολογίας πίστεως. Διακηρύσσει ενώπιον ανθρώπων –που έχουν ή δεν έχουν δεσμούς με τη χριστιανική πίστη– ότι οορκιζόμενος αυτοδεσμεύεται με με μεγαλύτερους περιορισμούς από αυτούς που απαιτεί η κρατική νομοθεσία, δεδομένου ότι με την ορκωμοσία αυτή μαρτυρεί ότι δεσμεύει τον εαυτό του –πέραν των δεσμεύσεων των νόμων του Κράτους– και με την πνευματική δέσμευση του Νόμου του Θεού.

Η ομολογία πίστεως είναι και τεκμήριο αξιοπιστίας για εκείνους που δεν γνωρίζουν προσωπικά τον ομολογούντα αλλά είναι και μία πνευματική ευκαιρία τούομολογούντος να συνειδητοποιήση ότι, ορατά μεν ομολογεί ενώπιον ανθρώπων, κατ’ ουσίαν όμως ομολογεί ενώπιον του Θεού, πράγμα το οποίο τον βοηθεί να ανοίξη το στόμα του μετά συνέσεως και να περιορισθή εις «μόνην την αλήθειαν». Εάν ο επισήμως διδόμενος όρκος δεν ήταν μυσταγωγία και πράξη ποιμαντικής, που βοηθάει πνευματικά τον άνθρωπο, δεν θα μας έδιδε πρώτος το παράδειγμα της ορκωμοσίας ο Ίδιος ο Θεός με το να ορκισθή στον ίδιο τον Εαυτό Του, αφού δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος για να ορκισθή: «Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε, ώμοσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται. Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».(Ψαλμ. 109(110),3). Αυτός ο όρκος–διαβεβαίωση του Θεού επιβεβαιώνεται και με τον Ψαλμό 130(131): «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν» (στ.11).

Ο Απόστολος Παύλος μας αναλύει τα λόγια αυτά στην προς Εβραίους επιστολή του: «Τω γαρ Αβραάμ επαγγειλάμενος ο Θεός, επεί κατ’ ουδενός είχε μείζονος ομόσαι, ώμοσε καθ’ εαυτού ... άνθρωποι μεν γαρ κατά του μείζονος ομνύουσι, και πάσης αυτοίς αντιλογίας πέρας εις βεβαίωσιν οόρκος εν ω περισσότερον βουλόμενος ο Θεός επιδείξαι τοις κληρονόμοις της επαγγελίας το αμετάθετον της βουλής αυτού, εμεσίτευσεν όρκω, ίνα διά δύο πραγμάτων αμεταθέτων, εν οις αδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ισχυράν παράκλησιν έχωμεν οι καταφυγόντες κρατήσαι της προκειμένης ελπίδος». (6,13-18)

Ομοίως και ο Απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στην ομολογία του Δαυίδ για τη σάρκωση του Θεού λέγει ότι «Προφήτης ουν υπάρχων και ειδώς ότι όρκω ώμοσεν αυτώο Θεός εκ καρπού της οσφύος Αυτού το κατά σάρκα αναστήσειν τον Χριστόν καθίσαι επί του θρόνου Αυτού». (Πράξεις 2,30)

Ο Άγιος Απόστολος Παύλος δεν αρκείται μόνο στο να αναφέρεται στον όρκο του Θεού αλλά κάνει και ο ίδιος πολλές φορές χρήση τού όρκου-ομολογία, διαβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους πιστούς μέσω των Επιστολών του: «μάρτυρα τον Θεόν επικαλούμαι επί την εμήν ψυχήν» (2Κορ.1,23),«μάρτυς γαρ μου εστιν ο Θεός, ω λατρεύωεν τω πνεύματί μου» (Ρωμ.1,9),"μάρτυς γαρ μου ο Θεός ότι επιποθώ υμάς" (Φιλιπ.1,8),«ούτε γαρ ποτε εν λόγω κολακείας εγεννήθημεν, καθώς οίδατε, ούτε εν προφάσει πλεονεξίας, Θεός μάρτυς»(2Θεσ.2,5)

Την παράδοση της ορκωμοσίας ενώπιον Θεού και ανθρώπων ως ομολογίας Πίστεως και κατά συνέπειαν και ως βεβαίωση αξιοπιστίας παρέλαβε η Εκκλησία μας και καθώρισε το Τυπικό της ορκωμοσίας των Αυτοκρατόρων της Ρωμαιοσύνης, παράδοση η οποία διατηρείται μέχρι τις ημέρες μας για την ορκωμοσία των Πολιτικών Αρχών.

Σαν επιβεβαίωση τούότι τα όσα έγραψα δεν αποτελούν  αυθαίρετες δικές μου κατασκευές, επικαλούμαι ως μάρτυρα τον μεγάλον άγιόν μας, τον άγιον Νεκτάριον, ο οποίος έζησε στην εποχή μας, εποχή που ίσχυε ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών. Γράφει στο βιβλίο του «Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις», ερμηνεύοντας την εντολή τού δωδεκαλόγου, «Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω...» με το φως της Καινής Διαθήκης, με το Φως των λόγων του Χριστού:

«Τι απαγορεύει η εντολή αύτη;
-Απαγορεύει να αναφέρωμεν το όνομα του Θεού εν παντί λόγω προς πίστωσιν της αληθείας του λόγου ημών, ως ανάξιον προς το θείον μεγαλείον. Αλλ’ όταν η επίκλησις του θείου Ονόματος γένηται προς δόξαν Θεού, προς αίνον και ευχαριστίαν, ουδεμία υπάρχει απαγόρευσις· διότι σκοπός της απαγορεύσεως ήτο η ευλάβεια προς το θείον όνομα.

Τίνες παραβαίνουσι την εντολήν ταύτην;
- α) Οι βλάσφημοι, β) οι ψεύδορκοι και επίορκοι και γ) οι ψευδοπροφήται.

Κατά την εντολήν ταύτην επιτρέπεται ο όρκος;
-Μάλιστα·ο αληθής όρκος ο λαμβανόμενος επί βεβαιώσει ζητουμένης αληθείας ενώπιον της Προισταμένης αρχής επιτρέπεται· διότι εν τοιαύτη περιπτώσει ου μόνον ουδεμία ανευλάβεια επιδεικνύεται εκ της λήψεως του θείου Ονόματος προς βεβαίωσιν και πίστωσιν της της αληθείας, αλλά μάλιστα ευλάβεια μεγίστη επιδεικνύεται υπό πάντων κατά την προφοράν του θείου Ονόματος, εγειρομένων και μετά θρησκευτικής ευλαβείας ακροωμένων του θείου Ονόματος. Όθεν επειδή ο διδόμενος όρκος φέρει χαρακτήρα θρησκευτικόν και επιδεικνύει ευλάβειαν και τιμήν προς το θείον Όνομα επιτρέπεται· δέον όμως να γίνηται πάντοτε μετά θρησκευτικής ευλαβείας, μετά καθαράς συνειδήσεως, εν φόβω Θεού, και μετά πάσης ειλικρινείας, διότι ουαί τοις λαμβάνουσι το Όνομα του Θεούεπί ματαίω χάριν ωφελείας και ιδιοτελείας, και κλοπής και αρπαγής, και των λοιπών πονηρών σκοπών.»

Πιστεύω ότι ο άγιος Νεκτάριος τα είπε όλα...

   
   ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:
Νοέμβριος 2009  Αριθμ. Τεύχους 89 
 



Π Α Ρ Α Ρ Τ Η Μ Α
Αλλ εάν οι την αλήθειαν επιζητούντες απιστούσι τοις υπ' αυτού λεγομένοις;
- Τούτο ουδ όλως επιτρέπει αυτώ την αθέτησιν της εντολής, ούτος, οφείλει να εμμένη εν τη διαβεβαιώσει της αληθείας δια του ναι, και ου.
Απαγορεύει ο Σωτήρ και τον υπό των αρχών και εξουσιών απαιτούμενον όρκον;
- Εκ των υπό του Σωτήρος ειρημένων δεν εξακριβούται το τοιούτον. Εκ του σκοπού όμως δι ον ερρήθησαν μάλλον καταφαίνεται, ότι ο Σωτήρ απηγόρευσε τον όρκον τον προς αλλήλους και ουχί τον όρκον τον διδόμενον ενώπιον των αρχών και εξουσιών τον υπό του νόμου απαιτούμενον προς πίστωσιν της αληθείας και διαβεβαίωσιν των αρχών. Διότι και αυτός ο Σωτήρ εξορκισθείς υπό του αρχιερέως να μαρτυρήση ει αυτός εστιν ο Χριστός, εδέχθη τον όρκον, και ωμολόγησεν ότι αυτός εστιν (Ματ. κς´ 63). Επίσης και ο Απόστολος Παύλος γράφων προς ωμαίους επικαλείται μάρτυρα τον Θεόν προς πίστωσιν των λόγων αυτού, ότι μνείαν ποιείται πάντοτε αυτών επί των προσευχών αυτού (Ρωμ. α´ 9). Ωσαύτως και προς τους Κορινθίους γράφων μάρτυρα τον Θεόν επικαλείται προς πίστωσιν των λόγων του ότι φείδεται αυτών (Β´ Κορινθ. α´ 23). Και ο άγγελος της Αποκαλύψεως ώμοσεν εν τω ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων, ος έκτισε τον Ουρανόν και τα εν αυτώ και την Γην και τα εν αυτή, και την θάλασσαν και τα εν αυτή. (Αποκάλ. Ι´ 6).
Πόθεν άλλοθεν δύναται να εξαχθή ότι ο Σωτήρ δεν απηγόρευσεν απολύτως τον όρκον;
- Εκ των εξής. α´) εκ της εντολής, ην λαμβάνει ουχί αμέσως εκ του δεκαλόγου, αλλ εκ του Λευϊτικού (ιθ´ 12). Εκεί δε απαγορεύεται το ομνύειν τω ονόματι του Θεού επ αδίκω, και βεβηλούν το όνομα αυτού, ένεκεν αθετήσεως του όρκου δοθέντος προς τον πλησίον (ιδέ Αριθ. λ´ 3 ιδέ και Δευτερονόμ. κγ´ 23) και περί παντός πράγματος. Τούτο ο Σωτήρ ονομάζει επιορκίαν. Εκ τούτου δηλούται, ότι πρόκειται περί της προς αλλήλους αμοιβαίας πίστεως και εμπιστοσύνης. β´) Εκ του ότι δεν φαίνεται ότι ο Σωτήρ απολύτως απηγόρευσε το λαμβάνειν το όνομα του Θεού εις βεβαίωσιν της αληθείας εν τω δέοντι χρόνω. Τουναντίον φαίνεται, ότι τούτο επέτρεψε δια του ιδίου παραδείγματος, όπερ ηκολούθησαν και οι μαθηταί αυτού. Εάν ο Σωτήρ προϋτίθετο να απαγορεύση απολύτως τον όρκον τον τε επί ματαίω λαμβανόμενον και τον επί δικαίω πάντως θα συνεπλήρου την εντολήν δι ετέρας σαφούς απαγορεύσεως, τοιαύτη δε σαφής απαγόρευσις δεν εγένετο υπό του Κυρίου. ητέον δε και τόδε, ότι ο Σωτήρ ενταύθα εξ ηθικών και ουχί δογματικών ορμάται αρχών. Ώστε ο όρκος επί δικαίω ενώπιον αρχών επιτρέπεται».
Περί Όρκου: Από το βιβλίο «Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις», του Αγίου Νεκταρίου Μητροπολίτου Πενταπόλεως, του θαυματουργού. Εκδόσεις Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη. Σελ. 127.
 
π. Θεόδωρος Ζήσης: ''Ο Θρησκευτικός Όρκος''



 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com


Read more: http://www.egolpion.com/BBFFA15F.el.aspx#ixzz3R8rJmXzd

Ο άγιος άσωτος και ο φιλόστοργος πατέρας - μ. Μωυσέως Αγιορείτου

 




Και ο Θεός θέλει "πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν..."

Άσωτος δεν είναι μόνο ο νέος που πορνεύει, αλλά εκείνος που την περιουσία που έλαβε από τον Θεό, τα τάλαντα και τα χαρίσματα, τα σπαταλά για την ευχαρίστησή του, την καλοπέρασή του, τη φιλαυτία και φιλοδοξία του.

 Όλοι μας δηλαδή κατά κάποιο τρόπο είμαστε μικροί ή μεγάλοι άσωτοι. 

Ξεφύγαμε από το αρχοντικό του πατέρα μας και κατοικούμε σε καλύβια και παράγκες, μετανάστες, πρόσφυγες, ξένοι, ανέστιοι, με πείνα και δίψα μεγάλη και γύμνια πνευματική.

Ο νεαρός άσωτος ζητούσε την ευτυχία και βρήκε τη δυστυχία. Νόμιζε πως ήταν τέλεια ελεύθερος κι έγινε δούλος των παθών του, αλυσοδεμένος αιχμάλωτος, ναυαγός στο πέλαγος των θλίψεων. Μέσα στην αθλιότητα βίωσε τη στέρηση της αληθινής αγάπης, της πατρικής ευσπλαχνίας. Όλο το δράμα και την τραγικότητα της πικρής μοναξιάς. [...]

Μέσα από το τέλμα, μέσα από τον βούρκο, μέσα από την τρομερή εκείνη εξουθένωση νοσταλγεί τη θαλπωρή του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Αναπολεί κυρίως τον στοργικό πατέρα. «Εις εαυτόν δε ελθών». Η ανάμνηση της αθωότητος τον επέστρεψε στον εαυτό του. Η αμαρτία τον έκανε να ζει ως εκτός εαυτού. Ξεμεθά, ξυπνά από τον λήθαργο, η μνήμη τον βοηθά...

Η χάρη του Θεού δεν εγκαταλείπει τελείως ποτέ τον άνθρωπο. 

Αποφασίζει να επιστρέψει εκεί που έφυγε. Αυτή η μεγάλη αγάπη του πατέρα τον συνόδευε πάντοτε. Δεν τον έκανε να τη λησμονήσει και ν' απογοητευθεί. Ήταν απόλυτα σίγουρος και βέβαιος για την αγάπη του πατέρα του. Αυτό τον έσωσε.

Τον έσωσε ακόμη η μη αργοπορία και η μη αναβολή. Η σωτήρια σκέψη έγινε αμέσως πράξη. Δεν είχε να ετοιμάσει αποσκευές. Επέστρεφε γυμνός, φτωχός, βρωμερός, μα μετανοημένος. Αυτό ήταν και το πιο σημαντικό. Η μετάνοιά του αποδεικνύεται από την άμεση αποφασιστικότητά του και τα λίγα λόγια που ετοίμασε να πει, δίχως αναλύσεις, περιγραφές και δικαιολογίες. Λόγια λιγοστά, ειλικρινή, ατόφυια, γνήσια κι εγκάρδια.

 Η καλή εξομολόγηση δεν θέλει φλυαρίες. Αρκεί το αληθινό ήμαρτον.

Αποφασίζει να επιστρέψει όχι ως γυιος αλλά σαν υπηρέτης. Κακή αναχώρηση και καλή επιστροφή. Η επιστροφή θέλει ταπείνωση. Η ταπείνωση δίνει μετάνοια. Ξέρει καλά πού επιστρέφει ο άσωτος. Δεν αμφιβάλλει διόλου για τη μακροθυμία και ευσπλαχνία του πατέρα του. Ελπίζει στην αγάπη του. Δεν λαθεύει. Πιστεύει ότι θα τον συγχωρήσει. Δεν αστοχεί. Παίρνει τον δρόμο της επιστροφής με σταθερό βήμα και δάκρυα μετανοίας. Τα δάκρυα τον δροσίζουν, τον καθαρίζουν, τον ωραιοποιούν.

Επιστρέφοντας αντικρίζει θέαμα απρόσμενο κι εξαίσιο. 

Από μακριά βλέπει τον πατέρα του στο κατώφλι της εξώθυρας να τον αναμένει. Πού ήξερε ο πατέρας ότι εκείνη την ώρα θα επιστρέψει και τον περίμενε; Μα από την ώρα που έφυγε τον ανέμενε. Τόση ήταν η αγάπη του.

Έτσι λέγουν οι άγιοι πατέρες· η ευαγγελική αυτή περικοπή μόνο αν σωζόταν από όλο το ευαγγέλιο, αρκούσε για τη σωτηρία του ανθρώπου.

 Η δε παραβολή δεν θα έπρεπε να λέγεται του άσωτου υιού αλλά του εύσπλαχνου πατέρα.

Ο γυιος συγκλονίσθηκε από την απρόσμενη υποδοχή. Γνώριζε ότι τον αγαπούσε ο πατέρας του αλλά δεν είχε καταλάβει ότι τον λάτρευε. Αγωνίζεται με τρεμάμενη φωνή, από τον συγκλονισμό της πλημμύρας της θείας αγάπης, να καταθέσει τα φτωχά λόγια που έχει ετοιμάσει: Πατέρα, αν μπορώ και μου επιτρέπεις να σε λέω πια πατέρα, ήμαρτον, συγχώρεσέ με, έκανα πράγματι μεγάλο λάθος, δεν μπορώ να είμαι πια παιδί σου, ας γίνω υπηρέτης σου. Αυτοκαταδικάζομαι, αυτοαποκληρώνομαι, είμαι ανάξιος, είμαι αισχρός, αγάπησα τα αμαρτωλά πάθη, αποστράφηκα τις αρετές, κατεφρόνησα τ' αγαθά...

Ο πατέρας άκουσε καλά τα λόγια της ειλικρινούς μετανοίας του παιδιού του κι ευφράνθηκε χαρά μεγάλη ο Μακρόθυμος, ο Πολυέλαιος, ο Πολυεύσπλαχνος, ο Φιλάνθρωπος και Φιλότεκνος και είπε στους υπηρέτες να τον πλύνουν, να τον καθαρίσουν, να τον στολίσουν και να γίνει πανηγύρι για την επιστροφή του, γιατί ήταν νεκρός και αναστήθηκε ο χαμένος στην πικρή περιπέτεια της ξενιτειάς. [...] «Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτωντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε. Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μόσχος ο σιτευτός. 

Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η Θεία Λειτουργία, η σύναξη και η ζωή της Εκκλησίας.» (αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης)

Για κάθε άσωτο υπάρχει μετάνοια και σωτηρία. Ο ουράνιος πατέρας πάντα αναμένει. Δεν κουράζεται να περιμένει. Δίνει πολλές ευκαιρίες γι' αυτή τη σωτήρια επιστροφή. Ο Θεός θέλει όλους τους ανθρώπους να τους σώσει και να έλθουν σ' επίγνωση. Δεν φθάνει όμως μόνο αυτό. Θέλει απαραίτητα και ο κάθε άνθρωπος να θέλει να σωθεί και να κάνει κάτι γι' αυτό και να το δείχνει με κάποιο τρόπο. Δεν υπάρχει καμιά αμαρτία που να μη συγχωρεί ο Θεός όσο μεγάλη κι αν είναι. Διαφορετικά θα φαινόταν πιο δυνατός ο δαίμονας και θα ματαιωνόταν το σχέδιο της σωτηρίας. Δεν θα σωθούν αυτοί που πεισματικά και αμετανόητα δεν θέλουν να σωθούν. Το αμάρτημα της αμετανοησίας αποτελεί και τη φοβερή βλασφημία του Αγίου Πνεύματος. Κανείς λοιπόν αμαρτωλός ποτέ να μην απελπισθεί.

Ο άσωτος μας παρακινεί σ' επιστροφή. Η πράξη του είναι η καλύτερη διδαχή προς μίμηση. Ο μετανοημένος άσωτος εισέρχεται καθαρός, φωτεινός, χαρούμενος στο πανηγυρικό τραπέζει του σπιτικού του. 

Ο πατέρας του για τη μετάνοιά του τον αποκατέστησε πλήρως. 

Έτσι μιλάμε για άγιο άσωτο. Γιατί; 

Γιατί είχε μεγάλη ταπείνωση και αληθινή μετάνοια και σώθηκε.

Κατά την επιστροφή του ασώτου απουσίαζε εργαζόμενος στα κτήματα, ο μεγαλύτερος αδελφός του. Επιστρέφοντας κι αυτός κατάκοπος απρόσμενα παρατηρεί αλλαγή και ρωτά ένα μικρό υπηρέτη τι ακριβώς συμβαίνει. Εκείνος με τη σειρά του εξιστορεί τα καθέκαστα. Το πιο φυσικό θα ήταν να χαρεί και να τρέξει να τον ασπασθεί και να συμφάγει και να συγχαρεί για την έκτακτη επιστροφή και τη μεγάλη αυτή ευλογία. Αντίθετα παρουσιάζει εικόνα θλιβερή. Οργίζεται ο δίκαιος, θυμώνει ο καλός, ζηλοφθονεί ο αδελφός, αυτός που θεωρούνταν ότι μισούσε τις ηδονές οδυνάται, νικιέται από το κακό. Η οργή του ήταν τόσο μεγάλη που δεν ήθελε να μπει στο σπίτι του.

Πληροφορείται ο πατέρας την κατάσταση του μεγαλύτερου γυιου του κι εξέρχεται, όπως εξήλθε για την προϋπάντηση του ασώτου, για την υποδοχή του δίκαιου και προσπαθεί με όλη του την αγάπη και κατανόηση να τον πείσει να εισέλθει στη χαρά του οίκου τους για την επιστροφή του απολωλότος προβάτου, του αδελφού του. Αδυνατεί να τον πείσει ο πατέρας. 

Το πάθος έχει κυριεύσει τον πρεσβύτερο αδελφό, δεν θέλει επ' ουδενί να εισέλθει και να συνευφρανθεί μετά των άλλων. Επιμένει στην αδικαιολόγητη άρνησή του πεισματικά. Καταντά ακατανόητος. Εκφράζει με πόνο την πίκρα του. Γίνεται απαιτητικός, φιλόνικος, αφιλάδελφος, ζηλιάρης, φθονερός, σκληρόκαρδος, θρασύς, ασεβής. Δεν κάμπτεται στα παρακάλια του πατέρα του. Αισθάνεται προδομένος, αδικημένος, προσβλημένος, θιγμένος. 

Η παραβολή κλείνει δίχως να μας πει ότι τελικά πείσθηκε ο πρεσβύτερος και εισήλθε στο σπίτι. Μάλλον δεν εισήλθε. Αν εισήρχετο θα λεγόταν οπωσδήποτε.

Τραγικό φαινόμενο. Το καλό, υπάκουο, φρόνιμο, ήσυχο, του σπιτιού παιδί παρουσιάζεται μισάδελφος, αμετάπιστος, ζηλόφθονος, υποκριτής και πείσμονας. Έκρυβε πάθος, έπαιζε κρυφτό, είχε μάσκα, είχε αυτάρκεια, είχε αυτοπεποίθηση, απαιτητικότητα. Δεν είχε ταπείνωση και δεν είχε αγάπη. Φοβερό, ήταν αμετανόητος.  

Ήταν πιο άσωτος από τον άσωτο. Αυτός είναι τελικά ο άσωτος. Παρουσιάζει στοιχεία της νοοτροπίας του Φαρισαίου της περασμένης παραβολής. Οι Φαρισαίοι εξοργίζονταν στη στάση του Χριστού απέναντι των αμαρτωλών. Ενοχλούνταν και δεν έκρυβαν καθόλου την αντίδρασή τους.

Ο πρεσβύτερος υιός, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ένα φοβερά τραγικό πρόσωπο. Προσέξτε παρακαλώ. Ζητά ανταμοιβή για την εργασία του. Καυχιέται για την ηθική του μεγαλοσύνη κι αισθάνεται ασύγκριτα καλύτερος του αδελφού του. Δεν έχει καμιά διάθεση να συμμετάσχει στη χαρά του πατέρα για την επιστροφή του χαμένου αδελφού. Η συμπεριφορά του πρεσβύτερου αδελφού είναι απαράδεκτη, απάνθρωπη, αποκαλύπτει το μεγάλο εσωτερικό του κενό, την ψυχική του ανισορροπία, την πνευματική του ανωριμότητα, τη σκληρότητα της καρδιάς του. Δεν επηρεάσθηκε διόλου από τη φιλοστοργία του πατέρα του. Δεν μαθήτευσε στην αγάπη του. Τα γεγονότα τον ξεσκέπασαν, τον ξεμασκάρεψαν, τον παρουσίασαν γυμνό από κάθε αρετή.

Συνηθίζεται οι ανήθικοι να μιλούν πολύ για ηθική και οι ευσεβοφανείς για ακριβή τήρηση της παραδόσεως. Οι δικαιούντες εαυτούς θέλουν ένα τιμωρό Θεό των αμαρτωλών και βραβευτή των κατακτήσεών τους. Ο Θεός βραβεύει τη μετάνοια κι αγαπά υπέρμετρα την ταπείνωση. Έχουμε δύο άσωτους υιούς τελικά. Ο πρώτος, ο νεότερος, μετανοεί κι επιστρέφει με δάκρυα στο σπίτι του. Ο δεύτερος, απρόσμενα, καταφαίνεται άσωτος δίχως ν' απομακρυνθεί από το σπίτι του. Ασωτεύει στην αυλή του, στον λογισμό του, κάνει σπήλαιο ληστών την καρδιά του. Μάλιστα ο δεύτερος δεν εισέρχεται καθόλου στο σπίτι του. Κρίμα. Αυτοαδικήθηκε, αυτοκαταδικάσθηκε, απομονώθηκε, πνίγηκε στους ζοφερούς λογισμούς του.

Πάνω από τους δύο γυιους υπάρχει ο φιλόστοργος πατέρας. Κατανυκτική και συγκινητική υπέρμετρα η όλη παρουσία του. Σέβεται την ελευθερία και των δύο. Δεν καταπιέζει κανένα. Δεν επιμένει. Δεν φωνάζει. Δεν απειλεί. Αναμένει ελπιδοφόρα. Τρέχει πρώτος ν' ασπασθεί τον μετανοημένο επιστρέφοντα. Άμετρη η χαρά του. Μεγάλη η λύπη του για το πείσμα του πρεσβύτερου υιού του. Ας μας μείνει ανεξίτηλη η εικόνα αυτή της πλήρους αγάπης του ουράνιου πατέρα μας. Θα μας είναι χρήσιμη στις πτώσεις μας. Ο αναμένων με ανοιχτές αγκάλες πάντα πατέρας θα μας παρακινεί για σημαντικές και σωτήριες αποφάσεις επιστροφής. Η απαράμιλλη αυτή εικόνα δίνει θάρρος και δύναμη σε πολλούς παρασυρμένους. 

Η παρουσίαση ενός αυστηρού, θυμωμένου, 
ταραγμένου κι εκδικητικού Θεού δεν είναι ορθόδοξη.

                                                                                       


Η μετάνοια δεν δίνει απλά άφεση αμαρτιών αλλά και κοινωνία με τον ζώντα Θεό, συμμετοχή στη χαρά της ουράνιας βασιλείας του από τη ζωή διά του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Η ποιότητα, το μέγεθος, η αξία και η γνησιότητα της φιλοθεΐας μας κρίνεται κι εξαρτάται από την ολοσχερή και θυσιαστική φιλανθρωπία και φιλαδελφία μας. Ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής είναι ένας σκέτος, στυγνός και ακέραιος Φαρισαίος. Απαιτεί από τον Θεό να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και να δικαιώνει τους ιδίους.

Ο άγιος άσωτος μοιάζει με τον όσιο τελώνη της περασμένης παραβολής. Μετανοημένοι, ταπεινοί, ήσυχοι, φρόνιμοι, ένδακρεις, αθόρυβοι, αληθινοί και οι δύο. Τους αγαπάμε γιατί τους μοιάζουμε. [...] Είναι γλυκά και ωραία τα δάκρυα της μετανοίας. Της ζηλοφθονίας είναι πικρά και άχαρα. [...] Δάκρυσε και ο Τελώνης και ο Άσωτος. Ο Φαρισαίος και ο Πρεσβύτερος υιός δεν δάκρυσαν καθόλου. Γιατί; Γιατί είχαν εγωισμό. Ο εγωισμός δεν αφήνει να δακρύσεις. [...] Το Άγιον Πνεύμα δίνει τ' αληθινά δάκρυα στον ταπεινά προσευχόμενο.

Ο πρεσβύτερος υιός είχε κάποια καλά πάνω του. Δεν είχε όμως αγάπη. Η βασική αυτή έλλειψη του 'κλεβε και το κέρδος των καλών του. Άνθρωπος του Θεού δίχως αγάπη δεν υπάρχει. Πίστη και καθαρός βίος δεν αρκούν δίχως την αγάπη. Η έλλειψη αγάπης έκανε τον μεγαλύτερο αδελφό να μη χαίρεται που βρέθηκε ένας χαμένος και αναστήθηκε ένας νεκρός και μάλιστα ο αδελφός του. Τα βάζει με τον ίδιο τον πατέρα του. Τον θεωρεί άδικο, σπάταλο, υπερβολικό, απλοχέρη και μονομερή. [...] Δεν υποπτεύεται ότι έχει ο ίδιος ανάγκη μετανοίας, ότι έχει ανάγκη αγάπης, γιατί αν ο Θεός του φερθεί αυστηρά θα πρέπει να καταποντιστεί.

Λησμονά ο δυστυχισμένος πρεσβύτερος υιός ότι ο πατέρας του είναι η όντως αγάπη, η αυτοαγάπη, η αυτοαγαθότητα. Και η δικαιοσύνη του είναι διαφορετική από των ανθρώπων. 

Δεν έχει καταλάβει καλά τόσα χρόνια τι πατέρα έχει. Συμβαίνει μερικές φορές, αδελφοί μου, να ζούμε χρόνια μέσα στην Εκκλησία και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι για το τι ακριβώς συμβαίνει. Να μένουμε σ' εξωτερικά σχήματα και τύπους κι ούτε καν να υποψιαζόμαστε το βάθος, την ουσία. Μπορεί κι εμείς να μην έχουμε ακόμη νιώσει βαθιά στην καρδιά μας ποιανού πατέρα παιδιά είμαστε και να μένουμε επιφυλακτικοί, μεμψίμοιροι, σχολαστικοί, απρόσεκτοι κι εντελώς τυπικοί.

Θα ήταν πολύ τολμηρό να ρωτήσω· εμείς με ποιο γυιο είμαστε; Με τον νεότερο ή με τον πρεσβύτερο; Ας ελέγξουμε μόνοι μας, ευθαρσώς και αυστηρώς τον εαυτό μας. Μη βιαστούμε να απαντήσουμε. Μη νομίζετε πως είναι εύκολη η απάντηση. Άλλοτε πάμε από τη μία πλευρά και άλλοτε από την άλλη. Κάποτε αντιπροσωπεύουμε ή εκπροσωπούμε τον ένα ή τον άλλο. Γι' αυτό χρειάζεται προσοχή και προσευχή.

 Να μας φωτίσει ο Θεός να διακρίνουμε την κατάστασή μας.

 Έχουμε ανάγκη φωτισμού για να δούμε ξεκάθαρα ποιοι ακριβώς είμαστε...

[...] Ο σύγχρονος άνθρωπος αν δεν ασωτεύει εξωτερικά, ασωτεύει εσωτερικά με το ν' αυτοδικαιώνεται και ν' αυτοθεώνεται, να πάσχει στον ατομισμό και την απομόνωση. Το τραγικό είναι να ζει κανείς εντός της Εκκλησίας και να είναι εκτός, όπως ο πρεσβύτερος υιός και να μη συμμετέχει του εξαίσιου συμποσίου της πίστεως.

Ο Θεός πατέρας υπομένει, ανέχεται, ελπίζει, αναμένει, δίνει ευκαιρίες πολλές και συχνές. Δεν μαλώνει τα παιδιά του, δεν τα ξεσυνερίζεται, δεν τα διώχνει, τους καλομιλά, τους κατανοεί, τους συμπεριφέρεται άψογα. Η στάση του μας συντρίβει. Η αγάπη του μας αναστατώνει αναστάσιμα. Μ' ένα τέτοιο πατέρα δεν δικαιολογούμαστε να καθυστερούμε μακριά κι έξω από το σπίτι. 

Καλούμεθα σ' επιστροφή άμεση στο σπίτι μας, στον εαυτό μας. 
 -----------------------------------------------------------------------------------
μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο όσιος τελώνης και ο άγιος άσωτος, εκδ. «Εν πλω», Αθήνα:2008, σ.44-68
                                                                                  
h-agaph-panta-elpizei.blogspot.gr

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν;

 



Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν;
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος
ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ ΟΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΥΜΩΝ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΥΜΙΝ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΣΤΙΝ;
Αποστολικό ανάγνωσμα
Κυριακής του Ασώτου
(Α' Κορ. ΣΤ' 12-20)
Το ότι ο λόγος τού Θεού είναι πάντοτε επίκαιρος, αυτό επιβεβαιώνεται καθημερινώς απ' αρχής έως και σήμερα και τούτο θα επαναλαμβάνεται δια παντός.
Το Απ. Ανάγνωσμα της Κυριακής τού Ασώτου περιγράφει τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι πιστοί τόσο εναργώς, που θα ενόμιζε κανείς ότι ο Απόστολος Παύλος ζει και διακονεί την Εκκλησία ανάμεσά μας.
Δύο βασικά είναι τα θέματα που στους λίγους αυτούς στίχους αναπτύσσει στους Κορινθίους και δι αυτών σε όλους τούς πιστούς μέσω τής αποκαλυπτικής διαχρονικότητος. Πρώτον το θέμα τού φαγητού και δεύτερον το θέμα των σαρκικών αμαρτημάτων. Του φοβερού και θανάσιμου αμαρτήματος της πορνείας.
Και για μεν το πρώτο θέμα, αυτό δηλαδή που έχει σχέση με τα “βρώματα” και κατά πόσο ο πιστός έχει εξουσία και μπορεί ελευθέρως να γεύεται ό,τι επιθυμεί, το πνεύμα το άγιον δια του Αποστόλου θα μας διαφωτίσει ότι “πάντα μοι έξεστιν αλλ' ου πάντα συμφέρει”. Όλα όσα δεν απαγορεύει ο νόμος τού Θεού μπορώ να τα έχω. Όλα είναι στην εξουσία μου, αλλά εγώ δεν θα γίνω δούλος σε τίποτε. Η “τετραγωνική” θεολογική λογική τού Αποστόλου είναι καταπληκτική. Γι' αυτό και συνεχίζει: “Τα φαγητά έχουν γίνει για την κοιλία και η κοιλία δια τα φαγητά. Όμως όλα αυτά ο Θεός θα τα καταργήσει στην μέλλουσα ζωή που αναμένουμε”. Επομένως μπορεί ο πιστός να γεύεται της τροφής (όταν επιτρέπεται), αρκεί να μη σκανδαλίζει και φυσικά να μην ξεχνά ποτέ πως “τρώει για να ζήσει και δεν ζει για να τρώει”.
Φυσικά ο ευλογημένος θεσμός τής νηστείας βοηθά τον άνθρωπο και στον τομέα αυτό. Στην ενίσχυση της βουλήσεως, συν ότι κατά τον ιατρικό κόσμο και τα επιστημονικά πορίσματα η νηστεία αποτελεί το ασφαλέστερο φρουρό, τόσο της ψυχικής, όσο και της σωματικής υγείας.
Αυτά για το πρώτο θέμα των τροφών και της σχετικής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος και δη ο πιστός στην λογική απόλαυση της υλικής διατροφής.
Υφίσταται όμως και ένα άλλο, άκρως επικίνδυνο ζήτημα το οποίο είχε διαταράξει την πνευματική ειρήνη στους κόλπους τής Εκκλησίας τής Κορίνθου και φαίνεται πως στις ημέρες μας έχει επανέλθει στην χειροτέρα του μορφή, αφού φαίνεται πως υπάρχουν κάποιοι, ακόμα και ποιμένες, που το θέμα των σαρκικών αμαρτημάτων – πορνείας κ.τ.λ. - το αντιμετωπίζουν ελαφρά τη καρδία. Ελαφρά τη καρδία στην καλυτέρα των περιπτώσεων για να μην ισχυριστούμε ότι οι “φιλελεύθεροι” και “νεορθόδοξοι” με μια μονοκονδυλιά τού διαβόλου προσπαθούν να διαγράψουν τις θεόπνευστες εντολές επ' αυτών των ζητημάτων που περιέχονται στην Αγία Γραφή και ανέκαθεν βιώνουν οι άγιοι και φυσικά οι απλοί πιστοί τής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Μελετώντας κανείς το ιερό αποστολικό κείμενο διαβλέπει με τι πνεύμα ποιμαντικής ευθύνης, θερμότητος και προστασίας έναντι της λαίλαπας των σαρκικών αμαρτημάτων γράφει ο Απόστολος των εθνών και Απόστολος της Ελλάδος. Ουδεμία δε αμφιβολία υφίσταται ότι η αποστολική φράσις “τίς ασθενεί, και ουκ ασθενώ, τις σκανδαλίζεται ουκ εγώ πυρούμαι”; (Β΄Κορ. ια΄29), συμπεριλαμβάνει και αυτού του είδους τα ολισθήματα που οδηγούν στα βάραθρα και τις απαράδεκτες και οπωσδήποτε καταδικαστέες συμπεριφορές.
Έ, λοιπόν “το σώμα μας δεν έχει δημιουργηθεί για την πορνεία, αλλά για τον Κύριο. Για ν' ανήκει σε Αυτόν και να κατοικεί εντός του ο Ίδιος. Δεν έχει σημασία το ότι το σώμα μετά τον θάνατο θα διαλυθεί, αφού κάποια στιγμή θα το αναστήσει ο Θεός, ο οποίος με τη δύναμή του ανέστησε τον Κύριο Ιησού Χριστό”. Και μετά από αυτά το αποκορύφωμα μέσω ενός ερωτήματος: “Ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστίν;”.
Και μόνο αυτό το καίριο ερώτημα που θέτει ο Αποστολικός κάλαμος, κονιορτοποιεί όλα τα φληναφήματα των ψευδοθεολόγων, των ξεπεσμένων “νεορθοδόξων” και “μεταπατερικών” και όσων “ποιμένων περί την πίστιν ηστόχησαν” (Α' Τιμ. στ' 21).
“Δεν γνωρίζετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη Χριστού; Να αποσπάσω λοιπόν τα μέλη τού Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης;”. “Μη γένοιτο”. Όχι, ποτέ ο πιστός δεν επιτρέπεται να παρασυρθεί στον πειρασμό αυτό και να δεθεί στο πάθος που μολύνει τον έμψυχο ναό τού Θεού.  
“Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός τού εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστί;”.
Ουδέποτε ο άνθρωπος που εδέχθη δια του βαπτίσματος και των άλλων μυστηρίων την υιοθεσίαν επιτρέπεται να αμαρτάνει με οποιαδήποτε βεβαίως αμαρτία, πολύ δε περισσότερο με αυτού του είδους τα αηδιαστικά και βδελυρά αμαρτήματα δια τα οποία “αισχρόν εστί και λέγειν”.
Και μετά από όλα αυτά που ουδεμία αμφισβήτηση επιδέχονται τίθεται αμείλικτο το ερώτημα: “Διατί η διοικούσα Εκκλησία αρνείται να αγγίξει και να αποκαθάρει την κατάρα τής λεγομένης “νεορθοδοξίας” τουτέστιν κακοδοξίας και δαιμονολογίας που τα τελευταία έτη ως καρκίνωμα πνευματικό κατατρώγει ό,τι πολυτιμότερο και αγιώτερο υπάρχει στον χώρο της νεότητος και όχι μόνον;”. Εννοούμε την ολοκληρωτική αγνότητα έως του γάμου, την πιστότητα έως θανάτου και την ευλογημένη συζυγία. Την συζυγία όπως την θέλει ο Θεός και όπως την κηρύσσουν οι θεοφόροι πατέρες. Τι είναι εκείνο, αλήθεια, που εμποδίζει το ορθοτομείν στα ζητήματα αυτά με αποτέλεσμα, συν τοις άλλοις, να έχουν λιγοστεύσει έως σημείου κρίσεως οι νέοι άνευ κολημμάτων ιερωσύνης;
Τι είναι αυτό το οποίο εμποδίζει τους ιθύνοντας να κηρύξουν επιτέλους ευθαρσώς στο ποίμνιο, που έχουν χρεωθεί στο πετραχήλι και στο ωμοφόριό τους αυτά που τόσο ξεκάθαρα τονίζει ο Απ. Παύλος;
Μήπως υπάρχουν ψυχολογικά πλέγματα και φόβος εναντίον τού μακράν του Θεού κόσμου; Ή μήπως ενοχές περίεργες φράσσουν τα στόματα και ρίχνουν σε μια δαιμονική “χειμερία νάρκη” τις καρδιές των “διαδόχων των Αποστόλων” όπως αρέσκονται να τονίζουν εαυτούς οι ποιμένες; Πολλά “μπορεί” δύναται κανείς να εξιχνιάσει και στον τομέα αυτό της συγχρόνου ποιμαντικής για την οποία νεώτερος όσιος με θλίψη πολλή ετόνιζε το “τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται” (Ματθ. ιε΄14).
Όπως και να 'χει, το πράγμα είναι σε πολύ χειρότερο κατάντημα απ' όσο μπορεί κανείς να φανταστεί, δοθέντος ότι και αυτές πλέον οι θεολογικές (γράφε σκοτολογικές) σχολές κατήντησαν περίγελως ακόμα και των μουσουλμάνων. Οι δε σοφές κεφαλές των καθηγητών των ψηφισάντων τις μουσουλμανικές σπουδές, τώρα πλέον εις ένδειξιν “συναδελφικής αλληλεγγύης” προς τους μουσουλμάνους καθηγητές, θα έχουν ένα ακόμα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ των “νεορθοδόξων”, την απόλαυση δηλ. του ιδιοτύπου μουσουλμανικού παραδείσου με όλα τα παρελκόμενα...
Αδελφοί μου, όσοι πιστοί, όσοι ανεπηρέαστοι από το πνεύμα τού κόσμου και της “νέας εποχής”, “Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου”!
Ας αγωνιστούμε ο καθένας με τις δυνάμεις του και τα χαρίσματά του και ας καταρτίζουμε τις υπάρξεις μας σε “ναούς τού Αγίου Πνεύματος”, “επιτελούντες αγιοσύνην εν φόβω Θεού” και ταυτοχρόνως ορθοτομούντες αποστολικώς και πατροπαραδότως προς πάσαν κατεύθυνσιν, πολεμώντας σθεναρώς και ακαταπαύστως τις πλάνες που παρεισφρέουν στην θεολογία μας και στην ορθοπραξία μας.
Αμήν.
 
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ Toῦ Ἀσώτου: Λουκ. ιε΄ 11-32


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
1. Τὸ φοβερὸ δράμα τῆς ἁμαρτίας
Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου ποὺ ἀναγινώσκεται σήμερα, μᾶς εἶναι πολὺ γνω­στή, διότι ὄχι μόνο τὴν ἀκοῦμε κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ἀλλὰ κυρίως διότι ἡ ἱστορία ποὺ περιγράφει ἀποτελεῖ τὴν προσωπικὴ ἱστορία τοῦ καθενός μας: τὸ δράμα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ μέρα τῆς πτώσεώς του.
Τί μᾶς λέει αὐτὴ ἡ Παραβολή;... Ζοῦ­σε κάποτε ἕνας πατέρας ποὺ εἶχε δύο ­γιούς. Μιὰ μέρα, ὁ νεότερος γιὸς ­ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιο τῆς πατρικῆς περιουσίας ποὺ νόμιζε ὅτι τοῦ ἀνήκει. Μόλις τὸ πῆρε, ­σηκώθηκε κι ἔ­­φυγε ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ νὰ ζήσει σὲ ἄλλη χώρα μακριά. Ἐκεῖ σπατάλησε ὅλη του τὴν περιουσία «ζῶν ἀσώτως», κάνοντας δηλαδὴ ζωὴ ἄσωτη καὶ ­ἀκόλαστη. Κι ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε φτάσει στὴν ἔσχατη φτώχεια, συνέβη τὸν ἴδιο καιρὸ νὰ πέσει πείνα σὲ ὅλη τὴ χώρα ἐκείνη. Ἡ κατάστασή του ἦταν οἰκτρή, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὸν λυπόταν γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει. Μόνο ἕνας δέχθηκε νὰ τὸν κρατήσει ὡς χοιροβοσκό, ἀλλὰ μὲ συνθῆκες ἐξευτελιστικές: δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρώει οὔτε κὰν ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα τῶν χοίρων.
Ποῦ κατάντησε ὁ ἐπαναστάτης νέος! Ἀπὸ τὸν πλοῦτο στὴ φτώχεια, ἀπὸ τὴ φτώχεια στὴν πείνα, ἀπὸ τὴν πείνα στὴ δουλεία... Ἔφυγε γιὰ νὰ ζήσει ἐλεύθερος καὶ κατάντησε δοῦλος. Ἄφησε τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγάπης τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, γιατὶ πίστευε ὅτι αὐτὴ τὸν ἔπνιγε· ὡστόσο στὴ μακρινὴ χώρα ποὺ κα­τέφυγε, πουθενὰ δὲν βρῆκε ἀληθινὴ ἀγάπη. Κανεὶς δὲν ἐνδιαφέρθηκε νὰ τὸν βοηθήσει, ὅταν τὸν εἶδαν νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ ἀργοπεθαίνει ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὶς στερήσεις. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ διέρρηξε τὴ σχέση καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν πατέρα του, ἔμεινε μόνος καὶ ἀβοήθητος.
Αὐτὴ εἶναι ἡ περιπέτεια κάθε ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ περιπλανιέται στὴ χώρα τῆς ἁμαρτίας. Κι ἐμεῖς κάθε φορὰ ποὺ ἁμαρτάνουμε οὐσιαστικὰ ἐπαναστατοῦμε ἔν­αντι τοῦ Θεοῦ, προδίδουμε τὴν ἀγάπη Του καὶ χωριζόμαστε ἀπ’ Αὐτόν. Κι ὅσο ἐμμένουμε στὴν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας, αὐτὴ μᾶς γίνεται συνήθεια καὶ κατόπιν πάθος, τὸ ὁποῖο μᾶς ὑποδουλώνει.
Τί φοβερὴ ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία! Σὲ ὁδηγεῖ στὴ στέρηση καὶ στὴν ἐξαθλίωση, στὴ φοβερὴ μοναξιὰ καὶ ἐγκατάλειψη· καί, τέλος, στὸν αἰώνιο θάνατο. Γι’ αὐτὸ κι εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ μετανοοῦμε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ κόβουμε τὰ δεσμὰ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν μας. Νὰ ποθοῦμε τὴν ἐπανασύνδεση μὲ τὸ πατρικὸ σπίτι. Τὴ ζωὴ κοντὰ στὸ Θεὸ Πατέρα μας.
2. Ὁ στοργικὸς πατέρας
Ἔτσι ἔκανε ὁ «νεώτερος υἱός», ὁ ὁ­­­ποῖ­­ος, μόλις συνειδητοποίησε τὴν ­ἄ­­­­θλια κατάστασή του, πῆρε τὴν ­ἀπόφαση τῆς ἐπιστροφῆς: Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ· «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπι­όν σου»· δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζομαι γιός σου. Τουλάχιστον κάνε με σὰν ἕναν ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς ὑπηρέτες σου.
Καὶ ἡ σωτήρια ἀπόφαση ἔγινε πράξη. Ὁ ἄσωτος πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ὅμως, ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη μακριά, ὁ πατέ­ρας του – ὁ ὁποῖος περίμενε τόσο καιρὸ αὐτὴ τὴν ὥρα!... – τὸν εἶδε κι ἔτρεξε νὰ τὸν προ­ϋπαντήσει. Τὸν ἔσφιξε στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν κα­ταφιλοῦσε μὲ στοργή...
Συγκλονισμένος ὁ γιὸς ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησή του: Πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζομαι γιός σου! Τὸν διέκοψε ὅμως ἡ φωνὴ τοῦ πατέρα, ποὺ ἔδωσε ἀμέσως ἐντολὴ στοὺς δούλους: Βγάλτε ἔξω τὴν πιὸ καλὴ φορεσιὰ ἀπ’ ὅσες ἔχουμε, αὐτὴν ποὺ φοροῦσε ὁ γιός μου πρὶν φύγει. Ντύστε τον καὶ δῶστε του δαχτυλίδι νὰ τὸ φοράει στὸ χέρι του, καὶ ὑποδήματα στὰ πόδια του, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι. Καὶ φέρτε καὶ ­σφάξτε «τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ μοσχάρια ποὺ τρέφουμε ξεχωριστὰ γιὰ κάποια ἐξαι­ρε­τικὴ περίσταση. Θὰ φᾶμε, θὰ χαροῦμε καὶ θὰ ­πανηγυρίσουμε, διότι «ὁ υἱός μου νε­­κρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀ­­πολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη»· μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγο ὁ γιός μου αὐτὸς ἦταν νεκρός, καὶ ἀναστήθηκε· ἦταν χαμένος, καὶ βρέθηκε. Κι ἔτσι ἄρχισε τὸ πανηγύρι.
Τὴν ἴδια ὥρα γύρισε κι ὁ μεγαλύτερος γιὸς ὁ ὁποῖος ἔλειπε στὰ χωράφια. Αὐτός, ὅταν ἔμαθε τὰ νέα γιὰ τὸν μικρότερο ἀδελφό του καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸν ὑποδέχθηκε ὁ πατέρας, θύμωσε πολὺ καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ στὸ σπίτι. Ἀλλὰ ὁ πατέρας δὲν ἔμεινε ἀδιάφορος. Βγῆκε ἔξω κι ἄρχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ νὰ μὴ μείνει ἀμέτοχος στὴ χαρὰ τῆς ἐπιστρο­φῆς τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ του.
Εἶναι πράγματι ἀξιοθαύμαστη ἡ σοφὴ καὶ διακριτικὴ παρουσία τοῦ στοργικοῦ πατέρα τῆς Παραβολῆς. Ὁ ­τρόπος ποὺ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ παιδαγωγεῖ τοὺς γιούς του εἶναι ὁ ἴ­­διος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς Πατέρας στὴ ζωή μας: ἀ­­­πέραντη ἀγάπη καὶ σεβασμὸς στὴν ἐλευθερία μας. Ὁ πανάγαθος Θεὸς ἀφήνει νὰ μᾶς διδάξει ἡ πείρα ὅ,τι δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε μόνοι μας. Ἀκόμη κι ἂν φεύγουμε ἀπὸ κοντά Του, Ἐκεῖνος δὲν παύει νὰ μᾶς περιμένει. Ἡ ἀγκαλιά Του εἶναι πάντοτε ἕτοιμη νὰ ὑποδεχθεῖ τὴν ἐπιστροφὴ κάθε ἁμαρτωλοῦ. Τὴ μετάνοια ὅλων τῶν ἀνθρώπων: καὶ αὐτῶν ποὺ λιμοκτονοῦν στὶς χῶρες τῆς ἁμαρτίας, καὶ αὐτῶν ποὺ βασανίζον­ται ἀπὸ τὴν ἐγωιστική τους αὐτάρκεια μέσα στὸ ἴδιο τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ. Πόση ἐλπίδα μᾶς δίνει αὐτὴ ἡ αἴσθηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατέρα!
Ἂς γυρίσουμε λοιπὸν κοντά Του. Εἴ­μαστε παιδιά Του καὶ ἔχει φυλάξει γιὰ τὸν καθένα μας τὰ δῶρα τῆς υἱοθεσίας. Γιὰ ὅλους ἔχει σφαγεῖ «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός», ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ ἐπιστροφή μας καὶ ἡ ἐπιστροφὴ κάθε ἀδελφοῦ μας στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα εἶναι ἀφορμὴ γιὰ ἕνα ξεχωριστὸ πανηγύρι καὶ ἐδῶ στὴ γῆ ἀλλὰ καὶ στὸν οὐρανό· ἕνα πανηγύρι ποὺ σὰν αὐτὸ μακάρι ὅλοι ν’ ἀξιωθοῦμε νὰ ζήσουμε στὴν ἐπουράνια Βασιλεία Του.
http://www.osotir.org/…/20…/item/34154-i-paravoli-tou-asotou
 

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

"Τις ημάς χωρίσει από της Αγάπης του Χριστού; Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής Τελώνου και Φαρισαίου

 



“ΤΙΣ  ΗΜΑΣ  ΧΩΡΙΣΕΙ  ΑΠΟ  ΤΗΣ  ΑΓΑΠΗΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ;”
Αποστολικό ανάγνωσμα
Κυριακής Τελώνου και Φαρισαίου
(Ρωμ. η' 28-39)
Έρχονται κάποιες στιγμές στη ζωή τού πιστού που φαίνεται να θλίβεται υπερβολικά, να στενοχωρείται και να δοκιμάζεται η πίστις του. Οι αιτίες τής καταστάσεως αυτής είναι τόσο εσωτερικές, όσο και εξωτερικές. Ο δε εχθρός τού Θεού και του ανθρώπου ο “αντίδικος ημών διάβολος” προσπαθεί να εκμεταλλευθεί αυτές τις περιστάσεις ώστε να χτυπήσει και να κλονίσει την πίστη τού Χριστού στις καρδιές των πιστών.
Γι' αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, ο Απόστολος των εθνών θα γράψει ότι δεν πρέπει να τα χάνουμε και να υποχωρούμε στον αγώνα μας, αφού το Άγιον Πνεύμα είναι βοηθός στις αδυναμίες των τέκνων τού Θεού. Άλλωστε, δια της αποδοχής τής Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, γίναμε κλητοί. Και θα μας τονίσει : “οίδαμε δε ότι τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, τοις κατά πρόθεσιν κλητοίς ούσιν” (Ρωμ. Η' 28). Δηλ. σε κείνους που αγαπούν τον Θεό, τα πάντα συνεργούν για το καλό τους. Αλλά για να συμβαίνει αυτό, προαπαιτείται η αγνή προαίρεσις και το ναι τού ανθρώπου στην κλήση τού Θεού.
Ο Θεός προγνωρίζει την αποδοχή ή την απόρριψη της κλήσεως εκ μέρους τού ανθρώπου και αφού προηγηθεί η αποδοχή στην συνέχεια η χάρις καταρτίζει τον πιστό ώστε να γίνει “σύμμορφος της εικόνος τού Υιού Αυτού”. Επομένως δεν είναι ο Θεός ο αίτιος του αρνητικού, αλλά ο άνθρωπος δια της ελευθέρας του επιλογής, εάν τελικώς επιλέξει το αντίθετο του θείου θελήματος.
Αυτοί λοιπόν που απέδειξαν εαυτούς “κλητούς”, ο Θεός τούς κατέστησε δικαίους και κληρονόμους τής αιωνίου δόξης. Και κατόπιν αυτής τής καταπληκτικής θεολογίας που αναπτύσσει θεοπνεύστως στο Ιερό κείμενο, ο μεγάλος Απόστολος ερωτά: “ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ' ημών;”. Εάν δηλ. ο Θεός είναι μαζί μας, ποιός θα είναι εναντίον μας; Και μέσα σε λίγες λέξεις, συμπυκνώνει το κεφάλαιο της Σωτηριολογίας, θέτοντας μια σειρά καιρίων ερωτημάτων. “Αυτός που δεν λυπήθηκε τον Μονογενή Υιό Του, αλλά για χάρη μας τον παρέδωσε στον θάνατο, πώς δεν θα μας χαρίσει μαζί μ' Αυτόν όλες τις χάριτες που απαιτεί η σωτηρία μας;”. Και συνεχίζει: “Αφού μας χάρισε Αυτόν, δεν θα μας χαρίσει και τα άλλα που χρειάζονται για να σωθούμε;”. “Τις εγκαλέσει κατά εκλεκτών Θεού; Θεός ο δικαιών· τις ο κατακρίνων; Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς...”. Ποιός θα βρεθεί κατήγορος εναντίον όσων ο Θεός εξέλεξε; Ουδείς! Διότι ο ίδιος ο Θεός συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Ποιός θα μας κατακρίνει; Κανείς. Διότι ο Χριστός απέθανε για εμάς, αλλά ανεστήθη και τώρα κάθεται στον θρόνο δεξιά τού Ουρανίου Πατρός και τώρα ως αιώνιος αρχιερεύς μεσιτεύει για εμάς. Αλλά είπαμε, όλα αυτά μένουν ανενέργητα, μάλλον καταδικάζουν τον άνθρωπο όταν αυτός αρνείται την κλήση που του παρέχει η αγάπη τού Θεού. Και σε ουδεμία των περιπτώσεων αυτή η δικαίωση του Θεού δεν χαρακτηρίζεται από νομικιστικές διατάξεις και από ένα δικαστικό πνεύμα όπως απαραδέκτως κηρύσσει η πλανεμένη δυτική “θεολογία” που ακυρώνει την αγάπη τού Θεού προς τον άνθρωπο. Στο χέρι τού ανθρώπου είναι να δείξει την προθυμία που εκ μέρους του απαιτείται για να βιώσει αυτή την αγάπη δια πίστεως μέσω των θείων μυστηρίων, της ιεράς προσευχής και γενικώς της ορθοδόξου και μόνο πνευματικότητος.
Η ζωή και το βίωμα όλων των Αγίων τής Εκκλησίας μας, αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα διακηρύσσουν. Την πραγματικότητα της θεϊκής αγάπης, και επάνω στο θέμα αυτό ο άγιος Απόστολος θέτει ένα νέο συγκλονιστικό ερώτημα που στη συνέχεια αναπτύσσει με ακατάβλητο ενθουσιασμό και πάλλουσα συγκίνηση. “Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης τού Χριστού;” Ποιός λοιπόν μπορεί να μας χωρίσει από αυτή τη μεγάλη αγάπη που έδειξε σε μας ο Χριστός; “Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;”.
Και τούτο το τονίζει διότι οι χριστιανοί, όπως βλέπουμε και σήμερα σε πολλά σημεία τού κόσμου, δέχονται την απειλή τού θανάτου, επαληθεύοντας τον ψαλμωδό: “ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής”. Ναι, αποτελεί τούτο αλήθεια αναντίρητη, αφού οι εχθροί τής πίστεως, (εξωτερικοί και εσωτερικοί) μας θεωρούν ως πρόβατα για σφαγή. Όσοι μάλιστα προσπαθούν να αλλοιώνουν υπούλως και σατανικώς το δόγμα και το ήθος τής Εκκλησίας, λυσσούν στην κυριολεξία εναντίον όσων δια του λόγου, της γραφίδος και της ζωής τους στέκονται εμπόδιο  και ανάχωμα πίστεως στα άνομα σχέδια των “καϊαφικών συνεδρίων”.
Όμως οι γνήσιοι πιστοί όλα αυτά τα υπερνικούν με την βοήθεια και την χάρη τού Χριστού ο οποίος μας αγαπά και ουδέποτε αφήνει τους εκλεκτούς του απροστάτευτους.  
Αυτός είναι και ο λόγος που στη συνέχεια γεμάτος πεποίθηση ο θεοκίνητος Απόστολος κλείνει τα όσα γράφει για το μέγεθος της αγάπης τού Χριστού: “Είμαι πεπεισμένος ότι ούτε η απειλή τού θανάτου, ούτε τα θέλγητρα της ζωής, ούτε τα τάγματα των αγγέλων, ούτε οι περιστάσεις τής παρούσης ζωής, ούτε τα μέλλοντα γεγονότα, ούτε οι επιτυχίες που υψώνουν τον άνθρωπο, ούτε οι ταπεινώσεις που τον βυθίζουν στην αποτυχία, ούτε οποιαδήποτε άλλη κτήση, διαφορετική από αυτή που βλέπουμε είναι δυνατόν να μας χωρίσει από την αγάπη που μας έδειξε ο Θεός με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Αλήθεια, όταν ο πιστός μελετά τα ιερά αυτά κείμενα και όταν ακούει από το κήρυγμα της Eκκλησίας μας τούτη την πραγματικότητα περί της αγάπης τού Κυρίου και Θεού μας, είναι δυνατόν να παραδίδεται στη θλίψη και την απογοήτευση όταν ξεσπούν τα κύματα των πειρασμών; Ουδέποτε. Αρκεί η καρδιά μας να φλέγεται από αυτή την μοναδική αγάπη. Την αγάπη που καίει οτιδήποτε κακό και πυρπολείται για την κατάκτηση των εν Χριστώ αρετών, τουτέστιν αυτής τής αγιότητος.
Δεν έχουμε λοιπόν παρά να κάνουμε αίτημα θερμοτάτης προσευχής, το να αποκτήσουμε και να ανταποκριθούμε στην αγάπη αυτή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.  
“Κύριε πρόσθες ημίν πίστιν και κατάρτιζέ μας έως την τελευταία πνοή προς την ιδικήν σου αγάπην”.
Αμήν.
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος
Mail: 
ioil.konitsa@gmail.com
Κόνιτσα.