Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Περίληψη Καινής Διαθήκης



ΠΕΡΙΛΗΨΗ – ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Όλα όσα γνωρίζουμε για την επίγεια ζωή του Ιησού Χριστού, θα τα βρούμε μέσα στα τέσσερα Ευαγγελία.

Η ζωή ενός περιοδεύοντος κήρυκα, σε μία γωνία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δεν ήταν και το καλύτερο θέμα για να ασχοληθούν οι Ρωμαίοι ιστορικοί.

Ο Τάκιτος αναφέρεται με πολύ συντομία στον Ιησού Χριστό και όχι τόσο επεξηγηματικά, κάνοντας αναφορά  στον θάνατο κάποιων Χριστιανών από τον Νέρωνα.

Οι Ιουδαίοι ιστορικοί δεν μας δίνουν και πολλά περισσότερα στοιχεία. Ο Ιώσηπος, ο οποίος ήταν αυτός που έγραψε την ιστορία των Ιουδαίων στο τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ., μάς αναφέρει κάποιον θαυματοποιό Μεσσία, που θανατώθηκε από τον Πιλάτο και αργότερα εμφανίστηκε ξανά στους μαθητές Του.

Μέσα στα γραπτά των Ραββίνων διατηρήθηκαν παραδόσεις που ανέφεραν για κάποιον, ο οποίος εξαπατούσε τον λαό με «μαγεία» και διέδιδε ότι δεν είχε έρθει για να καταργήσει τον νόμο αλλά για να συμπληρώσει κάτι. Τον κρέμασαν την παραμονή του Πάσχα, με την κατηγορία της αίρεσης και της παραπλάνησης του λαού. Ακόμα ανέφεραν ότι είχε 5 μαθητές, οι οποίοι «γιάτρευαν» τους αρρώστους. 

Από τις παραδόσεις αυτές παίρνουμε μία μικρή ιδέα για το πώς έβλεπαν οι άλλοι άνθρωποι τον Ιησού Χριστό και βλέπουμε ότι συμφωνούσαν με την άποψη του Ιουδαϊκού Συνεδρίου, που τον καταδίκασε σε θάνατο.

Μία πηγή η οποία αναθέρμανε το ενδιαφέρον για περισσότερες πληροφορίες, όσον αφορά τον Ιησού Χριστό, ήταν το «Ευαγγέλιο του Θωμά», το οποίο ανακαλύφθηκε στο Ναγκ – Χαμαντί στην Αίγυπτο. Το έργο αυτό περιέχει πληροφορίες για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Οι κύλινδροι της Νεκράς Θάλασσας  κάνουν λόγο για μία αίρεση, που έζησε πριν και κατά την διάρκεια της ζωής του Ιησού Χριστού.

Αυτό σημαίνει ότι η γνώση μας για το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την Καινή διαθήκη, όπου και εκεί τα όρια στενεύουν στα τέσσερα Ευαγγέλια. Ακόμα και οι Επιστολές του Παύλου μάς αναφέρουν λίγα για την καθεαυτή ζωή του Ιησού Χριστού.

Επομένως, οι κυρίως πηγές μας είναι τα Ευαγγέλια, τα οποία γράφτηκαν 30 χρόνια μ.Χ. Το υλικό τους διασώθηκε και μεταδόθηκε με προφορικές και γραπτές αναφορές.

Το περιεχόμενο των Ευαγγελίων διδάχτηκε αρχικά στην Αραμαϊκή,  μία γλώσσα την οποία μιλούσε  και ο Ιησούς Χριστός.

Η Ιστορία του Ιησού, εκτός από το ακαδημαϊκό και ιστορικό της ενδιαφέρον, διατηρήθηκε και εξαιτίας της πρακτικής της σχέσης με τους πρώτους Χριστιανούς π.χ. όταν αντιμετώπιζαν περιπτώσεις κατά τις οποίες έπρεπε να αποφασίσουν πάνω σε θέματα ηθικής. Ένα τέτοιου είδους θέμα αποτελεί ο γάμος και το διαζύγιο, τα οποία είχαν ανάγκη από την διδασκαλία του Ιησού. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν ήταν και λίγες οι φορές, κατά τις  οποίες οι πρώτοι Χριστιανοί έρχονταν σε σύγκρουση με τους Ιουδαίους σε τέτοια θέματα.

Τα τέσσερα Ευαγγέλια στηρίζονται στην ιστορική μαρτυρία για το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, διατηρώντας το κάθε ένα από αυτά μία διαφορετική πλευρά παρουσίασης, όπως σε μία τετραχρωμία όπου το κάθε χρώμα έχει την δική του θέση και τα τέσσερα  μαζί παρουσιάζουν μία πλήρη απεικόνιση.

          Τα Ευαγγέλια φανερώνουν σε πολλές περιπτώσεις ένα μικρό μέρος της ζωής Του Ιησού Χριστού. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε και πολλά για την περίοδο του Ιησού μέχρι την ηλικία των τριάντα.

Συνεπώς, η ιστορία μέσα στα Ευαγγέλια είναι η ιστορία όπως την είδαν οι Χριστιανοί: κήρυτταν τα χαρμόσυνα νέα. Παρουσίαζαν τον Ιησού ως τον Υιό Του Θεού. Έγραψαν με σκοπό οι αναγνώστες τους να πιστέψουν και να αποκτήσουν την αιώνια ζωή. Γι’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος ή ένας προφήτης. Ήταν ο Γιος του Θεού, ο Κύριος, τον οποίο ο Θεός  είχε αναστήσει από τους νεκρούς και είναι μαζί με Αυτόν αυτή την στιγμή στους Ουρανούς.

Ένας μη Χριστιανός συγγραφέας μπορεί να τα είχε περιγράψει διαφορετικά.

Κάθε ένας από τους τέσσερις Ευαγγελιστές μάς παρουσιάζει τον Ιησού με τον δικό του τρόπο. Κάθε ένας εμφανίζει μία ξεχωριστή πλευρά του Ιησού Χριστού :

·        Ο Ματθαίος  εστιάζει το ενδιαφέρον του πάνω στην σχέση του Ιησού με την  Ιουδαϊκή πίστη. Κρίνει τους Ιουδαίους για την απιστία τους στην Θρησκεία τους. Δείχνει πως ο Ιησούς ήρθε για να εκπληρώσει την Παλαιά Διαθήκη. Απεικονίζει τον Ιησού κυρίως ως Δάσκαλο.

·        Ο Μάρκος δίνει έμφαση στην δράση μάλλον παρά στην διδασκαλία του Ιησού. Οι Ιουδαίοι περίμεναν έναν Μεσσία, πολιτικό αρχηγό, με μορφή γεμάτη δόξα. Ο Απόστολος Μάρκος παρουσιάζει έναν Μεσσία που έπρεπε να πάθει και να απορριφθεί από τους ανθρώπους, και όπως Εκείνος έπαθε, έτσι και οι μαθητές Του  έπρεπε να είναι έτοιμοι να υποστούν τα ίδια. Μόνο στην δεύτερη έλευσή Του θα φανερωθεί ως Βασιλιάς της Δόξας.

·        Ο Ευαγγελιστής Λουκάς τονίζει τις ευλογίες της σωτηρίας που έφερε ο Ιησούς. Τονίζει με έμφαση τα σημεία τις Παλαιάς Διαθήκης που προφήτευαν για τον Ιησού Χριστό, και τους αποδεικνύει ότι οι γραφές και οι προφητείες εκπληρώνονται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

·        Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, τέλος, αποκαλύπτει τον Ιησού ως τον ΈΝΑΝ, που στάλθηκε από τον Θεό Πατέρα στον κόσμο για να γίνει Σωτήρας.



Από τις παραπάνω περιγραφές και το υλικό, που έχουμε σήμερα, προκύπτει ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο γιος της παρθένου Μαρίας, που γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, λίγο πριν από τον θάνατο του Ηρώδη του Μεγάλου το 4 π.Χ. Πέρασε τα πρώτα χρόνια Του στη Ναζαρέτ, όπου ήταν ο μαραγκός του χωριού.

Όταν ο Ιωάννης ο βαπτιστής άρχισε να κηρύττει δίπλα στον Ιορδάνη  ποταμό το 27 ή το 29 μ.Χ., ο Ιησούς ήρθε και βαπτίσθηκε απ’ αυτόν. Εκείνη την στιγμή πήρε την εντολή, με την σφράγιση (δωρεά) του Αγίου Πνεύματος, να αρχίσει το έργο Του.

Ο Σατανάς προσπάθησε με τις εισηγήσεις του να αποτρέψει τον Ιησού από το έργο Του και την ΚΛΗΣΗ που είχε αλλά με την δύναμη Τού Αγίου Πνεύματος, ο Ιησούς αντιστάθηκε.

Ο Ιησούς άρχισε την διακονία Του κυρίως στην Γαλιλαία. Ακολούθησε μία περίοδος στην Ιουδαία, που περιελάμβανε επισκέψεις, και στην Ιερουσαλήμ, η οποία Ιερουσαλήμ έμελλε να είναι και ο επίλογος στην διακονία Του :  τις μέρες του Πάσχα, περίπου το 30 ή 32 μ.Χ., συλλήφθηκε και θανατώθηκε.

Το μήνυμα Του Ιησού αφορούσε τα Χαρμόσυνα Νέα της Βασιλείας Του Θεού. Στο μυαλό των ανθρώπων οι οποίοι ζούσαν στην εποχή του Ιησού, ο Μεσσίας (Μεσσίας στα Ελληνικά σημαίνει  «ΧΡΙΣΤΟΣ»,δηλαδή αυτός που έχει λάβει το χρίσμα <χρίω)ήταν ένας Πολεμιστής–Βασιλιάς, που θα τους ελευθέρωνε από τους κατακτητές Ρωμαίους.

Ο Ιησούς απέβλεπε στην μελλοντική εκπλήρωση της Βασιλείας του Θεού με τον Εαυτό Του ως Βασιλιά. Τα πρώτα δείγματα του ερχομού της Βασιλείας Του δεν θα ήταν στρατιωτικές νίκες αλλά το κήρυγμα της Σωτηρίας του Ανθρώπου. Ο Ιησούς τούς κάλεσε να μετανοήσουν από τις αμαρτίες τους και να γίνουν μαθητές Του. Αυτός πρόσφερε την συγχώρεση σε όλο τον κόσμο που θα μετανοούσε. Από αυτούς που ανταποκρίθηκαν, ο Ιησούς επέλεξε 12 άτομα για να γίνουν αρχηγοί του νέου λαού του Θεού, που θα έπαιρνε την θέση του Ισραήλ, ο οποίος είχε απορρίψει το θέλημα του Θεού.

Ο Ιησούς δίδαξε ένα νέο τρόπο ζωής (βλέπε την επί του όρους ομιλία Ματθ/5:7). Ήρθε για να εκπληρώσει τον ρόλο του δούλου Του Θεού, που ταπεινώθηκε και πρόσφερε την ζωή Του ως λύτρο για τους ανθρώπους, ώστε να τους σώσει από τον θάνατο.  Μόνο στον πιο στενό  κύκλο των μαθητών Του αποκάλυψε ότι ήταν ο Υιός Του Θεού.

Σε όλο το διάστημα της διακονίας Του, ο Ιησούς ήταν σε συνεχή σύγκρουση με τις θρησκευτικές αρχές εξαιτίας της καυστικής Του κριτικής για τις παραδόσεις  και την υποκρισία τους, που υποκαθιστούσαν τους Νόμους του Μωυσή. Αυτοί φοβήθηκαν μήπως γινόταν το επίκεντρο λαϊκής εξέγερσης ενάντια της Ρώμης, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε θλιβερά αντίποινα. Με την συνεργασία ενός από τους Ακολούθους Του (Μαθητές), προετοίμασαν την σύλληψή Του.

Στο τελευταίο δείπνο, με την συνηθισμένη τελετή, ο Ιησούς πρόσθεσε δύο νέα στοιχεία : 1) τον ΆΡΤΟ (συμβόλιζε το Σώμα Του, που θα το θυσίαζε για λογαριασμό τους και για όποιον μετάνιωνε πραγματικά), 2) τον ΟΙΝΟΝ (συμβόλιζε το αίμα Του, που θα χυνόταν για τον  ίδιο λόγο και για να επικυρώσει την Νέα Διαθήκη του Θεού με τους ανθρώπους και να τους οδηγήσει στην Βασιλεία Του).

Οι ψευδομάρτυρες απέτυχαν να προσκομίσουν στοιχεία ικανά, τα οποία θα οδηγούσαν στην καταδίκη του Ιησού. Το μόνο αληθές στοιχείο που κατέθεσαν και το οποίο επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Ιησού, ήταν το γεγονός ότι ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ.

Οι Ιουδαίοι (που το θεώρησαν σαν βλασφημία), Τον έφεραν μπροστά στον Ρωμαίο Κυβερνήτη ως πολιτικό επαναστάτη κατά της Ρώμης. Ο Ρωμαίος Κυβερνήτης, παρότι είχε πεισθεί ο ίδιος από τις συνομιλίες με τον Ιησού ότι είναι αθώος, επέτρεψε στο τέλος να Τον θανατώσουν με την Ρωμαϊκή Ποινή την ΣΤΑΥΡΩΣΗ.

Μετά την τρίτη ημέρα του θανάτου Του, οι μαθητές Του, ισχυρίστηκαν ότι ο τάφος Του ήταν άδειος και ότι ο Θεός Τον ανέστησε από τους νεκρούς. Οι μαθητές Του υποστήριξαν επίσης ότι εμφανιζόταν περίπου για 40 μέρες μετά την Ανάστασή Του, σ’ αυτούς. Ο Ιησούς έδωσε την τελευταία Του εντολή στους μαθητές Του, η οποία ήταν: ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. Η αποχώρησή Του από την γη συμβόλιζε την επιστροφή Του ( Αναλήφθηκε ) και την υπόσχεσή Του για τον δεύτερο ερχομό Του.

Αυτή είναι, εν συντομία, η εικόνα του Ιησού Χριστού μέσα από τα Ευαγγέλια, όπου εμφανίζεται ως κάτι περισσότερο από έναν απλό άνθρωπο. Το μήνυμά Του, τα έργα Του και η προσωπικότητά Του επιβάλλουν σε κάθε έναν αναγνώστη, κάθε έναν από εμάς να πάρουμε θέση απέναντι στο πρόσωπο, το οποίο ονομάζεται ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Ο καθένας μας πρέπει να αποφασίσει για το αν θα  απορρίψει ή θα δεχθεί τον ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ.





ΜΑΤΘΑΙΟΣ



ΜΑΤΘΑΙΟΣ = «ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

Το όνομά του ήταν Λευί, σ’ εμάς όμως είναι γνωστός με το όνομα Ματθαίος.

Το επάγγελμά του ήταν τελώνης. Ύστερα από προσωπική κλήση, την οποία πήρε από τον Ιησού Χριστό, έγινε ένας από τους 12 μαθητές. Από το επάγγελμά του καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να ήταν πολύ μορφωμένος, να γνώριζε γράμματα και ξένες γλώσσες. Αραμαϊκά, Ελληνικά και Εβραϊκά θα ήταν μερικές από τις γλώσσες, τις οποίες θα μιλούσε ο Ευαγγελιστής Ματθαίος.

Το Ευαγγέλιο το έγραψε το 50 μ.Χ., πρώτα στην Αραμαϊκή γλώσσα, προς εξυπηρέτηση των εκκλησιών της Παλαιστίνης, με σκοπό να δείξει ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο Μεσσίας που περίμεναν, και ότι στο πρόσωπό Του εκπληρώθηκαν οι γραφές. Αργότερα, ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Ματθαίος  μετάφρασε και στην Ελληνική γλώσσα το Ευαγγέλιό του, το οποίο ονομάστηκε «το σπουδαιότερο βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας».



ΜΑΡΚΟΣ



Είναι το συντομότερο Ευαγγέλιο και πιθανώς το πρώτο που γράφτηκε γύρω στο 45μ.Χ. Το πλήρες όνομά του είναι Ιωάννης Μάρκος.

Στο σπίτι του γίνονταν οι πρώτες συναθροίσεις της Εκκλησίας.

Ο Πέτρος στην Α΄ Επιστολή του, στο  5ο κεφάλαιο και στο 13ο εδάφιο αναφέρεται σε κάποιο πνευματικό του παιδί, τον Ιωάννη Μάρκο.

Πιστεύεται ότι το Ευαγγέλιο το έγραψε στην Ιταλία, ύστερα από επιμονή των πιστών της Ρώμης για να καταγραφούν όλα όσα ο Πέτρος εξιστορούσε από προσωπική του γνώση για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Ο Ιωάννης Μάρκος συχνά μέσα στο Ευαγγέλιό του, με ασυνήθιστη ζωντάνια, επεξηγεί τις Ιουδαϊκές συνήθειες. Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να απευθυνόταν σε μη Ιουδαίους αναγνώστες.



ΛΟΥΚΑΣ



Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι ο μόνος  από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης., ο οποίος δεν είναι Ιουδαίος. Δίνει την πλησιέστερη βιογραφία του Ιησού Χριστού απ’ όλες όσες έχουμε. Καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας.

Ο Απόστολος Παύλος ήταν μάλλον  αυτός ο οποίος τον έφερε στην Πίστη και του οποίου έμενε πιστός συνεργάτης.

Παρόλο που το Ευαγγέλιο δεν αναφέρει το όνομα του συγγραφέα, όλες οι μαρτυρίες δείχνουν ότι είναι ο Λουκάς. Ήταν γιατρός και σύντροφος στα Ιεραποστολικά ταξίδια του Παύλου.

 Ο τρόπος που περιγράφονται οι αρρώστιες και οι ασθένειες στο Ευαγγέλιο, το ευρύτατο λεξιλόγιο, ο τρόπος που διαλέγει και ταξινομεί το υλικό που έχει, όλα αυτά δείχνουν έναν μορφωμένο άνθρωπο.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι είναι γνώστης της Ελληνικής και Ιουδαϊκής ιστορίας, αφού χρησιμοποιεί ελληνικούς τίτλους και αναφορές από την Ελληνική έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης.

Θέμα του: η ακριβής αναφορά του τι συνέβη στην Παλαιστίνη τα κρίσιμα χρόνια της ζωής του Ιησού Χριστού. Το Ευαγγέλιό του δείχνει τον Ιησού Χριστό ως τον Σωτήρα του ανθρώπου, τον Σωτήρα τον οποίον περίμεναν. Επίσης μάς αφήνει να δούμε με τα δικά μας μάτια και να γνωρίσουμε τον ΑΝΘΡΩΠΟ Ιησού.

Εκτός από το Ευαγγέλιό του, έγραψε και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων.  Και τα δύο μαζί θεωρούνται ένα δίτομο συγγραφικό έργο, το οποίο  αφιέρωσε σε κάποιον εθνικό με το όνομα Θεόφιλος.

Πέθανε ,όπως πιστεύεται, σε ηλικία 84 ετών.

Ο χρόνος συγγραφής του βιβλίου αυτού θεωρείται το 63 μ.Χ., πολύ πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ.



ΙΩΑΝΝΗΣ



Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη είναι το τελευταίο το οποίο γράφτηκε, και διαφορετικό από τα άλλα τρία.

Θέμα του:  Οδηγεί τον αναγνώστη στην Πίστη. Παρουσιάζει τον Ιησού Χριστό έτσι όπως πραγματικά είναι : ο Ευλογητός Υιός του Θεού, τον οποίο έστειλε στη γη ο Πατέρας για την σωτηρία κάθε ανθρώπου.

Συγγραφέας : ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού Χριστού, ο Ιωάννης. Ήταν ένας από τους 12. Πατέρας του ήταν ο Ζεβεδαίος και  αδελφός του ο  Ιάκωβος. Ο Ιωάννης μπορεί να ήταν και ξάδελφος του Ιησού, αν δεχθούμε ότι η μητέρα του η Σαλώμη ήταν αδελφή της μητέρας του Ιησού, της Μαρίας.(Μάρκος 15/40, Ιωάννης 19/25).

Πιστεύεται ότι το Ευαγγέλιο το έγραψε σε μεγάλη ηλικία ή το υπαγόρευσε ( λόγω ηλικίας) στην Έφεσο ( σημερινή Τουρκία).

Μαζί με τον Πέτρο αποτέλεσαν τους  πρώτους μαθητές.

Είχε το προνόμιο να είναι από αυτούς που είδαν τον Ιησού στη Μεταμόρφωση. Ενδέχεται επίσης  να είναι ο ανώνυμος μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή, στον οποίο αναφέρεται ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του (Ιωάννης 1/35). Ο Ιησούς εμπιστεύτηκε στον Ιωάννη τη μητέρα Του, καθώς βρισκόταν στον Σταυρό.

Χρονολογία συγγραφής  του Ευαγγελίου : το 90 μ.Χ.



ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ



Οι Πράξεις των Αποστόλων αποτελούν τον δεύτερο τόμο του κατά Λουκά Ευαγγελίου.

Συγγραφέας, λοιπόν,  ο γιατρός Λουκάς

Θεωρείται από τα  ακριβέστερα ιστορικά  γραπτά. Από τις περιγραφές του και από τον τρόπο παρουσίασης καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο (συγγραφέα) ο οποίος πρέπει να ήταν αυτήκοος κι αυτόπτης μάρτυρας των όσων περιγράφει.

Το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων καλύπτει μία περίοδο 30 χρόνων, από την ήμερα της Πεντηκοστής μέχρι την φυλάκιση του Αποστόλου Παύλου στην Ρώμη.

Θέμα: η εξάπλωση του Χριστιανισμού σε όλη την βόρεια Μεσόγειο –διαμέσου της σημερινής Συρίας, Τουρκίας και Ελλάδας. Η νεογέννητη Εκκλησία ξεπερνά τα εθνικά σύνορα του Ισραήλ για να γίνει μία παγκόσμια κίνηση.

Ο Συγγραφέας θα πρέπει να έγραψε το βιβλίο γύρω στο 63μ.Χ. Αυτό συμπεραίνεται  από το ότι δε γίνεται καμία αναφορά μέσα στο βιβλίο για τους Διωγμούς του Νέρωνα ή την Ιουδαϊκή εξέγερση που έλαβαν χώρα το 66–70μ.Χ., ούτε αναφέρει  τον θάνατο του Αποστόλου Παύλου το 67 μ.Χ.



ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ



Οι Επιστολές αποτελούν το ένα τρίτο της Καινής Διαθήκης. Συνδυάζουν τη διδασκαλία σχετικά με τον Θεό και το Χριστιανικό μήνυμα, με συμβουλές για την ζωή και την συμπεριφορά, τα προβλήματα της πρώτης εκκλησίας και πώς εκείνη τα αντιμετώπισε.

Χωρίζονται στις εξής ομάδες:

·        1η ομάδα : Οι Α΄ και Β΄ Θεσσαλονικείς, οι οποίες ασχολούνται με την δεύτερη έλευση του Ιησού Χριστού.

·        2η ομάδα : η προς Ρωμαίους, προς Γαλάτες, Α΄ και Β΄ Κορινθίους ασχολούνται με το Ευαγγέλιο, το οποίο κήρυττε ο Απόστολος Παύλος.

·        3η ομάδα : προς Εφεσίους, προς Κολοσσαείς, προς Φιλιππησίους, και προς Φιλήμονα. Αυτές οι επιστολές ονομάζονται και «Επιστολές της Φυλακής», αφού ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι ήταν φυλακισμένος στη διάρκεια της συγγραφής τους.

·        4η ομάδα : προς Τίτον Επιστολή καθώς και οι  Α΄ και Β΄ Τιμόθεον. Οι Επιστολές αυτές αναφέρονται σε πρακτικά θέματα της ηγεσίας της εκκλησίας και της οργάνωσής της.

·        Οι υπόλοιπες αναφέρονται ως «Καθολικές Επιστολές».



Προς ΡΩΜΑΙΟΥΣ



Συγγραφέας της Επιστολής : ο Απόστολος Παύλος.

Θέμα : «τα κεντρικά θέματα της Χριστιανικής Πίστης». Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος θα πει : «το Ευαγγέλιο είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία σε κάθε έναν που πιστεύει».

Ο Απόστολος Παύλος γράφει αυτή την Επιστολή από την Κόρινθο το 55–58μ.Χ.

Η Επιστολή γράφτηκε αφού τελείωσε η διακονία του Απόστολου Παύλου στις Ανατολικές περιοχές και λίγο πριν ξεκινήσει για τις Δυτικές (Ισπανία–Ιταλία).



Προς ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄



Συγγραφέας αυτής της Επιστολής : ο Απόστολος Παύλος.

Θέμα : Τα διάφορα προβλήματα που αποκάλυψε η οικογένεια Χλόη,  τα οποία δημιουργήθηκαν στην Κόρινθο μετά την αναχώρηση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος είχε μείνει και εργαστεί εκεί για 1,1/2 χρόνο (50–51μ.Χ.), ανάγκασαν τον Απόστολο  να γράψει αυτήν την Επιστολή. Ο Απόστολος Παύλος τα έμαθε αυτά, όταν βρισκόταν στην Έφεσο.

Από την ίδια την Επιστολή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι  ο Απόστολος Παύλος πρέπει να είχε ξαναγράψει στους Κορίνθιους αλλά η προηγούμενη Επιστολή, κατά πάσα πιθανότητα, χάθηκε, αφού μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε τίποτα για την «τύχη της».

Ο Απόστολος Παύλος έγραψε την Επιστολή αυτή πιθανότατα το 54μ.Χ.



Προς ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄



Συγγραφέας και  αυτής της Επιστολής είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος πρέπει να έγραψε την Επιστολή ένα χρόνο μετά την Α΄ προς Κορινθίους, δηλαδή το 55–56μ.Χ., από μία πόλη με το όνομα Φίλιπποι.

Η προς Κορινθίους Β΄ είναι από τις πιο έντονα προσωπικές επιστολές. Βλέπουμε το γεμάτο αγωνία ενδιαφέρον του απόστολου για την πνευματική τους πρόοδο.

Ουσιαστικά, αυτή η επιστολή πρέπει να είναι η τρίτη ή η τέταρτη κατά σειρά. Οι προηγούμενες δεν έχουν διασωθεί.



Προς ΓΑΛΑΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Η Γαλατία ήταν μία Ρωμαϊκή επαρχία στις πεδιάδες της σημερινής Τουρκίας. Ξέρουμε ότι ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε Εκκλησίες στις πόλεις :  Αντιόχεια, Ικόνιο, Λύστρα και Δέρβη.

Θέμα της Επιστολής : Η σωτηρία είναι δώρο του Θεού σε όλους όσους πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Οι Γαλάτες όμως έλεγαν ότι η πίστη δεν αρκεί και ότι πρέπει να κάνουμε και κάτι για να αξίζουμε την Σωτηρία.

Ο Συγγραφέας είναι ο Απόστολος Παύλος και η χρονολογία συγγραφής της Επιστολής το 49 μ.Χ.



Προς ΕΦΕΣΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Η προς Εφεσίους Επιστολή είναι ή πρώτη Επιστολή την οποία έγραψε ο Απόστολος Παύλος από την φυλακή της Ρώμης το 58–60μ.Χ.

Η Επιστολή αυτή δεν ξεκινά με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό που έχουν οι άλλες   Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, και αυτό γιατί είναι μία εσωτερική εγκύκλιος προς μία ομάδα εκκλησιών. Η Επιστολή φανερώνει την δόξα της Εκκλησίας και τα σχέδια Του Θεού γι’ αυτήν.



Προς ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Συγγραφέας της Επιστολής : ο Απόστολος Παύλος. Την Επιστολή αυτή την γράφει από την φυλακή της Ρώμης το 58–60μ.Χ.

Οι Φίλιπποι ήταν Ρωμαϊκή αποικία, πάνω στην Εγνατία Οδό, μια λεωφόρο η οποία οδηγούσε από την Ανατολή στην Δύση.

Την πόλη των Φιλίππων την κατέλαβαν μετανάστες από την Ιταλία μετά τις μάχες του Οκταβιανού, πρώτα ενάντια στον Βρούτο και τον Κάσιο, κατόπιν ενάντια στον Αντώνιο.

Οι γυναίκες κατείχαν υψηλή θέση και έπαιρναν ενεργό μέρος στην δημόσια ζωή. Αυτό καθρεφτίζεται μέσα στην εκκλησία.

Η Εκκλησία ιδρύθηκε το 50μ.Χ. στο δεύτερο Ιεραποστολικό ταξίδι του Αποστόλου Παύλου.

Η Επιστολή αποκαλύπτει μία Εκκλησία που περνά δοκιμασίες και κινδύνους διάσπασης.



Προς ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Οι Κολοσσές ήταν μία μικρή πόλη στην κοιλάδα του Λύκου, ανατολικά της Εφέσου κοντά στο Ντενιζλί της σημερινής Τουρκίας. Πλησιέστερες σε αυτήν πόλεις ήταν οι Λαοδίκεια και η Ιεράπολη.

Παρά το ότι ο Απόστολος Παύλος δεν είχε πάει ποτέ στις Κολοσσές, εντούτοις ήξερε τα πάντα γι’ αυτές από τον Επαφρά.

Η Επιστολή προς τους Κολοσσαείς γράφτηκε το 60 μ.Χ. πιθανότατα από την φυλακή (Ρώμη).

Θέμα: τα προβλήματα από τους κατοίκους στις Κολοσσές, οι οποίοι ήθελαν να εισάγουν «νέες ιδέες» από άλλες φιλοσοφίες και θρησκείες στο ίδιο επίπεδο με την Χριστιανική αλήθεια. Ο Απόστολος Παύλος έπρεπε να στηρίξει τους Κολοσσαείς ξανά πάνω στο Χριστό, στην απόλυτη υπεροχή Του και στην υπέρτατη επάρκειά Του.



Προς ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄



Η Επιστολή αυτή είναι η πρώτη του Αποστόλου Παύλου και αυτό την καθιστά και την  αρχαιότερη.

Χρονολογία συγγραφής : το 51 μ.Χ.

Η Θεσσαλονίκη ήταν μία ελεύθερη πόλη, πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας.

          Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 50 μ.Χ.

Θέμα : Επαναλαμβάνει τη διδασκαλία του πάνω σε θέματα που η Εκκλησία είχε ανάγκη, και απαντάει σε ερωτήσεις που είχαν προκύψει.



Προς ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄



Συγγραφέας και σε αυτήν την Επιστολή ο Απόστολος Παύλος.

Η δεύτερη αυτή Επιστολή ακολούθησε μερικούς μήνες αργότερα, ξεκαθαρίζοντας διάφορες παρανοήσεις, που είχαν εμφανιστεί, σύμφωνα με την Δεύτερη έλευση του Ιησού Χριστού.

Χρονολογία συγγραφής : το 51 μ.Χ.



Προς ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄



Ο Απόστολος Παύλος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και τον ονόμαζε «αγαπητό  παιδί» και «γνήσιο παιδί στην πίστη».

Ο πατέρας του Τιμόθεου ήταν Έλληνας και η μητέρα του, Ευνίκη, ήταν Ιουδαία. Η γιαγιά του ήταν επίσης Ιουδαία και το όνομά της ήταν Λωίδα.

Ο Τιμόθεος κατοικούσε στα Λύστρα ( Ρωμαϊκή επαρχία της Γαλατίας και σήμερα Κόνυα της Τουρκίας).

Στις δύο αυτές Επιστολές καθώς και σε αυτή του Τίτου μπορούμε να δώσουμε και τον τίτλο «ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ».

Ο τόπος συγγραφής της Επιστολής  δεν είναι γνωστός. Πιθανότατα να γράφτηκε στην Νικόπολη (σημερινή Πρέβεζα).

Θέμα της Επιστολής : Η οργάνωση της Εκκλησίας και  πώς αυτή μπορούσε να αντικρούει τις  διάφορες ψευδοδιδασκαλίες που προέκυπταν εκείνη την εποχή.

Χρόνος συγγραφής της Επιστολής πρέπει να θεωρηθεί το διάστημα ανάμεσα στο 64–67μ.Χ.



Προς ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄



Πρόκειται για το τελευταίο γραπτό του Αποστόλου Παύλου.

Θέμα : οι αναμνήσεις τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Τιμόθεο. Επίσης είναι γεμάτο προειδοποιήσεις για την νέα γενεά.

Χρόνος συγγραφής της επιστολής πρέπει να θεωρηθεί το 66–68μ.Χ.

Ο τόπος συγγραφής της είναι άγνωστος.

Συγγραφέας της, αν και αμφισβητήθηκε πάρα πολύ, είναι ο Απόστολος των Εθνών, ο Παύλος.



Προς ΤΙΤΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Ο Τίτος, παρότι δεν αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, φαίνεται  ότι ανήκε στον στενό και έμπιστο κύκλο τού Αποστόλου Παύλου.

Γράφτηκε ανάμεσα στο 64–67 μ.Χ.

Θέμα της : Η επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου και του Τίτου στην Κρήτη, καθώς και η  τοποθέτηση από τον  Τίτο πρεσβυτέρων σε κάθε Εκκλησία και η καταπολέμηση των διαφόρων ψευδοδιδασκαλιών από αυτόν.



Προς ΦΙΛΗΜΟΝΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Ο Συγγραφέας της Επιστολής, είναι ο Απόστολος Παύλος. Η Επιστολή προς Φιλήμονα είναι η πιο μικρή από όλες τις Επιστολές μέσα στην Καινή Διαθήκη.

Ο Απόστολος Παύλος την έγραψε μέσα από την φυλακή της Ρώμης το 58–60μ.Χ.

Ο Φιλήμονας ήταν άνθρωπος κάποιας κοινωνικής θέσης. Στο σπίτι του, το οποίο βρισκόταν στις Κολοσσές, συναθροιζόταν τακτικά μία ομάδα Χριστιανών. Ο δούλος του είχε κλέψει κάποια χρήματα και είχε φύγει για την Ιταλία (Ρώμη), όπου εκεί με κάποιον τρόπο (πιθανότατα από τον Ιωάννη Μάρκο) ήρθε σε επαφή με τον Απόστολο Παύλο. Ο Ονήσιμος «ΑΝΑΓΕΝΝΙΕΤΑΙ», και αρχίζει να υπηρετεί τον Απόστολο Παύλο.

Ο Απόστολος Παύλος δεν μπορούσε να τον κρατήσει χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Φιλήμονα. Έγραψε λοιπόν αυτό «το συνοδευτικό σημείωμα», για τον Ονήσιμο. Την έδωσε στον Τυχικό, ο οποίος συνόδευσε τον Ονήσιμο στις Κολοσσές. Ο Απόστολος Παύλος ζήτησε από τον  Φιλήμονα να είναι επιεικής με τον Ονήσιμο, διότι τώρα δεν ήταν απλά ένας δούλος, αλλά ένας αδελφός στην πίστη.



Προς ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Η Προέλευση της Επιστολής προς τους Εβραίους είναι κάπως μυστηριώδης. Τα αρχαιότερα χειρόγραφα είναι ανώνυμα και δεν υπάρχει κανείς από τους γνωστούς χαιρετισμούς, με τους οποίους άρχιζαν οι επιστολές του 1ου αιώνα μ.Χ.

Η προς Εβραίους Επιστολή καθρεπτίζει το ύφος του Παύλου. Γνωρίζουμε επίσης από την Επιστολή ότι ο συγγραφέας ήξερε τον Τιμόθεο.

Η επικρατέστερη απάντηση στην ερώτηση για το ποιος υπήρξε ο συγγραφέας της Επιστολής αυτής, είναι ο Απόστολος Παύλος.

Η Επιστολή πρέπει να γράφτηκε στο διάστημα ανάμεσα στο 60–63μ.Χ. Τόπος συγγραφής : η Ρώμη.

Η προς Εβραίους Επιστολή γράφτηκε για μία ομάδα Χριστιανών, που ταλαντεύονταν ανάμεσα στην Χριστιανική Πίστη και στον Ιουδαϊσμό.



Προς ΙΑΚΩΒΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα για την Επιστολή του Ιακώβου, ούτε για το πώς γράφτηκε αλλά ούτε και σε ποιόν στάλθηκε. Πιθανός υποψήφιος συγγραφέας είναι ο Ιάκωβος, ο οποίος ήταν ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Έγινε Χριστιανός όταν είδε τον Ιησού Χριστό ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟ (Α΄ Κορινθίους 15/7). Στην συνέχεια έγινε Πρεσβύτερος στην Εκκλησία της Ιερουσαλήμ. Τον βλέπουμε στο ανώγειο μαζί με τους άλλους να περιμένει την υπόσχεση της Έλευσης του Αγίου Πνεύματος.

Η Επιστολή γράφτηκε σχετικά νωρίς, αλλά η ακριβής χρονολογία είναι άγνωστη. Πιθανή χρονολογία το 45–46 μ.Χ.

Εξω–βιβλικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι ο Ιάκωβος πέθανε με μαρτυρικό θάνατο το 62 με 63 μ.Χ.



Προς ΠΕΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α΄



Ο Πέτρος συνάντησε τον Ιησού Χριστό μέσω του αδελφού του,  Ανδρέα. Ζούσαν στην Καπερναούμ ,βόριο τμήμα της Γαλιλαίας.

Ο Πέτρος σύντομα έγινε αρχηγός και εκπρόσωπος των 12. Ήταν αυτός ο οποίος, όταν ο Ιησούς δικάζονταν, αρνήθηκε ότι τον γνώριζε, κάτι το οποίο δεν το ξέχασε ποτέ. Ο Ιησούς εμφανίστηκε μετά την Ανάστασή Του πρώτα στον Πέτρο και μετά στους άλλους μαθητές. Ο Πέτρος ήταν ο πρώτος που κήρυξε το Ευαγγέλιο.

Συγγραφέας των Επιστολών ( Α΄ και Β΄ Πέτρου) είναι ο Απόστολος Πέτρος.

Η πρώτη Επιστολή γράφτηκε το χρονικό διάστημα 62–64 μ.Χ.

Ο Πέτρος ήταν παντρεμένος και μαζί του ζούσε και η πεθερά του. Ο Μάρκος ήταν πνευματικό του παιδί.

Η παράδοση λέει ότι ο Πέτρος σταυρώθηκε με το κεφάλι προς τα κάτω στην Ρώμη κατά την διάρκεια του τρομερού διωγμού του Νέρωνα, που άρχισε το 64 μ.Χ.



Προς ΠΕΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β΄



Συγγραφέας και της Β΄ Επιστολής  είναι ο Πέτρος .

Ο σκοπός της Α΄ Επιστολής ήταν να παρηγορήσει και να ενθαρρύνει.

Ο σκοπός της Β΄ Επιστολής ήταν να προειδοποιήσει και να διαφυλάξει.

Ο χρόνος συγγραφής της Επιστολής αυτής θεωρείται το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 66 με 67 μ.Χ.

Ο τόπος συγγραφής της μάς είναι άγνωστος.



Προς ΙΩΑΝΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Α΄, Β΄ και Γ΄

 

Οι επιστολές αυτές έχουν σκοπό να ανανεώσουν την εμπιστοσύνη των Χριστιανών, η οποία είχε κλονιστεί από τις ψευδοδιδασκαλίες.

           Ανήκουν στο κλείσιμο του 1ου αιώνα μ.Χ.

Σχεδόν καμία αμφιβολία δεν υπάρχει ότι και οι τρεις επιστολές είναι έργα του ίδιου συγγραφέα, αφού  τον καιρό κατά τον οποίο γράφτηκαν, δεν γνωρίζουμε να ζούσε κανείς άλλος Απόστολος.

Η τρίτη Επιστολή ήταν μία προσωπική Επιστολή προς ένα άτομο με το όνομα Γάιος ( πιθανότατα να ήταν πρεσβύτερος της εκκλησίας στην Πέργαμο). Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ζούσε πραγματικά «εν αληθεία».

Μέσα σ’ αυτή την Επιστολή, συναντούμε και ένα άλλο πρόσωπο,  παράδειγμα προς αποφυγή,   τον Διοτρεφή. Αυτός δυσφημεί τον ίδιο τον Ιωάννη, σκορπίζει ψέματα, εμποδίζει τη διακονία των ιεραποστόλων.

Ο Ιωάννης πέρασε τα τελευταία του Χρόνια στην Έφεσο, στην σημερινή Τουρκία, η  οποία ήταν ένα στρατηγικό κέντρο της Χριστιανικής Θρησκείας.



Προς ΙΟΥΔΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Η Επιστολή αυτή έχει ως συγγραφέα τον Ιούδα, τον αδελφό του Ιακώβου και του Ιησού Χριστού.

Χρονολογία συγγραφής της το 65 με 67 μ.Χ.

Ο τόπος συγγραφής είναι άγνωστος.

Ο Ιούδας ήταν ο μικρότερος σε ηλικία από τ’ αδέλφια του Ιησού.

Η Επιστολή είναι καθαρά Ιουδαϊκή με συχνές αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη.

Ο Ιούδας γράφει για μία ομάδα Χριστιανών οι οποίοι κινδύνευαν «εκ των έσω», αφού είχαν εισχωρήσει μέσα στην εκκλησία άνθρωποι, που  προκαλούσαν σχίσματα με τις ψευδοδιδασκαλίες του.



Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ



Είναι το τελευταίο βιβλίο στην Καινή Διαθήκη καθώς και σε όλη την Αγία Γραφή.

Η Αποκάλυψη γράφτηκε το 94 με 96 μ.Χ.

Συγγραφέας της : ο Ιωάννης.

Το βιβλίο γράφτηκε σε μία περίοδο διωγμών. Το ύφος της Αποκάλυψης είναι τελείως διαφορετικό από αυτό του Ευαγγελίου.

Ο Ιωάννης το έγραψε στην Πάτμο,  όπου ήταν Εξορία.

Η Αποκάλυψη ανήκει σε ένα ξεχωριστό είδος λογοτεχνίας. Είναι ποιητική και οραματιστική, εκφράζοντας τη σημασία της μέσα από συμβολισμούς και εικόνες.

Η Αποκάλυψη έχει τις «ρίζες της» στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί βρίσκουμε τα νήματα προς τη σημασία των διάφορων συμβολισμών, αν συγκρίνουμε την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη.

Το βιβλίο αυτό είχε και εξακολουθεί και σήμερα να έχει μεγάλη σπουδαιότητα για κάθε άνθρωπο, καθώς βλέπουμε γύρω μας να εκπληρώνονται οι προφητείες του.

SOURSE:

 http://www.holybible.gr/egyklopaidia/perilhpshkd/perilhpsh_k_d.htm

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ Εισαγωγή






Το πρόβλημα της ύπαρξης «Θεολογίας της Κ.Δ.» ως ανεξάρτητου και αυτοτελούς γνωστικού αντικειμένου μέσα στα πλαίσια του θεολογικού επιστητού, αλλά και του συνόλου των ανθρωπιστικών επιστημών, ως προς τη θεραπεία της θεολογικής επιστήμης σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι κατά βάση πρόβλημα επιστημολογικών προϋποθέσεων. Δεν έχει κανείς παρά να παρατηρήσει την ένταξη της επιστήμης της Κ.Δ. στο σύνολό της στη γενικότερη διάρθρωση των θεολογικών σπουδών, ιδιαίτερα στα πλαίσια της πανεπιστημιακής κοινότητας, όπου μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισε δειλά -δειλά να κάνει αισθητή την παρουσία του. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι ο κλασικός μοντέρνος τρόπος θεραπείας της επιστήμης της Κ.Δ. - και όχι μόνο εξ αιτίας εκφυλιστικών φαινομένων, όπως το διαβόητο Jesus Seminar της SBL - την οδήγησε τα τελευταία χρόνια σε ένα σοβαρό πρόβλημα της αξιοπιστίας, τόσο μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας όσο και μέσα στη θεολογική academia, αλλά και σ’ αυτήν ακόμη την κοινωνία. Είναι παγκόσμια πλέον η αντίδραση, πέρα από ομολογιακές τοποθετήσεις και εκκλησιολογικές προϋποθέσεις, ότι οι βιβλικοί ερευνητές έχουν μετατραπεί σε ένα κλειστό club ειδικών, που ελάχιστα σέβονται το αντικείμενο το οποίο υπηρετούν και πολύ σπανιότερα αφουγκράζονται τις ευαισθησίες και τα προβλήματα της πιστεύουσας (αλλά και της ευρύτερης) κοινότητας.
 Αντίθετα, ως προς την Ορθόδοξη θεολογία το πρόβλημα ύπαρξης «Θεολογίας της Κ.Δ.» εντοπίζεται στην παγιωμένη αντίληψη περί αποκλειστικότητας της Δογματικής Θεολογίας, η οποία από την ίδρυση και οργάνωση των σύγχρονων θεολογικών σχολών και την εν γένει παροχή της Ορθόδοξης θεολογικής εκπαίδευσης έχει μονοπωλήσει την έκφραση, διατύπωση και καταγραφή της «θεολογίας» της Εκκλησίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η συμβολή της Βιβλικής επιστήμης ποτέ ­ μα ποτέ - δεν επηρέασε την νεώτερη Ορθόδοξη εκκλησιαστική πραγματικότητα, η οποία πάντοτε την αντιμετώπιζε με καχυποψία, αν όχι και με απέχθεια και αντιπάθεια.
Από την αναδρομή στην ιστορία της επιστήμης της «Θεολογίας της Κ.Δ.», στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, θα διαφανεί η σχέση  της νεώτερης βιβλικής επιστήμης με τη «Θεολογία της Κ.Δ.». Πολύ απλουστευτικά θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το πρόβλημα συνδέεται με τη διαλεκτική ιστορικού-χαρισματικού τρόπου έρευνας, ανάλυσης και γνώσης του θεολογικού επιστητού, η οποία επιβλήθηκε σταδιακά από την εποχή της διαφώτισης και της καντιανής κριτικής του καθαρού λόγου, όπως συνέβη άλλωστε και με το σύνολο των επιστημών. Και επειδή οι απαρχές του χριστιανισμού, αλλά και η βασική πηγή της χριστιανικής διδασκαλίας, τυχαίνει να είναι η Αγία Γραφή, η εξέλιξη αυτή επηρέασε καταλυτικά τις βιβλικές σπουδές, χωρίς να αγνοείται, βέβαια, ότι προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλε και ο Προτεσταντισμός, ο οποίος με την αποδοχή της ατομοκρατίας (individualismus), αλλά και την υιοθέτηση στα πρώτα του βήματα της θεωρίας της sola scriptura, οδήγησε τη θεολογική εν γένει επιστημονική έρευνα στο ευρύτερο πεδίο της νεωτερικότητας, του μοντερνισμού, κύριο επιστημονικό εργαλείο της οποίας υπήρξε η ιστορική κριτική (historical criticism).

Βιβλική επιστήμη και μετανεωτερικότητα

Τα τελευταία χρόνια η βιβλική επιστήμη προσέλαβε δημιουργικά και εν μέρει υιοθέτησε μια μεγάλη ποικιλία νέων μεθόδων και κριτικών προσεγγίσεων, ιδιαίτερα φιλολογικών (New Literary Criticism) και κοινωνιολογικών-πολιτιστικών (Cultural Anthropology). Την πρώτη ομάδα (structuralism/semiotic analysis, narrative criticism/ reader-oriented[response] analysis, rhetorical analysis, chiasmus) υιοθέτησε σε γενικές γραμμές η συντηρητική πλευρά των κάθε λογής εραστών της Βίβλου (κατά κύριο λόγο της ευαγγελικαλιστικής παράδοσης), με την ελπίδα της παλινόρθωσης του κεντρικού ρόλου και του κύρους -χωρίς οποιαδήποτε κριτική αμφισβήτηση στα ουσιώδη (fundamentals) και μη - της Αγίας Γραφής στα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά δρώμενα. Αυτή η «νέα φιλολογική κριτική», ας σημειωθεί, δε θα πρέπει να συγχέεται με τη θεμελιοκρατία, το φονταμενταλισμό, ο οποίος όπως είναι γνωστό αρνείται την οποιαδήποτε κριτική προσέγγιση των ιερών κειμένων. Κατά ένα παράδοξο τρόπο στις μεθόδους αυτές βρήκαν καταφύγιο και οι περισσότεροι μετα-μοντέρνοι, μετα- μαρξιστές της λεγόμενης κοσμικής (secular) διανόησης, συνδέοντάς τες - εσφαλμένα κατά την άποψή μου - με αυτό που πολύ γενικά ονομάζεται «μεταμοντέρνο».
Η δεύτερη ομάδα, αντίθετα, αν και προερχόμενη από τα σπλάχνα του νεωτερισμού, ήταν εκείνη που έφερε τα πάνω κάτω στις ανθρωπιστικές επιστήμες, επηρεάζοντας καταλυτικά και τη γενικότερη θεολογική έρευνα. Δεν είναι μόνον η αναγνώριση της στενής σχέσης λατρείας και πολιτισμού (cult-culture), αλλά κυρίως η ανάδειξη της λειτουργικής έκφρασης των κάθε λογής θρησκευτικών συστημάτων (και επομένως και του χριστιανισμού) από δευτερεύον και περιθωριακό σε πρωτεύον και ουσιαστικό στοιχείο για την ανάδειξη της ταυτότητάς τους. Η τρομακτική πρόοδος της επιστημονικής έρευνας περί την Ευχαριστία, ακόμη και από κλασικούς Προτεστάντες, τόσο σε βιβλικό,[1] όσο και σε συστηματικό επίπεδο,[2] και η ανάδειξή της “ευχαριστιακής θεολογίας” σε βασικό εργαλείο θεολογικής προσέγγισης - και δεν αναφέρομαι μόνο στον οικουμενικό θεολογικό διάλογο - συνετέλεσε στο να θεωρείται πλέον απαραίτητη μέθοδος ακόμη και στις παραδοσιακές λεγόμενες Εκκλησίες.[3]
 Η ευχάριστη αυτή εξέλιξη, η συνδρομή δηλαδή των νέων φιλολογικών και κοινω- νιολογικών μεθόδων, άλλαξε δραματικά το τοπίο των βιβλικών σπουδών, και όχι μόνο, σε σημείο να γίνεται πλέον λόγος για το «τέλος»,[4] ή ακόμη και για «διανοητική και ηθική χρεοκοπία»,[5] της κλασικής ιστορικο-κριτικής μεθόδου, όπως αυτή αναπτύχθηκε το 19ο αι. και εξελίχτηκε και κορυφώθηκε την τρίτη γενιά του 20ου με την λεγόμενη «αναθεωρητική» ή «συνθετική» μέθοδο (Redaktionsgeschichte).[6] Η παντελής αυτή «έκλειψη» όπως πολύ παραστατικά χαρακτηρίζεται στην εισαγωγή του πρόσφατου συλλογικού τόμου με τίτλο The Postmodern Bible[7] – της προτεραιότητας της ιστορικής προσέγγισης σε κάθε σοβαρή επιστημονική ενασχόληση με τη Βίβλο, ήταν ουσιαστικά αποτέλεσμα της κατάρρευσης του μοντερνισμού, και γενικότερα της ολοκλήρωσης του κύκλου της μεγάλης επανάστασης (με τα πολλά βέβαια θετικά στοιχεία για την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της ανθρωπότητας), που προήλθε από το Διαφωτισμό, άσχετα αν ορισμένοι, όπως ο Habermas κ.ά. επιμένουν ότι δεν ολοκληρώθηκε ακόμη ο κύκλος της νεωτερικότητας και προσδοκούν την ολοκλήρωσή του.[8]
Όσο και αν σημαίνοντες θεωρητικοί της «μετα-νεωτερικότητας» προσπάθησαν να ισχυριστούν, όπως π.χ. ο Jean-François Lyotard, ότι «το μεταμοντέρνο δε σηματοδοτεί το τέλος του μοντερνισμού, αλλά μια άλλη σχέση με αυτόν»,[9] ή ότι η μεταμοντέρνα θεώρηση δεν αποτελεί αναίρεση του Διαφωτισμού, αλλά θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως «αναλυτικο-αναφορικός διάλογος» με αυτόν,[10] ή τέλος ότι «το μεταμοντέρνο είναι η ανάπτυξη μιας νέας θεωρίας, ενός νέου ‘μετα-οικουμενικού’ λόγου, προκειμένου να αποκατασταθεί η κλασική λειτουργία του λόγου»,[11] η σύγχρονη πραγματικότητα έδειξε πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι τουλάχιστον η βεβαιότητα της εκκοσμίκευσης (secularism, ως υπέρβασης της ιερότητας sacred), η βεβαιότητα της ατομικότητας (individualism), και προ πάντων η βεβαιότητα της απόλυτης γνώσης με βάση τον καθαρό λόγο, με άλλα δηλαδή λόγια η ανακάλυψη της αλήθειας μέσω της κριτικής και ιστορικής έρευνας, αποτελεί ραφιναρισμένη αυταπάτη. κι αυτό όχι μόνο για την έρευνα της Βίβλου. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το κρίσιμο ερώτημα για τη σχέση μεταξύ νεωτερικότητας και μετα-νεωτερικότητας, και όχι ο δυτικός ή κλασικός ελληνικός χαρακτήρας του ορθού λόγου.[12]  

Η Θεολογία της Κ.Δ. ως αυτόνομη επιστήμη

Μέσα σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται και η προβληματική της αναγκαιότητας ή μη, του θεμιτού ή όχι, της ύπαρξης «Θεολογίας της Κ.Δ.» ως αυτόνομης επιστήμης, τόσο στο χώρο των βιβλικών σπουδών, όσο και στο χώρο της εν γένει θεολογικής επιστήμης.[13] Και σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσονται και οι επιστημολογικές προϋποθέσεις προσέγγισης της «Θεολογίας της Κ.Δ.», στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω.[14] Στον Ορθόδοξο χώρο, όταν επιχειρήθηκε η εισαγωγή του μαθήματος στο πρόγραμμα σπουδών,[15] ήμασταν υποχρεωμένοι να σημειώσουμε προλογικά ότι «η ‘Θεολογία της Κ.Δ.’…δεν υποκαθιστά τη γενικότερη θεολογία της Εκκλησίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο κλασικό μάθημα της Δογματικής. Απλώς αποτελεί το πρώτο – και ως εκ τούτου σημαντικότερο – στάδιο έκφρασής της».[16] Αντίθετα, σε διεθνές επίπεδο, και κυρίως τον Προτεσταντικό χώρο – μια και οι απαρχές της σύγχρονης επιστήμης, όπως θα δούμε πιο κάτω, είναι καθαρά προτεσταντική υπόθεση – η προ- βληματική είναι διαφορετικού τύπου:[17]Πρώτο, διαχωρίζεται από τη «Βιβλική Θεολογία», αφού κάθε «θεολογία» υπό μία έννοια δεν μπορεί παρά να είναι «βιβλική».[18] Δεύτερο, υπάρχει σοβαρή διχογνωμία αν είναι εφικτό και επιστημονικά θεμιτό να γίνεται λόγος για ενιαία θεολογία της Κ.Δ. και όχι για θεολογία μεμονωμένων συγγραφέων (ενότητα-πολυμορφία).[19] Τρίτο, έχει υποστηριχθεί από πολλούς, ως συνέπεια του ανωτέρω, ότι οι πραγματικοί δημιουργοί της Κ.Δ. δεν είναι ούτε ο Παύλος, ούτε ο Ιωάννης, ούτε ο Λουκάς, αλλά οι μεταγενέστεροι θεολόγοι της Εκκλησίας, οι οποίοι συλλέγοντας επιλεκτικά τα βιβλία που απαρτίζουν την Κ.Δ., και καθορίζοντας ουσιαστικά τα όρια του κανόνα της Κ.Δ., συνέβαλαν στο «να ταυτίζεται κατά κάποιο τρόπο η θεολογία της Κ.Δ. με την αρχέγονη πατερική ορθόδοξη θεολογία».[20] Τέταρτο, η πολυμορφία των επί μέρους συστατικών της Κ.Δ. οδήγησε αναγκαστικά στην αποδοχή ενός κανονιστικού κέντρου και σημείου αναφοράς, ενός δηλαδή κανόνα εντός του κανόνα.[21] Τέλος, πέμπτο, η δυναμική της αρχέγονης προφορικής παράδοσης καθιστά αναγκαίο, αν όχι αναπόφευκτο για πολλούς και διάφορους λόγους, να διευρύνεται η βάση της ειδικής αυτής επιστήμης και έτσι να μετατρέπεται από «Θεολογία της Κ.Δ.» σε «Αρχέγονη Χριστιανική Θεολογία», εντάσσοντας στα περιεχόμενά της και αρχαία εξω-κανονικά κείμενα.[22] Μεσα από αυτή την οπτική γωνία γράφτηκε και το σχετικά πρόσφατο εγχειρίδιο του Κlaus Berger.[23]Για να κατανοήσουμε την ουσία του προβλήματος, ουσιαστικά δηλαδή την πραγματική διάσταση αυτού που διατυμπανίζεται, πλην όμως πολύ σπάνια κατανοείται, ως το τέλος της ιστορικο-κριτικής μεθόδου, είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της επιστήμης της Θεολογίας της Κ.Δ., και παράλληλα να προβούμε σε μια αποτίμηση της διαδοχικής μετάβασης από το προ-νεωτερικό (pre- modern), στο νεωτερικό (modern), και από ’κει στο μετα- νεωτερικό  (postmodern).                                                                                                                    

Η ιστορία της επιστήμης της Θεολογίας της Κ.Δ.

Αν και οι βασικές απαρχές της θεολογίας της Κ.Δ. ανάγονται στο «χρυσό αιώνα» της Εκκλησίας, αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν εκείνοι που με το δημιουργικό τους πνεύμα καθόρισαν τις παραμέτρους ερμηνείας και γενικότερης προσέγγισης της Βίβλου, υπερβαίνοντας τόσο τον αυστηρά ιστορικό πυρήνα της (πρβλ. τη γνωστή sensus plenior), όσο μερικές φορές ακόμη και τη διδασκαλία της, επανερμηνεύοντάς την δυναμικά και αναπτύσσοντας τις θεμελιώδεις θέσεις της (πρβλ. π.χ. την τριαδολογία, χριστολογία κλπ.), η Θεολογία της Κ.Δ. στη σύγχρονη εκδοχή της ως ανεξάρτητη επιστήμη άγει αναμφισβήτητα τις απαρχές της στο Γερμανικό Προτεσταντισμό.[24]
Όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω ο γενικότερος – και προγονικός της θεολογίας της Κ.Δ. – όρος «βιβλική θεολογία» για πρώτη φορά εμφανίζεται στις αρχές του 18ου αι., όταν ο C. Haymann δημοσίευσε το έργο του Biblische Theologie το 1708 στη Λειψία. Έπρεπε να φτάσουμε στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα για να εμφανιστεί κάτι ανάλογο στο χώρο της Ρωμαιο-καθολικής επιστήμης: η πρώτη γαλλική καθολική έκδοση ήταν το 1928, ενός δομινικανού ιερέα.[25] Γνωρίζοντας τον ευρύτερο θεολογικό προβληματισμό, αλλά και τις ιστορικές και θρησκευτικές συνθήκες της εποχής, μπορούμε με σχετική βεβαιότητα να πούμε ότι οι απαρχές της επιστήμης της Θεολογίας της Κ.Δ. ήταν απόρροια της αντίδρασης της Ορθόδοξης Λουθηρανικής και Μεταρρυθμισμένης Προτεσταντικής σχολής σκέψης προς το σχολαστικισμό, παράλληλα όμως και προφανής απόπειρα δημιουργίας συστηματικής θεολογίας, βασισμένης αποκλειστικά στην Αγία Γραφή (sola scriptura). Άλλωστε, λίγο πιο πριν οι θεολόγοι  της Μεταρρύθμισης είχαν αρχίσει να συλλέγουν τα γνωστά dicta probantia προκειμένου να θεμελιώσουν τις δογματικές/ομολογιακές τους θέσεις.[26]
Κατά τον F. Bovon η ευρύτερη βιβλική επιστήμη, και η «Θεολογία της Κ.Δ.» ειδι- κότερα, υπήρξε καρπός δυο ουσιαστικών παραγόντων: του ευσεβισμού (pietismus) και του διαφωτισμού. Ο πρώτος παράγων δεν είχε μακροπρόθεσμη επίδραση στις βιβλικές σπουδές. απλώς επέδρασε ως αντίδοτο στη συστηματική θεολογία της εποχής και έβλεπε στη βιβλική, και κυρίως την καινοδιαθηκική, θεολογία τη θέρμη της πίστεως, της υποκειμενικής εμπειρίας, σε αντίθεση με την ψυχρότητα της αντικειμενικής δογματικής διδασκαλίας (πρβλ. τη διαλεκτική fides quae creditur - fides qua creditur). Ο Δια- φωτισμός, αντίθετα, επέδρασε καθοριστικά καθ’ όλη την περίοδο του μοντερνισμού, και συνεχίζει να επιδρά μέχρι και πρόσφατα. Για το Διαφωτισμό το «βιβλικό» θεωρούνταν, αλλά και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να θεωρείται, συνδεόμενο με κείμενα, με γεγονότα, με την ιστορία. Γι’ αυτό και η «βιβλική θεολογία» εννοείται πάντα ιστορική, αναγκαστικά ερχόμενη σε σύγκρουση και αντιπαράθεση με τη «δογματική θεολογία». Στόχος της ήταν, με βάση την αυστηρά ιστορικο-κριτική ανάλυση, η ανάδειξη όλων εκείνων των στοιχείων (και μόνον εκείνων) που ήταν σε συμφωνία με τον καθαρό λόγο. Αυτό ήταν και το περίφημο πρόγραμμα του θεωρούμενου και ως πατέρα της επιστήμης της «Θεολογίας της Κ.Δ.»[27] Johann Phillip Gabler, όπως αποτυπώθηκε στο έργο του Oratio de iusto discrimine theologiae biblicae et dogmatica. [28]
 Όλα τα επόμενα στάδια στην εξέλιξη της επιστήμης της Καινής Διαθήκης ήταν σε γενικές γραμμές μια προσπάθεια ιστορικής κατά βάση καταξίωσης και τεκμηρίωσης της χριστιανικής πίστεως. (α) Από τη μεταθανάτια έκδοση των υπό εγελιανή επίδραση Vorlesungen über neutestamentliche Theologie, του F.C.Bauer,[29] με έμφαση στη θεολογία της ιστορίας. (β) το δίτομο Lehrbuch der neutestamentliche Theologie[30] του Η. J. Holtzmann,  κλασικό δείγμα θεολογίας της Κ.Δ. κατά την περίοδο της άνθησης του ιστορισμού.[31] (γ) το Βiblische Theologie des N.T. Die Religion Jesu und des Urchristentums[32] του H. Weinel, θιασώτη και εκφραστή της συγκριτικής θρησκειολογίας (Religionsgeschichte), που εξοβέλιζε κάθε τι μυστηριακό ως δάνειο των σύγχρονων του αρχέγονου χριστιανισμού μυστηριακών λατρειών, αναδεικνύοντας μόνο την ηθική διδασκαλία της Κ.Δ.. μέχρι (δ) και την εκ νέου ανακάλυψη και επαναφορά στο προσκήνιο της εσχατολογίας στην καινοδιαθηκική έρευνα από τους J. Wess[33] και A. Schweitzer,[34] καθώς (ε) και το επικεντρωμένο στην πίστη (και όχι στο ουδέτερο θρησκευτικό γεγονός) δίτομο έργο του A. Schlatter,[35] όλα, μα όλα, τα επιστημονικά συγγράμματα – από διαφορετική βέβαια οπτική γωνία το καθένα και με διαφορετικές φιλοσοφικές προϋποθέσεις – αποτελούν απόπειρα πειστικής απάντησης από την πλευρά του χριστιανισμού στην πρόκληση του ρασιοναλισμού.
Φθάνοντας στο δεύτερο μισό του 20ου αι., όταν πια και σημαίνοντες καθολικοί θεολόγοι μπαίνουν δυναμικά στο παιχνίδι της βιβλικής επιστημονικής έρευνας, η κατάσταση ελάχιστα έχει αλλάξει, αφού όσοι από τους καθολικούς ασχολήθηκαν με το αντικείμενο, προσέδωσαν βέβαια μια νέα και οπωσδήποτε πιο ισορροπημένη ώθηση και δυναμική στη Θεολογία της Κ.Δ., γενικά όμως υπήρξαν συνδετικοί κρίκοι της παράδοσης με την κριτική έρευνα και λιγότερο πρωτοπόροι μιας νέας θεώρησης, μιας «αλλαγής παραδείγματος» ως προς τη θεώρηση της Θεολογίας της Κ.Δ. Ίσως αν δεν έφευγε πρόωρα και αδόκητα ο R. E. Brown να παρουσίαζε κάτι νέο, ίσης εμβέλειας και σπουδαιότητας με την πρόσφατη Εισαγωγή του,[36] ως συνέχεια του έργου του  για τη χριστολογία της Κ.Δ.[37]
Συνολικά κρίνοντας την επιστημονική παραγωγή στον τομέα της «Θεολογίας της Κ.Δ.», μπορούμε να πούμε, ότι τα έργα που αναμφισβήτητα επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τις θεολογικές σπουδές ήταν εκείνα των Rudolf Bultmann (1951-55),[38] Joackim Jeremias (1971),[39] Rudolf Schnackenburg (1961)[40] και J. D. G. Dunn (1987 και 1990), [41] ενώ ως πέμπτο σημαντικό έργο θα μπορούσε να αναφερθεί και εκείνο του Alan Richardsson (1959),[42] μολονότι η αποκλειστικά «θεματική» προσέγγισή του κατά τα πρότυπα των εγχειριδίων δογματικής (ωσάν η Κ.Δ. να ήταν ενιαίο κείμενο) δε θεωρείται πλέον σήμερα η ενδεδειγμένη.
Το δίτομο έργο του Bultmann – έργο αναμφισβήτητα μνημειώδες με καταλυτικές επιπτώσεις στην παγκόσμια βιβλική θεολογία, παρ’ όλες τις επιφυλάξεις που μπορεί κανείς να έχει – όπως και εκείνο του μαθητή του Η. Conzelmann (1967),[43] βασίζονται στις κριτικές προϋποθέσεις της μορφο-ιστορικής και της αναθεωρητικής ανάλυσης αντίστοιχα, και αποτελούν περαιτέρω εξέλιξη, οπωσδήποτε πιο αξιόπιστη, στον αγώνα της πίστεως κατά του ρασιοναλισμού. Η «ημιτελής συμφωνία»,[44] αντίθετα, του Jeremias αποτελεί ουσιαστικά απάντηση στη θεολογία του  Bultmann. Ο Jeremias αφιερώνει ολόκληρο τον Α΄ (και δυστυχώς μοναδικό) τόμο στη θεολογία (για την ακρίβεια το κήρυγμα) του Ιστορικού Ιησού, την οποία ο διάσημος μορφοϊστορικός θεωρούσε απλώς «προϋπόθεση» (αφιερώνοντας μάλιστα ελάχιστες σελίδες) και όχι μέρος του κυρίου κορμού της Θεολογίας της Κ.Δ. Κριτικά εξεταζόμενη η Καινοδιαθηκική Θεολογία του Jeremias, βρίσκεται πιο κοντά στις ιδεολογικές προδιαγραφές του μοντερνισμού, αδυνατώντας να παραδεχθεί, όπως ορθά έκανε ο Bultmann, το θεολογικό και χαρισματικό (και όχι ιστορικό) υπόβαθρο της χριστιανικής πίστεως.[45]
Στο έργο του Schnackenburg, όπως και σε εκείνο του Dunn, είναι εμφανής ο προ- βληματισμός, για διαφορετικούς βέβαια λόγους στον καθένα, για τα περιορισμένα όρια της ιστορικο-κριτικής ανάλυσης ως προϋπόθεσης συστηματικής έκθεσης της «Θεολογίας της Κ.Δ.», ακολουθείται όμως και στα δυο η καθιερωμένη σε ολόκληρη τη νεωτερική εποχή προσέγγιση. Η πρωτοτυπία του έργου του Dunn έγκειται στο συνδυασμό της ιστορικής/χρονολογικής παρουσίασης της θεολογικής διδασκαλίας της Κ.Δ. (επιλογή του Βultmann), και της θεματικής προσέγγισης (επιλογή του Richardsson)
Δεν έχουν και πολύ άδικο, λοιπόν, όσοι κατά καιρούς υποστήριξαν ότι η βιβλική επιστήμη είναι πνευματικό τέκνο: (α) της λογοκρατίας του Κant.[46] (β) του Διαφώτισμού, ο οποίος όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω βίαια εξώθησε τη θρησκεία στον ιδιωτικό χώρο. και (γ) της ατομοκρατίας, απευθείας απόρροιας του προτεσταντισμού (ο οποίος διέβλεπε σαφώς διακριτά τα όρια «εκκλησίας»-«πόλεως»). Οι συνέπειες της μετα- νεωτερικότητας δεν έχουν ακόμη επηρεάσει αποφασιστικά αυτό το σχετικά νέο κλάδο της βιβλικής και της καθόλου θεολογικής επιστήμης. νέο βέβαια υπό την έννοια της πλήρους και καθολικής ενσωμάτωσής του στο βασικό κορμό της θεολογικής εκπαίδευσης.

Οι συνέπειες της μετανεωτερικότητας για την επιστήμη της Θεολογίας της Κ.Δ.

Ο 20ος αι. χ.α.. είναι η εποχή που για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία της η ανθρωπότητα έζησε σε τόσο μεγάλη έκταση τη δημιουργία και περαιτέρω εξέλιξη της κοσμικής κοινωνίας (secular society). Είναι όμως και ο αιώνας, στο τελευταίο τέταρτο του οποίου επήλθε και μια ριζική ανατροπή: η παλινόρθωση σε παγκόσμια κλίμακα της θρησκείας, με πρόθεση σε μερικές περιπτώσεις να επηρεάσει εκ νέου το δημόσιο βίο, ακόμη και την πολιτική. Είναι ενδεικτική η έκδοση στις Η.Π.Α. προσφάτως δυο συλλογικών τόμων, που διαπραγματεύονται διεπιστημονικά το κοινωνικό αυτό φαινόμενο της παλινόρθωσης της θρησκείας, και του θρησκευτικού φαινομένου γενικότερα, στην κοινωνική ζωή των λαών.[47] Αυτή η εξέλιξη συμπίπτει με το κοινωνικο-ιστορικό και διανοητικό κίνημα, το οποίο αποκαλείται μετα-νεωτερικότητα (postmodernity).
 Μετα-νεωτερικότητα (postmodernity) είναι ένας αρκετά αμφιλεγόμενος όρος, με τον οποίο βασικά προσδιορίζεται μια ιστορική μετάβαση στη νεώτερη ιστορία του σύγχρονου πολιτισμού. Για να κατανοήσουμε επακριβώς τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές συντεταγμένες του είναι απαραίτητο να αντιπαρατεθούν διαλεκτικά το προ-νεωτερικό (premodern), το νεωτερικό (modern) και το μετα-νεωτερικό (postmodern). Και αυτό είναι εφικτό μόνο σε συνδυασμό με την εναλλαγή των σχέσεων θρησκείας και δημόσιας γνώσης (public knowledge).
Κατά την προ-νεωτερικότητα (premodernity), την εποχή δηλαδή που προηγείται του «αιώνα των φώτων», οι κοσμολογικές ιστορίες των ιερών κειμένων όλων ανεξαρτήτως των θρησκειών αποτελούσαν – η κάθε μία βέβαια για το δικό της πολιτιστικό περιβάλλον – τη μοναδική βέβαιη δημόσια γνώση, την οποία τα ανθρώπινα όντα πίστευαν ότι διέθεταν για την παγκόσμια πραγματικότητα.
Mε την έλευση, όμως, του λεγόμενου «αιώνα των φώτων» (siècle des lumières) η κοσμική επιστήμη αντικατέστησε τη θρησκεία σε ό,τι αφορά τη βέβαιη δημόσια γνώση, με αποτέλεσμα οι ιερές ιστορίες να εκπέσουν σε επίπεδο της πλέον αβέβαιης γνώσης, και η θρησκεία σε ατομική υπόθεση. Γι’ αυτό μάλιστα και ένα από τα πρωταρχικά ιδεώδη του μοντερνισμού ήταν ο πλήρης διαχωρισμός κράτους-Εκκλησίας (αλλά και της θρησκείας γενικότερα από την κοινωνία), η εξώθηση της θρησκείας στον ιδιωτικό τομέα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, και η διακήρυξη του δημόσιου τομέα ως κοσμικού (secular), απαλλαγμένου από κάθε θρησκευτική επιρροή. Σ’ αυτήν ακριβώς τη χρονική συγκυρία η βιβλική επιστήμη απετέλεσε την αμυντική θωράκιση του χριστιανισμού, επιχειρώντας ουσιαστικά με εργαλείο την ιστορική κριτική την αποκατάσταση του ιστορικού κύρους του. Είναι χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα για τη θεολογία του ευαγγελιστή Λουκά, το περίφημο πεντάτομο έργο των F. J. Foakes Jackson-Kirsopp Lake, The Beginnings of Christianity[48] όπως επίσης και η θεολογική πραγματεία του πρωτεργάτη της θρησκευτικής ανεκτικότητας και ένθερμου θιασώτη και εκ των θεμελιωτών σε θρησκευτικό επίπεδο της νεωτερικότητας, John Lock, The Reasonableness of Christianity, as Delivered in the Scriptures.[49]
Η μετα-νεωτερικότητα (postmodernity), αν και φαινόμενο των τελευταίων κυρίως δεκαετιών, είχε τις προδρομικές απαρχές της στην εμφάνιση των κοινωνικών επιστημών. Οι επιστήμες αυτές έχοντας αρχίσει να εξετάζουν τις κοινωνίες διαφόρων πολιτισμικών αποχρώσεων κατά την προ-νεωτερικότητα, διαπίστωσαν εντελώς διαφορετικές και σπάνια μονολιθικές (ιεροκρατικές) περιγραφές για τη φύση και τη φυσική τάξη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διαπίστωση ότι η ανθρωπότητα ποτέ δεν έζησε στα όρια της «φύσης», της θρησκοληψίας (στη σκιά δηλαδή της θρησκείας), αλλά πάντα στα πλαίσια «πολιτισμού», που είναι προϊόν της γλώσσας και της ανθρώπινης εν γένει δημιουργικότητας. Η διαπίστωση αυτή, κυρίως όμως η εφαρμογή κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αι. χ.α. και στην επιστήμη (συμπεριλαμβανομένων και των κοινωνικών επιστημών) των ίδιων μεθόδων κοινωνιολογικής και ιστορικής κριτικής, οι οποίες εφαρμόστηκαν κατά τη νεωτερική εποχή στη θρησκεία, συνέβαλε κατά δραματικό τρόπο στην ανακάλυψη της σχετικότητας της επιστήμης, του ορθού λόγου, της ιστορι- κής κριτικής, και γενικά κάθε κοσμοθεωρίας, όχι αποκλειστικά και μόνο της θρησκευ- τικής. Κατά τον Darrell Fasching η ανακάλυψη αυτή στο σύγχρονο επιστημονικό κόσμο ήταν πιο συγκλονιστική και από εκείνη ότι η γη δεν αποτελεί το κέντρο του σύμπα- ντος,[50] αφού καμιά πλέον θεώρηση δεν μπορεί αυτόματα να εκληφθεί ως «αντικειμε- νική».
Η κριτική, λοιπόν, ιστορική επιστημονική γνώση, η οποία αμφισβήτησε τη βασισμένη στην πίστη παραδοσιακή θρησκευτική γνώση, εν ονόματι της βασισμένης στη λογική κριτικής επιστημονικής γνώσης, σε σημαντικούς τομείς είναι το ίδιο σχετική με τη οποιαδήποτε θρησκευτική γνώση. Προσφέρει με άλλα λόγια εξίσου φανταστική και επινοητική ερμηνεία του κόσμου με την προ-νεωτερική. Άλλωστε, υπόκειται και αυτή σε συνεχείς αναθεωρήσεις. Μια από τις πιο δραματικές, μάλιστα, συνέπειες αυτής της σχετικοποίησης της γνώσεως ήταν και το γνωστό φαινόμενο της παλινόρθωσης της θρησκείας (religious resurgence), το οποίο θεωρείται ταυτόχρονα και απειλή για την ανθρωπότητα, αλλά και μια από τις πιο ελπιδοφόρες εξελίξεις της μετα-νεωτερικό- τητας.[51]
Προς μια «αλλαγή παραδείγματος»;  
 Με βάση τις συνθήκες που περιγράψαμε και υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η Θεολογία της Κ.Δ. κατά την περίοδο της νεωτερικότητας αναγκαστικά έμελλε να ακολουθήσει μια από τις εξής κατευθύνσεις: ή να είναι ιστορική,[52] ή δυναμική συντηρητική (Stylianopoulos[53]) ή μη/ημι-κριτική, θεμελιοκρατική ή κανονικο-κριτική (Childs),[54] ή θεματική, παραθεωρώντας τα οφθαλμοφανή ιστορικά δεδομένα (Richardsson),[55] ή δογματική/ομολογιακή (Léon Dufour,[56] Παναγόπουλος[57] κ.ά.).
 Έχοντας υποβάλει σε κριτική θεώρηση τις απόψεις του παλαιού «παραδείγματος», οφείλουμε να παρουσιάσουμε για γόνιμο διάλογο και ανάλογη κριτική αντιπαράθεση και τις δικές μας. Οι βασικές, λοιπόν, ερμηνευτικές θέσεις που πολύ πρόχειρα ως προλεγόμενα μπορούμε να προτείνουμε είναι οι εξής:
 Χωρίς να παραθεωρείται ο ιστορικός χαρακτήρας της Κ.Δ., θα πρέπει να αναγνωρίζονται τα πεπερασμένα όρια της ιστορικο-κριτικής θεώρησης αναφορικά με τη συστηματική παρουσίαση της διδασκαλίας της. Ένας συνδυασμός ιστορικής και θεματικής προσέγγισης της καινοδιαθηκικής θεολογίας, με τη παράλληλη αναγνώριση των αρχέγονων ημι- ή και εξω- κανονικών παραδόσεων και κειμένων (ιδίως Q και το κατά Θωμάν Ευαγγέλιο) θα πρέπει να θεωρούνται όχι μόνον θεμιτά αλλά και άκρως απαραίτητα. Η τεράστια συμβολή των κοινωνικών επιστημών, με την οποία πλέον αναδεικνύονται τόσο η εσχατολογική όσο και η λειτουργική διάσταση των απαρχών του χριστιανισμού, καθώς και η εξέλιξη στον τομέα της εκκλησιολογίας με την ανάδειξη της έννοιας της κοινωνίας ως βασικής για την κατανόηση της ταυτότητας της Εκκλησίας, επομένως και της εμπειρίας η οποία ουσιαστικά αποτυπώνεται στα πρώιμα κείμενα του χριστιανισμού, πρέπει να αποτελούν τους κύριους άξονες του «νέου παραδείγματος» Θεολογίας της Κ.Δ.
Η βιβλική επιστήμη, άλλωστε, φαίνεται οριστικά να καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι προηγήθηκε η εσχατολογική εμπειρία της Εκκλησίας, βιούμενη περί την ευχαριστιακή τράπεζα ως προληπτική φανέρωση της Βασιλείας του Θεού και ως κοινωνία των εσχάτων, και ακολούθησε η καταγραφή της ως χαρμόσυνη είδηση (εÇ-αγγέλιον). Το «ευχαριστιακό» αυτό παράδειγμα επαναφέρει πάλι το κέντρο βάρους από το μήνυμα στην εμπειρία, από τη χριστολογία (και φυσικά από τη σωτηριολογία) στην εσχατολογία, και τέλος από το Χριστό ως κέντρο και φορέα της Βασιλείας του Θεού σ’ αυτό καθαυτό το γεγονός της Βασιλείας του Θεού, στην έννοια δηλαδή της κοινωνίας,[58] χωρίς βέβαια να αναιρείται η χριστοκεντρικότητα.[59]  Με αυτόν ως κανόνα εντός του κανόνα όχι μόνο η παύλεια - και στη συνέχεια η μάρκεια και κυρίως της λουκάνεια και ιωάννεια - θεολογία κατανοούνται μέσα σε εντελώς νέα πλαίσια, αλλά και η οποιαδήποτε απόπειρα καταγραφής  «Θεολογίας της Καινής Διαθήκης» θα πρέπει να έχει νέα μορφή και ασφαλώς νέο περιεχόμενο.[60]
                                                                     (από το Δελτίο Βιβλικών Μελετών, 2000)

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος: Αποστολικό Ανάγνωσμα Γ΄ Κυριακή Ματθαίου

 



Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος: Αποστολικό Ανάγνωσμα  Γ΄ Κυριακή Ματθαίου
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ  ΤΩ  ΘΕΩ  ΔΙΑ   ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ  ΤΟΥ  ΥΙΟΥ  ΑΥΤΟΥ 
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Γ΄ Κυριακή Ματθαίου
(Ρωμ. ε' 1-11)
Πολλές είναι οι παγίδες τού εχθρού μας, αλλά δύο είναι αυτές που χρησιμοποιεί περισσότερο ο διάβολος για να παρασύρει τον άνθρωπο στον όλεθρο. Η πρώτη ονομάζεται απελπισία και η δεύτερη αναισθησία. Με την απελπισία εισηγείται ότι λόγω των αμαρτιών του ο άνθρωπος είναι πλέον χαμένος. Ότι δεν υπάρχει σωτηρία. Με την πνευματική αναισθησία αφήνει τον άνθρωπο να ζει μέσα στην πλάνη και στην αίρεση και να πιστεύει ότι από εκεί που βρίσκεται θα σωθεί. Αν και εντελώς αντίθετη η μία κατάσταση της άλλης, έχουν όμως κοινή βάση και κοινά τα αποτελέσματα, αφού και οι δύο απορρίπτουν την σώζουσα μετάνοια και την εκζήτηση της σωτηρίας που απέρρευσε από τον Σταυρικό θάνατο του Υιού τού Θεού.
Αλλά όσοι αποτελούμε συνειδητά μέλη τής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας δεν θα πρέπει ούτε να απελπιζόμαστε, αλλά ούτε και να εφησυχάζουμε, αφού η σωτηρία μας είναι ασφαλής και εγγυημένη. Και είναι εγγυημένη διότι την εγγυώνται ο θάνατος και η ζωή τού Χριστού.
Ουδέποτε ο άνθρωπος θα μπορούσε να συλλάβει με την πεπερασμένη του διάνοια το μοναδικό αυτό γεγονός, τον σταυρικό δηλαδή θάνατο του Ιησού Χριστού. Το δε συγκλονιστικό είναι ότι την σταύρωση την ενεργεί ο αμαρτωλός και ένοχος άνθρωπος, χάριν τού οποίου και αντί τού οποίου αποθνήσκει ο Χριστός. Τώρα πλέον ο ταλαίπωρος άνθρωπος σώζεται από τον πόνο, την θλίψη και τον αιώνιον θάνατον που φέρει ως αποτέλεσμα η αμαρτία.
Δεν είναι καθόλου απλή υπόθεσις η αμαρτία όπως νομίζουν αρκετοί και παίζουν μαζί της. Πρόκειται περί επαναστάσεως και έχθρας εναντίον τού Δημιουργού, γι' αυτό και πρέπει ευκαίρως ακαίρως να τονίζεται το γεγονός ότι η κατάρα αυτή αποτελεί χωρισμό τού ανθρώπου από τον Τριαδικό Θεό.
Αλλά σ' αυτό ακριβώς το σημείο τής αποστασίας φανερώνεται η ανέκφραστη αγάπη τού Θεού και εκδηλώνεται το προαιώνιο σχέδιο της σωτηρίας.
Και όπως θεοπνεύστως τονίζει στο Απ. Ανάγνωσμα ο Απ. Παύλος “Εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου τού Υιού αυτού”. Ο θάνατος αυτός του Χριστού, όχι μόνο σταμάτησε το κακό αλλά εξιλέωσε τον άνθρωπο ενώπιον του Θεού και επήλθε συμφιλίωσις τελεία και ολοκληρωτική. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα εάν όντως θελήσει να ανέλθει και πάλιν στο “αρχαίον κάλλος”!
Αλλά ενώ έτσι έχει η κατάστασις· ενώ η αγάπη τού Θεού Πατρός διά της Θυσίας τού Υιού Του και της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος άνοιξε τον δρόμο για την σωτηρία και τον εξαγιασμό τού ανθρώπου, βλέπουμε ότι εμείς οι ίδιοι γινόμαστε το εμπόδιο στην ευλογημένη αυτή πορεία προς τον φωτισμό και την θέωση. Αισθανόμαστε όχι λίγες φορές την αμαρτητική ροπή μέσα μας ως μαγνήτη τού διαβόλου να μας αποσπά από τα ύψη τής Χάριτος και να μας προσκολλά στην ύλη τής φθοράς και στον πνευματικό θάνατο μέσω των αισθήσεων και των ποικίλων παθών και αδυναμιών.
Και το αποτέλεσμα αυτής τής καταστάσεως είναι η ενοχή, οι τύψεις και η συναίσθηση ότι ελυπήσαμε την σταυρωμένη αγάπη και αθετήσαμε τις ιερές υποσχέσεις τού βαπτίσματος. Τότε όμως είναι που δεν πρέπει να παραιτούμαστε από τον αγώνα μας. Όσο κι αν τα κύματα μας κτυπούν, τόσο και περισσότερο θα ελπίζουμε. Και τούτο, διότι ο Χριστός παρεμβαίνει μεταξύ ημών και του Θεού Πατρός ως αιώνιος Λυτρωτής μας.
Ο θάνατός Του μας συμφιλίωσε με τον Θεό και η ζωή Του μας εξασφαλίζει και εγγυάται την σωτηρία μας. Αυτό ακριβώς τονίζει και η αποστολική φράσις “σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού”.
Και αυτά μεν για ό,τι έκαμε ο Θεός για τον άνθρωπο. Εάν όμως εμείς οι ίδιοι δεν πιστεύσουμε και δεν εργασθούμε την σωτηρία μας διά της μετανοίας και της εν γένει Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής ζωής, η θυσία τού Χριστού από μόνη της δεν είναι δυνατόν να μας σώσει. Απαιτείται και η εκ μέρους τού ανθρώπου πίστις και αποδοχή τού σωτηριώδους έργου τής Αγίας Τριάδος. Αυτό όμως το σχέδιον της σωτηρίας δεν ενεργοποιείται ούτε εάν ο άνθρωπος δεν το θέλει, ούτε εάν βρίσκεται εκτός τού Σώματος του Χριστού. Εκτός τής Αγίας μας Ορθοδοξίας. Έτσι λοιπόν καταλήγουμε στο ότι όχι μόνο όσοι ζούνε μέσα σ' ένα πνεύμα αναισθησίας δεν σώζονται, αλλά εγκληματούν και όσοι ορθόδοξοι και μάλιστα “ποιμένες” Ορθόδοξοι διακηρύσσουν ότι υφίστανται και άλλες σώζουσες “Εκκλησίες” εκτός αυτής τής Ορθοδόξου. Πρόκειται δηλαδή είτε περί αφελών και αγραμμάτων περί τα Θεολογικά και την Δογματική – Πατερική διδασκαλία, είτε περί συνειδητών προδοτών που ως άλλοι λύκοι εν δορά προβάτου κατεργάζονται την φθοράν τού ποιμνίου. 
Όσοι μάλιστα εκ των πιστών παρακολουθούν τα οικουμενιστικά τεκταινόμενα, διαπιστώνουν ότι ολονέν και περισσότερο η λαίλαπα αυτή ισοπεδώνει την ορθόδοξον συνείδησιν, ενώ από την άλλην προσφέρει τα μαξιλαράκια τού διαβόλου σε όσους εκτός Εκκλησίας θα ήθελαν να ενταχθούν στο Σώμα τού Χριστού. Με δυο λόγια οι Οικουμενιστές παίζοντας ρόλον διαβόλου, επί της ουσίας καταστρατηγούν το σχέδιον της σωτηρίας. Και επειδή φθάσαμε στο σημείο να αθετείται η πίστις υπό των υπευθύνων ταγών και να προδίδεται η παρακαταθήκη, κρίνεται αναγκαίον όσοι πιστοί, να απαιτούν και να ελέγχουν τα πιστεύω όσων αυθαιρέτως μάς “εκπροσωπούν” στις οικουμενιστικές συνάξεις και υπογράφουν αντί ημών κείμενα τα οποία είναι όλως απαράδεκτα από δογματικής, νομοκανονικής και Ορθοδόξου βιωματικής απόψεως.
Αυτό το αίμα τού Χριστού, μας εξαγνίζει, μας φωτίζει, μας ενδυναμώνει, μας εξαγιάζει και μας καθοδηγεί, δια των Αγίων τής Εκκλησίας μας, στο να αρνηθούμε την τακτική των ριψάσπιδων οικουμενιστών και εντός και μόνο εντός τής Εκκλησίας μας (ουδέποτε στα σχίσματα και στις ποικίλες αντικανονικές καταστάσεις) να ακολουθούμε την Αποστολική και Πατερική Παράδοση που αυτή και μόνο αυτή οδηγεί στη σωτηρία.
Αμήν.
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Email: ioil.konitsa@gmail.com

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Για πολλούς Χριστιανούς το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο είναι το πιο πολύτιμο βιβλίο της Κ. Διαθήκης. Είναι το βιβλίο που μας τρέφει πνευματικά και οι καρδιές μας βρίσκουν ανάπαυση. Είναι το βιβλίο που αποκαλύπτει τις βαθύτερες πτυχές από τα αιώνια μυστήρια. Προβάλλει τις αιώνιες αλήθειες και παρουσιάζει το χαρακτήρα του ίδιου του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Είναι το Ευαγγέλιο που πολεμήθηκε πείσμονα από τους Ορθολογιστές γιατί σαφέστερα από κάθε άλλο Ευαγγέλιο μαρτυρεί για τη θεότητα του Ιησού Χριστού. Το Ευαγγέλιο αυτό ξεκινάει με τη διακήρυξη της προΰπαρξης του Κυρίου: «εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο λόγος» 1:1 και σ’ αυτή τη διακήρυξη επανέρχεται επανειλημμένα. Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο στο τέταρτο Ευαγγέλιο ο Ιησούς εμφανίζεται ως ο Υιός του Θεού. Το βρέφος της Βηθλεέμ δεν είναι άλλος από τον μονογενή Υιό του Πατέρα. Αν και «ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο» 1:10 και «εν αυτώ ζωή ην» 1:4, «ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» 1:14. «και ομολογουμένως μέγα εστίν το της ευσεβείας μυστήριον. Θεός εφανερώθη εν σαρκί» Α’ Τιμ. 3:16. Αποτελεί σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, από το 2ο κιόλας μ. Χ. αιώνα, ότι το τέταρτο Ευαγγέλιο είναι έργο του Ιωάννη του μαθητή του Κυρίου. Βέβαια ο ιερός συγγραφέας πουθενά δεν αναφέρει το όνομά του μέσα στο Ευαγγέλιό του. Δίνει όμως αρκετές ενδείξεις για την ταυτότητά του. Ο χρόνος συγγραφής τοποθετείται στα τέλη του 1ου μ. Χ. αιώνα, και ως τόπος συγγραφής γίνεται γενικά αποδεκτή η Έφεσος. Ο Ιωάννης ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης. Η Σαλώμη πρέπει να ήταν αδελφή της Μαρίας της μητέρας του Κυρίου. Ο Ιωάννης υπήρξε ένας από τους πρώτους που ακολούθησαν το Χριστό, και πρέπει να είναι ο ανώνυμος μαθητής που συνόδευσε τον Ανδρέα στην πρώτη επίσκεψή του στον Ιησού[1:35-40]. Φαίνεται όμως ότι, μετά την πρώτη εκείνη γνωριμία του με το Χριστό, επανήλθε στο αλιευτικό του επάγγελμα για κάποιο χρονικό διάστημα[Λουκ. 5:10] έως ότου ο Κύριος τον κάλεσε, μαζί με τον Ιάκωβο, να τον ακολουθήσει. Αργότερα ο Χριστός και τους δύο τους ονόμασε «Αποστόλους», μαζί με τους άλλους δέκα μαθητές[Ματθ. 10:2], και τους αποκάλεσε «Βοανεργές» δηλ. «Υιοί βροντής»[Μάρκ. 3:17], προφανώς λόγω του βίαιου χαρακτήρα τους. Αξίζει να θυμηθούμε το περιστατικό που αναφέρει ο Λουκάς: «Ενώ πλησίαζαν να συμπληρωθούν οι μέρες που ο Ιησούς θα άφηνε αυτόν τον κόσμο, πήρε την απόφαση να πάει στην Ιερουσαλήμ. Πριν πάει, έστειλε αγγελιοφόρους, οι οποίοι μπήκαν σ’ ένα χωριό των Σαμαρειτών για να προετοιμάσουν τον ερχομό του. Οι Σαμαρείτες όμως δεν τον δέχτηκαν, γιατί κατευθυνόταν προς την Ιερουσαλήμ. Όταν το είδαν αυτό οι μαθητές του Ιάκωβος και Ιωάννης, του είπαν: ‘Κύριε, θέλεις να ζητήσουμε να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό και να τους καταστρέψει, όπως έκανε ο Ηλίας;’ Εκείνος στράφηκε προς αυτούς και τους επέπληξε λέγοντας ‘Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας. Ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους αλλά να τους σώσει’» Λουκ. 9:51-56. Αυτό το μαθητή το Πνεύμα του Θεού τον μεταμόρφωσε σε μαθητή της αγάπης. Μετά την Πεντηκοστή ο Ιωάννης εμφανίζεται επανειλημμένα στην αφήγηση των Πράξεων των Αποστόλων, ως επί το πλείστον ως σύντροφος του Πέτρου. Ήταν στην Ιερουσαλήμ, όταν ο Παύλος πήγε εκεί μετά το πρώτο ιεραποστολικό του ταξίδι[Πράξ. 15:6, Γαλ. 2:9]. Κατόπιν εξαφανίζεται από τις σελίδες των Πράξεων και, κατά την ομόφωνη αρχαία παράδοση, τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε στην Έφεσο. Εκεί όμως θα πρέπει να πήγε μετά το έτος 65 μ. Χ., γιατί , όταν ο Παύλος επισκέφθηκε αυτή την πόλη, δεν την είχε επισκεφθεί ακόμη ο Ιωάννης. Επί αυτοκρατορίας Δομιτιανού ο Ιωάννης εξορίστηκε στην Πάτμο. Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Νέρβας, απελευθερώθηκε και επανήλθε στην Έφεσο. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Ειρηναίου, Ωριγένη και Πολυκράτη παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του, σε βαθύ γήρας, επί αυτοκρατορίας Τραϊανού.