Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Κυριακή του Τυφλού - Τρία σημεία του Ευαγγελίου (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)



IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
ΤΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
1. Ὀλίγα λόγια θά σᾶς πῶ, ἀδελφοί χριστιανοί, στό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὀλίγα καί ἁπλᾶ, γιατί δέν ἔχω καί τήν δύναμη νά σᾶς πῶ περισσότερα. Ἡ σημερινή Κυριακή πού τήν ξέρουμε ὡς «Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ», μᾶς μιλάει γιά τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ὁμολόγησε τόν Χριστό ὁ τυφλός στό τέλος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου καί τόν προσκύνησε ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεό (9,38). Ἀλλά, πιό συγκεκριμένα, τό σημερινό Εὐαγγέλιο κηρύττει τόν Ἰησοῦ Χριστό Δημιουργό. Ἔτσι εἶναι, χριστιανοί μου, καί ἔτσι ὁμολογοῦμε τόν Ἰησοῦ Χριστό στό «Πιστεύω» μας, ὡς «δι᾽ οὗ τά πάντα ἐγένετο». Καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, πού αὐτήν τήν περίοδο ἀκοῦμε περικοπές ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό του, λέγει στήν ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου του γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό μας ὅτι «πάντα δι᾽ Αὐτοῦ ἐγένετο καί χωρίς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονεν» (1,3). 

Ἀλλά ποῦ τό σημερινό Εὐαγγέλιο τοῦ τυφλοῦ λέγει τόν Χριστό ὡς Δημιουργό; Ἀκοῦστε: Ὁ τυφλός πού θεραπεύτηκε, ἀδελφοί, δέν ἦταν τυφλός ὅπως ἄλλοι τυφλοί, πού τούς θεράπευσε ὁ Χριστός, ἀλλά ἦταν τυφλός ἐκ γενετῆς· δηλαδή, δέν εἶχε καθόλου μάτια. Δέν εἶχε καθόλου τά ὄργανα τῶν ματιῶν. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, λοιπόν, θεραπεύοντάς τον, τοῦ δημιούργησε πρῶτα τά ὄργανα τῶν ματιῶν του. Καί πῶς τά δημιούργησε; Ὅπως τό διαβάζουμε στήν Γένεση ὅτι δημιούργησε ὁ Θεός τόν πρῶτο ἄνθρωπο, τόν Ἀδάμ. Μέ χῶμα ἀπό τήν γῆ (Γεν. 2,7)! Ἔτσι καί ἐδῶ ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἔπτυσε χαμαί καί ἐποίησε πηλόν ἐκ τοῦ πτύσματος καί ἐπέχρισε τόν πηλόν» στήν θέση τῶν ματιῶν τοῦ τυφλοῦ καί τόν ἔστειλε ἔπειτα στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ νά νιφθεῖ καί ἀπέκτησε ὁ τυφλός τό φῶς του (9,6.7). Ὁ Χριστός, χριστιανοί μου, χρησιμοποιήσας τόν σίελό του γιά θεραπεία, ἐδήλωσε μέ αὐτό ὅτι κάθε τι πού ἀνήκει σ᾽ Αὐτόν, καί τό σάλιο Του ἀκόμη, ἔχει θεραπευτική δύναμη! Αὐτός ὁ πηλός μέ τόν σίελο τοῦ Χριστοῦ, αὐτός θεράπευσε τόν τυφλό καί ὄχι τό ὅτι πῆγε στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ καί νίφθηκε. Στήν κολυμβήθρα πήγαιναν πολλοί καί νίπτονταν, χωρίς ὅμως νά ἀποκτήσουν τήν ὑγεία τους.

Κυριακή του Τυφλού, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ιωάνν. 9,1-38 (21-5-2017)



Πεντ 61 Ο Χριστός ιώμενος τον τυφλόν
Ηλιάνας Κάουρα, θεολόγου
Πρωτότυπο Κείμενο
Τω καιρώ εκείνω παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες; Ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος η οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Απεκρίθη ο Ιησούς∙ Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Εμέ δε εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ήμέρα εστίν έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Όταν εν τω κόσμω, φως ειμί του κόσμου. Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ∙ ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος. Απήλθεν ουν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ουν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον∙ Ουχ ούτος εστίν ο καθήμενος και προσαιτών; Άλλοι έλεγον ότι ούτος εστίν άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστίν. Εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμί. Έλεγον ουν αυτώ∙ Πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; Απεκρίθη εκείνος και είπεν∙ Άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι∙ ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι∙ απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. Είπον ουν αυτώ∙ Που εστίν εκείνος; Λέγει∙ Ουκ οίδα. Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτέ τυφλόν. Ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αύτού τους οφθαλμούς. Πάλιν ουν ήρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πώς ανέβλεψεν. Ο δε είπεν αυτοίς∙ Πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. Έλεγον ουν εκ των Φαρισαίων τινές∙ Ούτος ο άνθρωπος ουκ εστί παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. Άλλοι έλεγον πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; Και σχίσμα ην εν αυτοίς. Λέγουσι τω τυφλώ πάλιν∙ Συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. Ουκ επίστευσαν ουν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες∙ Ούτος εστίν ο υιός υμών, ον υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; Πως ουν άρτι βλέπει; Απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον∙ Οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη∙ πως δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους∙ ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. Εφώνησαν ουν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ος ην τυφλός, και είπον αυτώ∙ Δος δόξαν τω Θεώ∙ ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστίν.  Απεκρίθη ουν εκείνος και είπεν∙ Ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα∙ εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν∙ Τι εποίησέ σου; Πως ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Άπεκρίθη αυτοίς∙ Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε∙ Τι πάλιν θέλετε ακούειν; Μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; Ελοιδόρησαν αυτόν και είπον∙ Συ ει μαθητής εκείνου∙ ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμεν ότι Μωυσή λελάληκεν ο Θεός∙ τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς∙ Εν γαρ τούτω θαυμαστόν εστίν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. Οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβής η και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ηνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. Απεκρίθησαν και είπον αυτώ∙ Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; Και εξέβαλον αυτόν έξω. Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ∙ Συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; Απεκρίθη εκείνος και είπε: Και τις εστί, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; Είπε δε αυτώ ο Ιησούς∙ Και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστίν. Ο δε έφη∙ Πιστεύω, Κύριε∙και προσεκύνησεν αυτώ.
Μετάφραση
Εκείνο τον καιρό, καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;»  Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. Όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που με έστειλε. Έρχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για  τον κόσμο» Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», που σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, πήγε και νίφτηκε και όταν γύρισε πίσω έβλεπε. Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;» Μερικοί έλεγαν: «Αυτός είναι», ενώ άλλοι έλεγαν: «Είναι κάποιος που του μοιάζει». Ο ίδιος έλεγε: «Εγώ είμαι». Τότε τον ρωτούσαν: «Πώς λοιπόν άνοίξαν τα μάτια σου;» Εκείνος απάντησε: «Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια μου και μου είπε: πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου». Τον ρώτησαν, λοιπόν: «Που είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω» τους απάντησε. Τον έφεραν τότε στους Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. Η μέρα που έφτιαξε  ο Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. Άρχισαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. Αυτός τους απάντησε: «Έβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω». Μερικοί από τους Φαρισαίους έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους. Ρωτούν λοιπόν πάλι τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν; Πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Είναι προφήτης». Οι Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι γονείς του τότε αποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός∙ πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο∙ ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του, ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο».  Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν: «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Εκείνος τότε τους απάντησε: «Αν  είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω∙ ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω». Τον ρώτησαν πάλι: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» «Σας το είπα κιόλας» τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε∙ γιατί  θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως θέλετε και εσείς να γίνετε μαθητές του;» Τον περιγέλασαν τότε και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου∙ εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευση του». Τότε απάντησε ο άνθρωπος και τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο πως εσείς δεν ξέρετε από που είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τους αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος σέβεται και κάνει το θέλημα του, αυτόν τον ακούει. Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. Αν αυτός δεν ήταν από το Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». «Εσύ είσαι βουτηγμένος στην αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις τον δάσκαλο σ’ εμάς;» Και τον πέταξαν έξω. Ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» «Μα τον έχεις κιόλας δει», του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.
Σχολιασμός
Μέσα από τα ιερά Ευαγγέλια διαπιστώνουμε ότι ο Χριστός δίδασκε με λόγους, παραβολές και θαύματα. Η συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή αναφέρεται σ’ ένα από τα θαύματα του Ιησού Χριστού το οποίο μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Η διήγηση περιγράφει το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού. Το θαύμα αυτό όπως και τα υπόλοιπα θαύματα του Ιησού Χριστού, αποτελούν «σημεία» παρέμβασης του Θεού στη ζωή των ανθρώπων αλλά και μια παραβολική διδασκαλία με την οποία αποκαλύπτεται η μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο απεσταλμένος του Θεού Πατέρα, ο σωτήρας του κόσμου.

Κυριακή του Τυφλού Κατηγορία Γραπτό κήρυγμα, Πεντηκοστάριον Ιω. 9, 1-38






Κυριακή του Τυφλού Κατηγορία Γραπτό κήρυγμα, Πεντηκοστάριον Ιω. 9, 1-38 Συνάντησαν στο δρόμο, ο Ιησούς και οι μαθητές Του, έναν εκ γενετής τυφλό. Και η πρώτη απορία των μαθητών ήταν “Κύριε, ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός;”. “Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του”, απαντά ο Χριστός, “αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού”. Και αφού με το σάλιο Του έφτιαξε πηλό, τονίζοντας ότι Αυτός ο ίδιος είναι το φώς του κόσμου, τον έβαλε επάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο Κύριος επαναλαμβάνει μπροστά στα μάτια των μαθητών Του το έργο της Δημιουργίας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού. Τόσο μεγάλο είναι το θαύμα, ώστε ακόμα και οι γείτονες του πρώην τυφλού, αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Τον ρωτούν επανειλημμένα να τους εξηγήσει πώς, ενώ δεν είχε μάτια, τώρα έχει και βλέπει. Κι εκείνος, με απλότητα τους διηγείται το περιστατικό και με πίστη ομολογεί ότι ο Ιησούς, που τον θεράπευσε, είναι Προφήτης, δηλαδή απεσταλμένος του Θεού. Κι ενώ ο σωματικά τυφλός τώρα βλέπει, οι γραμαμτείς και οι Φαρισαίοι εμμένουν στην πνευματική τους τύφλωση, διώχνοντας από τη συναγωγή όποιον τολμούσε να ομολογήσει τον Χριστό. Αρνούνται αρχικά το θαύμα, καλούν τους γονείς του τυφλού για να βεβαιωθούν ότι πράγματι γεννήθηκε τυφλός, και τέλος κατηγορούν τον Χριστό ως αμαρτωλό, επειδή έφτιαξε πηλό την ημέρα του Σαββάτου. Στην τύφλωσή τους και την πόρωση της καρδιάς τους, ο μόνος που τολμά να αντισταθεί και να επιχειρηματολογήσει είναι ο θεραπευθείς τυφλός. “Δεν δέχεστε τον Ιησού ως απεσταλμένο του Θεού”, τους απαντά, “εκείνο όμως που γνωρίζουμε όλοι είναι ότι ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά τους θεοσεβείς. Και από τη στιγμή που πραγματοποίησε ένα τόσο μεγάλο και πρωτάκουστο θαύμα, δεν μπορεί να μην προέρχεται από τον Θεό”. Η πνευματική όμως τύφλωση, η οποία πάντοτε συνοδεύεται από τον εγωισμό, υπαγορεύει στους φαρισαίους να εκφραστούν υπεροπτικά: “εσύ, που γεννήθηκες μέσα στην αμαρτία, τολμάς να μας διδάσκεις;” και με τα λόγια αυτά τον έδιωξαν από τη συναγωγή. Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι τον έδιωξαν

Η απάντηση της ταπείνωσης. (Κυριακή του Τυφλού)PEMTOYSIA



«Ο δε έφη· Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ»
Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός. Ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας του γίνεται αφετηρία σωτηρίας, η οποία στο τέλος του ευαγγελικού αναγνώσματος εκφράζεται διά της ομολογίας της πίστεώς του. Ο Χριστός τον ρωτά: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού»; Και ο τυφλός τότε κατορθώνει να δει όχι μόνο το επίγειο, αλλά και το φως της Θεότητος: « Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».
Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ευλογημένη ευκαιρία, έτσι ώστε και εμείς, ως ορθόδοξοι άνθρωποι, να προβληματιστούμε για την πίστη μας και να ανανεώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε κατά την ημέρα της βαπτίσεώς μας.
Πολλές φορές, απογοητευμένοι από τα ανθρώπινα και τα καθημερινά, προβληματιζόμαστε για την παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Ζητάμε σημεία για να πιστέψουμε . Ακόμη κι όταν ο Κύριος βρισκόταν καρφωμένος επάνω στον Σταυρό, οι άνθρωποι Τον πείραζαν και Τον βλασφημούσαν λέγοντας: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε σε Σένα». Όμως ο Κύριος δεν απάντησε. Παρέμεινε, εν σιωπή, στον Σταυρό και πέθανε, για να ζήσει ο άνθρωπος, και αναστήθηκε, για να ανοίξει τη θύρα του Παραδείσου και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ζωή του Θεού.
Η σιωπή του Θεού

Κυριακή του Τυφλού


ΣΤ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Υπό
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
κ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Χριστός Ανέστη!  Αληθώς Ανέστη ο Κύριος!
Έξι μήνες πριν από την σταυρική του Θυσία, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, στην γιορτή της Σκηνοπηγίας, πήγε στα Ιεροσόλυμα, μολονότι γνώριζε, ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων ζητούσαν να τον θανατώσουν, και κήρυττε μέσα στο περίβολο του Ναού.  Βγαίνοντας, είδε ένα τυφλό να κάθετε σε μιά γωνιά και να ζητά ελεημοσύνη.  Οι Μαθητές ρώτησαν τον Διδάσκαλό τους, «Κύριε, ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός»;  Και Εκείνος, που γνωρίζει τις καρδιές  των ανθρώπων απάντησε με φιλάνθρωπα αισθήματα αγάπης και ευσπλαχνίας.  «Ούτε αυτός αμάρτησε, ούτε οι γονείς του.  Γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν τα έργα του Θεού».
Στο Ιουδαϊκό λαό βασίλευε η αντίληψη, ότι οι αμαρτίες των γονέων ταλαιπωρούν τις μεταγενέστερες γενεές των παιδιών τους.  Αυτή η αντίληψη προήλθε από την παρεξήγηση της εντολής του Θεού, ο Οποίος διέταξε τον Ισραήλ να μη κατασκευάσει είδωλα, μήτε να λατρεύσει άψυχα ξόανα.  Με άλλα λόγια προέτρεπε το λαό του Ισραήλ, να μη επανέλθη στην πολυθεϊα των ειδώλων.  Σε περίπτωση δε που θα παράκουε και θα αποστατούσε από την πίστη στον ένα Αληθινό Θεό, τότε η τιμωρία της αμαρτίας τους θα μεταβιβαζόταν και στα παιδιά των μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς.  Αυτή την ειδική διάταξη γενικεύθηκε από τον άνθρωπο για κάθε αμάρτημα.  Αυτή την αντίληψη βλέπομε να έχουν και οι άγιοι Απόστολοι του Χριστού.
Βέβαια ο Μωσαϊκός Νόμος, προκειμένου περί των ατομικών αμαρτημάτων, δήλωνε με κάθε σαφήνεια, ότι οι ευθύνες είναι ξεχωριστές για τον καθένα.  Διότι, ούτε οι πατέρες θα τιμωρηθούν για τα ατομικά αμαρτήματα των παιδιών τους, ούτε τα παιδιά για τα προσωπικά αμαρτήματα των γονιών τους. Ο καθένας έχει να δώσει λογοδοτήσει ανάλογα με τις πράξεις του.

Ο εκ γενετής Τυφλός δεν γεννήθηκε έτσι, γιατί έτσι θέλησε ο Θεός να τιμωρήσει στο πρόσωπό του τους γονείς του.  Και ο Ιησούς το διαβεβαιώνει: «Ούτε ούτος ήμαρτε, ούτε οι γονείς αυτού».  
Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινίσουμε το εξής.  Σήμερα, πολλά νεογέννητα γεννώνται ελαττωματικά και παραμορφωμένα, εξ αιτίας της αμαρτωλής ζωής των γονέων των.  Όταν οι γονείς είναι αιχμάλωτοι του αλκοολισμού και των ναρκωτικών’  όταν μιά μητέρα είναι κάτω από επήρεια βλαπτικών φαρμάκων ή τα παίρνει  με σκοπό να αποβάλει και να φονεύσει το έμβρυο της, το μωρό της, τα ίδια της τα σπλάγχνα, τότε η δική τους αμαρτία βαραίνει και τους απογόνους τους.  Εδώ το βαρύ έγκλημα διαπράττεται από τους ανθρώπους, από τους γονείς, και δεν είναι θεία τιμωρία προερχόμενη από τον Άγιο Θεό.
Η ερώτηση των Μαθητών είναι μιά αγνή απορία, γιατί πολλές φορές στο παρελθόν είχαν ακούσει το Διδάσκαλο να λέγει στους παραλυτικούς, ότι αρρώστησαν εξ αιτίας της αμαρτωλής ζωής των.  Ο εκ γενετής Τυφλός όχι μόνον δεν γεννήθηκε τυφλός, αλλά και χωρίς οφθαλμούς.  Ο Κύριος δεν του χαρίζει μόνον το φως των οφθαλμών του, αλλά πλάθει νέους οφθαλμούς εκ πηλού.  Και εδώ είναι το μέγα θαύμα!  Πού ξανακούστηκε τέτοιου είδους θεραπεία;  Ποιός γιατρός μπόρεσε ποτέ να χαρίσει οφθαλμούς σ’ έναν, που γεννήθηκε χωρίς οφθαλμούς;  Ποιό θαύμα μπορεί να συγκριθεί με το παρόν;
Εδώ πιστοποιείται, ότι ο Ιησούς είναι ο Αυτός Θεός, που στην αρχή της δημιουργίας έλαβε το χώμα της γης και έπλασσε τον άνθρωπο.  Και αφού φύσηξε πνοή στο πρόσωπό του, τον κατέστησε “ψυχήν ζώσαν”.  Ο ίδιος Θεός και εδώ φτιάχνει από πηλό και δημιουργεί νέους οφθαλμούς, χαρίζοντας στον εκ γενετής Τυφλό, το φως το αισθητό, που τόσο πολύ στερήθηκε.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2018

Εγκώμιο στον Ευαγγελιστή Ιωάννη (8 Μαΐου) Μέρος 3ο


ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΗ
johntheologianθ΄. Είδες σε ποιό άπειρο ύψος ύψωσε (ο Ιωάννης) το μάτι της διανοίας του; Το τρίτο είναι της φράσεώς του το στερέωσε στή διάνοιά μας σαν να ήταν κάποιος ουρανός. Ώστε ο νους, που μέχρι τώρα υφίσταται σαν κάποια ποικιλία του φωτός, επειδή και αυτός είναι πρώτος από όλες τις δυνάμεις της ψυχής, να μην μπορεί και αυτός να πάει πιο πέρα, ακόμη και αν αεροβατεί από μη αποδεκτή πολυπραγμωσύνη. Αλλά, κατά κάποιο τρόπο, ο νους αρκούμενος στις εφέσεις του, επιστρέφει προς εκείνα που έγιναν έπειτα ή που βρίσκονται προς ενέργεια, προς τα οποία και συγγενεύει, βλέποντας τά δημιουργήματα και δοξάζοντας τον αριστοτέχνη δημιουργό, δηλαδή τον ένα και άναρχο Τριαδικό Θεό, ό οποίος επιβλέπει όλα όσα υπάρχουν.
Ποιά είναι αυτά; Είναι τα Σεραφίμ, τα Χερουβίμ, οι Θρόνοι, οι Δυνάμεις, οι Εξoυσίες, οι Κυριότητες, οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι, οι Άγγελοι. Είναι έπειτα αυτά που τα προσεγγίζουμε με τις αισθήσεις μας, δηλαδή τα αισθητά, ο ουρανός, ο ήλιος, η σελήνη, τα άστρα, ο αέρας, η γη, η θάλασσα, τα ζώα που ζουν στη γη, στα νερά , στον αέρα , τα φυτά, τα βοσκήματα και όλα γενικά τα έμψυχα και άψυχα. Γιατί όλα αυτά και όσα ακόμη υπάρχουν στους δύο κόσμους, τον υλικό και τον πνευματικό, και τα οποία δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε, ο Ιωάννης τα εννόησε με τη φράση που διατύπωσε, ότι δηλαδή «όλα όσα υπάρχουν έγιναν με την προσταγή του Θεού, δηλαδή με τη συνεργασία του Υιού και Λόγου, και τίποτε από αυτά που υπάρχουν δεν έγινε χωρίς τη δύναμη και τη θέλησή του».
Και τι χρειάζεται να πούμε και άλλα, που είναι περιττα, όταν οι θεοφόροι συγγραφείς μας εξήγησαν κατά λέξη και με τρόπο θεολογικό και εμπνευσμένο, από τους οποίους και εμείς όπως τα κυνάρια παίρνουμε ψυχία λόγου; Τι θαυμαστή θεολογία είναι αυτή πού έφτασε σε όλους συντομότερα και από την αστραπή; «Μένω έκθαμβος μπροστά στην ακριβέστατη γνώση που έχεις για μένα», (όπως θα έλεγε και ο Δαβίδ).
Και στον Ιωάννη, ως θεόπνευστο, που το κήρυγμά του έφτασε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που με τη θεολογική του σκέψη περπάτησε στην άβυσσο της σοφίας, ας λέγει ο καθένας τα λόγια του ψαλμου που αναφέραμε. Γιατί με την πληρότητα της φωνης του Θεού, που είχε ο Ιωάννης, καταργήθηκαν οι πύλες του άδη και ανέτειλε ο ήλιος της Ορθοδοξίας. Με τη θεoλογία του Ιωάννη μωράνθηκε η σοφία του άπιστου κόσμου και τα πέρατα του κόσμου γέμισαν με τη θεοσοφία του. Ρήτορες και σοφιστές κατατροπώθηκαν, γιατί επικράτησε η θεoλoγία του Ιωάννη. Και δεν ξέρω αν πρέπει να πω λόγια, που να είναι άξια του μεγαλείου της αποστολικής εξοχότητας, ή να στματήσω στους ιερούς επαίνους, με τους οποίους τα θεία στόματα τον επευφήμησαν.
ι΄ Tί ακόμη να πω; Ο Ιησούς, λοιπόν, όταν είδε τη μητέρα του και το μαθητή, που βρισκόταν κοντά στο Σταυρό και που τον αγαπούσε, λέγει στη μητέρα του: «Γυναίκα, να ποιός θα είναι γιός σου από εδώ και πέρα. Ύστερα είπε στο μαθητή: «Να ποιά θα είναι η μητέρα σου. Και από εκείνη την ώρα ο μαθητής εκείνος την παρέλαβε στο σπίτι του. Και σε άλλο σημείο πάλι λέγει (η Γραφή για τον Ιωάννη): «Ο οποίος (μαθητής) έπεσε κατά το δείπνο στο στήθος του Ιωάννη και είπε. Κύριε, ποιός είναι αυτός που πρόκειται να σε προδώσει; Αυτά, ως βασιλικά μνήστρα, τα έδωσε ο Κύριος στο Θεολόγο Ιωάννη δικαιωματικά, επειδή νομίζω ότι ο Ιησούς αγαπούσε τον Ιωάννη περισσότερο από τους άλλους Μαθητές Του. Και το πλάγιασμα του Ιωάννη στο στήθος του Χριστού είναι σχετικό με τη φράση του Κυρίου ότι ο Ιωάννης θα είναι υιός της Μητέρας του.

Εγκώμιο στον Ευαγγελιστή Ιωάννη (8 Μαΐου) Μέρος 2ο



ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΗ
John the Divine in Patmosστ’. Σκέψου και τα άλλα που συνδέονται μεταξύ τους με άριστη αλληγορία. «Σείς είστε το φως του κόσμου»  (Ματθ.4,14), (είπε ο Χριστός). Το φως είναι η διάλυση του σκοταδιού, είναι το περιβάλλον στο οποίο τα μάτια βλέπουν, είναι η ανακαίνιση των σωμάτων, είναι το επιθυμητό και το αγαπητό. Τι είναι λοιπόν ο Απόστολος; Δεν λιγοστεύει το πνευματικό σκοτάδι που έναντιώνεται στο φως της αλήθειας; Δεν χαρίζει το φως στους τυφλούς σωματικά και ψυχικά; Δεν δίνει δύναμη στα σώματα; Δεν είναι λοιπόν γι’ αυτά που επιτελεί αγαπητός και θαυμαστός; Αυτό ήταν λοιπόν εκείνο που έλεγε και υποσχόταν ο Χριστός: θα θεραπεύετε αρρώστους, θα καθαρίζετε τους λεπρούς απο τις πληγές τους, θα διώχνετε τα δαιμόνια από τους ανθρώπους. Δωρεάν πήρατε αυτό το χάρισμα της θεραπείας και δωρεάν να το προσφέρετε.
Σ’ αυτή τη φράση του Χριστού να εννοήσετε τις μυριάδες των ασθενειών και να δείτε τα άπειρα πλήθη των θαυμάτων που συντελούνται παντού σε ανθρώπους, οι οποίοι συγκεντρώνονται όπως οι ρόγες του σταφυλιού στο δωρεάν και χωρίς πόνο θεραπευτήριο, και πορεύονται όπως οι αγέλες των ζώων, επειδή η γιατρειά παρέχεται χωρίς εγχειρίσεις και καύσεις μολυσμένων μερών του σώματος και χωρίς λήψη φαρμάκων, αλλά μόνο με την πίστη και το λόγο.
Πόσο μεγάλη είναι αυτή η δωρεά! Ο πριν από λίγο τυφλός, βρίσκει το φως του, χάνοντας ξαφνικά το σκοτάδι από τα μάτια του, και είναι γεματος χαρά πού βλέπει τη θέα και τα θαυμάσια του ουρανού. Ο πριν από λίγo χωλός, ξαφνικά γίνεται σταθερός στο βάδισμα και ευχαριστιέται πού πηδάει σαν το ελάφι. Ο πριν από λίγo άλαλος, ξαφνικά, αφού λύθηκε η γλώσσα του από τα δεσμά που την έδεναν, μιλάει καθαρά και σωστά και λέγει xίλια ευχαριστώ. Ο πριν από λίγο κουλός, αφού γιατρεύτηκε και στα δύο του χέρια, εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς τον ουράνιο Κύριο. Ο πριν από λίγο υδρωπικός, ξαφνικά θεραπεύεται από την πάθησή του και γίνεται πάλι υγιής. Ο πριν από λίγo λεπρός, ξαφνικά καθαρίζεται από τις πληγές του και νιώθει αγαλλίαση βλέποντας τη νέα σάρκα του. Ο πριν από λίγο παράλυτος, αποκτά ξαφνικά την αρτιότητα του και κουβαλάει στους ώμους του το κρεββάτι του. Ο πριν από λίγο δαιμονισμένος, αφού ξαφνικά καθαρίσθηκε από τα πονηρά πνεύματα που τον κατείχαν, δοξολογεί με σύνεση τον Κύριο. Ο πριν από λίγο ετοιμοθάνατος που ψυχορραγούσε και μελετούσε το θάνατο, ξαφνικά αναλαμβάνει και αναζωογονείται. Ο πριν από λίγο νεκρός ξαφνικά ανασταίνεται από τη φθορά, διηγούμενος όσα είδε στον άδη και ομολογώντας τα υπέργεια και όσα αναφέρονται στο Θεό που είναι ο αρχηγός της ζωής. Ο πριν από λίγο τυφλός, ξαφνικά βλέπει σωστά, και ο μονόφθαλμος ξαφνικά βλέπει και με τα δυο του μάτια και ο ολότελα φαλακρός ξαφνικά αποκτά κόμη. Ο πριν από λίγο καμπούρης, ξαφνικά γίνεται ευθυτενής, και ο κωφός ακούει, και αυτός που ψήνεται στον πυρετό ξαφνικά γίνεται υγιής και ο άλλος γιατρεύεται από τα ρίγη του. Αυτή που ήταν στείρα, ξαφνικά αποκτά παιδιά και η αιμορροούσα θεραπεύεται και εκείνη που είχε δύσκολο τοκετό ξαφνικά γεννάει εύκολα και αυτός που είχε καρκίνο θεραπεύεται και κάθε ακρωτηριασμένο μέλος επαναφέρεται στη φυσιολογική του κατάστασn και κάθε σωματική ασθένεια θεραπεύεται και κάθε ψυχικό πάθος έξαφανίζεται.
Θα παραλείψω να διηγηθώ τα θαύματα που γίνονται στα άλογα ζώα, τις μετακινήσεις και τις έξαφανίσεις των στοιχείων της φύσεως ή οποιαδήποτε παραδοξολογία της φύσεως. Ή μήπως δεν είναι αλήθεια αυτό που είπε ο Κύριος, ότι δηλαδή αν κάποιος δώσει έντολή σ’αυτό το βουνό να σηκωθεί και να πέσει στη θάλασσα, χωρίς ν’αμφιταλαντεύεται γι΄ αυτή την έντολή που δίνει, αλλά πιστεύοντας ότι αυτό που λέει θα γίνει, τότε θα πραγματοποιηθεί αυτό που θα πει; (Μαρκ.11,23). Βλέπε λοιπόν πως ένα βουνό είναι δυνατόν να πέσει στα νερά, και την ίδια ώρα πάλι ο βυθός των νερών να ξεραθεί και να μεταβληθεί σε λειβάδι . Και… νερό που πηγάζει από τον πυθμένα και πέτρα που σχίζεται και βγάζει νερό και θυμίζει τον Χριστό. Αλλά και οτιδήποτε άλλο, το οποίο χρειάζεται για να οδηγεί στην πίστη τους μαθητές, δεν είναι αδύνατο στη θεία Χάρη.
ζ. Αλλά για να μή συνεxίσω με επιμέρους θέματα και γίνω βαρετός στους ακροατές μου, θα έρθω σε άλλο θέμα .
Σεις είστε το αλάτι της γης (Ματθ.5,13), είπε ο Κύριος. Και εδώ η μεταφορά που χρησιμοποιεί ο Χριστός έχει παρθεί από αυτά που είναι απαραίτητα στη ζωή. Το ίδιο είπε και αλλόυ: Να έχετε αλάτι μαζί σας (Μαρκ.9,49). Αυτό τι άλλο σημαίνει από το να έχετε αγάπη, η οποία εξισώνεται με όλο το Νόμο του Θεού, όπως λέγει ο άγιος Απόστολος Παύλος; Όπως λοιπόν ούτε το ψωμί δεν τρώγεται χωρίς αλάτι, όπως ούτε σχεδόν και όλα όσα τρώγονται, δεν τρώγονται χωρίς αλάτι, έτσι γίνεται φανερό ότι και χωρίς αγάπη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί τίποτε από όσα είναι θεάρεστα. Τέτοιο άνθρωπο αγάπης παριστάνει ό Απόστολος τον εαυτό του σε μας, έχοντας αδαμάντινη τη ψυχή του και ακατανίκητη στους αγώνες για την αλήθεια, ώστε ποτέ να μην άλλοιώνεται, αποδεικνυόμενος μωρός εξαιτίας των ποικίλων πειρασμών.