Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Όμιλίες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου





Ταπείνωση



Τότε   θά   γίνεις   μεγάλος,   τότε   ἔνδοξος·   ὅταν
ξευτελίζεις τόν ἑαυτό σου· ὅταν δέν ποθεῖς τά πρωτεῖα·
ὅταν  καταδέχεσαι  νά  μειώνεσαι  καί  νά  κινδυνεύεις
συνεχῶς.
Ὅταν ἐπιδιώκεις νά εἶσαι διάκονος πολλῶν· νά τούς
ὑπηρετεῖς    καί    νά    τούς    φοντίζεις·    νά    εἶσαι
προετοιμασμένος γιά τό σκοπό αὐτό, ὅλα νά τά κάνεις
κι ὅλα νά τά πάθεις.
Ἔχοντας   αὐτά   συνεχῶς   στή   σκέψη   μας,   ἄς
ἐπιδιώκουμε  τήν  ταπείνωση  μέ  μεγάλη  προθυμία·
μάλιστα ὅταν μᾶς βρίζουν καὶ μᾶς φτυνουν· ὅταν μᾶς
ἀτιμάζουν καί μᾶς περιφρονοῦν· ὅλα νά τά ὑπομένουμε
μέ εὐχαρίστηση.
Τίποτε δέν μᾶς ὑψώνει στά μάτια τοῦ Θεοῦ τόσο
πολύ καί δέν μᾶς χαρίζει δόξα καί τιμή,  ὅσο ἡ ἀρετή
τῆς ταπείνωσης.
Ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς


Τή γυναίκα τήν κάνει ἀξιαγάπητη ὄχι ἡ ὀμορφιά
τοῦ  σώματος,  ἀλλά  ἡ  ἀρετή  τῆς  ψυχῆς  της·  ὄχι  τά
βαψίματα, οὔτε τά χρυσά κοσμήματα καί τά πολυτελή
ροῦχα, ἀλλά ἡ σωφροσύνη, ἡ καλοσύνη κι ὁ φόβος τοῦ
Θεοῦ.
Τό  πνευματικό  κάλλος  κατορθώνεται  μόνο  μέσα
στό   Ναό·   ἐκεῖ   οἱ   ἀπόστολοι   καί   οἱ   Προφῆτες
καθαρίζουν,   στολίζουν,   ἀφαιροῦν   τό   γέρασμα   πού
προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία· ἐκεῖ προσθέτουν τήν ἀκμή τῆς
νεότητας  καί  ἀπομακρύνουν  ἀπ’  τή  ψυχή  μας  κάθε
κηλίδα, κάθε ρυτίδα καί μολυσμό.
Αὐτό  λοιπόν  τό  κάλλος,  ἄς  προσπαθήσουμε,  νά
ἐγκαταστήσουμε μέσα μας καί ἄντρες καί γυναῖκες. Τό
κάλλος  τοῦ  σώματος  τό  μαραίνει  ἡ  ἀρρώστια·  τό
σβήνουν τά γηρατειά· τό καταστρέφει ὁ θάνατος. 
Τό  κάλλος  ὅμως  τῆς  ψυχῆς,  οὔτε  χρόνος,  οὔτε
ἀρρώστια,  οὔτε γηρατειά,  οὔτε θάνατος μπορεῖ νά τό
καταστρέψει· παραμένει γιά πάντα ἀνθηρό.
Γιά   νά   γίνουμε   λοιπόν   φίλοι   μέ   τό   Θεό,   ἄς
φροντίζουμε   κάθε   μέρα   γι’   αὐτό   τό   κάλλος·   ἄς
καθαρίζουμε  κάθε  κηλίδα  μέ  τήν  ἀνάγνωση  τῶν
Γραφῶν, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ἐλεημοσύνη καί μέ
τήν μεταξύ μας ἀγάπη.
Τότε  ὁ  Χριστός  θά  ἀγαπήσει  τήν  ὀμορφιά  τῆς
ψυχῆς  μας,  καί  θά  μᾶς  ἀξιώσει  ν’  ἀπολαύσουμε  τά
ἀγαθά τῆς  οὐράνιας Βασιλείας Του.

Ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης



Ἄν κι ἐγκατέλειψα τήν πόλη, δέν ἔπαψα ὅμως νά
σᾶς σκέφτομαι οὔτε λεπτό· ἀγάπησα τήν ὀμορφιά τῆς
ψυχῆς σας·  ὅπου κι ἄν πάω τήν κουβαλῶ μαζί μου.
Οἱ ζωγράφοι φτιάχνουν τίς εἰκόνες τῶν ἀνθρώπων,
ἀνακατεύοντας διάφορα χρώματα· μέ τόν ἴδιο τρόπο κι
ἐγώ   ζωγράφισα τήν εἰκόνα τῆς ψυχῆς σας.  Γι’  αὐτό
πῆρα σάν χρώματα τίς ἀρετές σας· τό ἐνδιαφέρον σας
γιά τίς συνάξεις,  τήν προθυμία σας γιά τήν ἀκρόαση,
τήν ἀγάπη σας στό πρόσωπό μου.
Τή  ζωγραφιά  αὐτή  τήν  εἴχα  πάντα  μέσα  στήν
καρδιά μου· αὐτή μοῦ ’δινε τή μεγάλη παρηγοριά, ὅσο
καιρό βρισκόμουν μακρυά σας.
Ἔφερνα συνέχεια στό νοῦ μου τήν ἀγάπη σας·  ὅταν
ἔμενα  στό  σπίτι,  ὅταν  βάδιζα,    ὅταν  ἀναπαυόμουν. 
Ἔβρισκα    μεγάλη    εὐχαρίστηση    σ’     αὐτές    τίς
ὀνειροπολήσεις.  Ἦταν ἡ  συντροφιά μου, ὄχι μόνο τήν
ἡμέρα, ἀλλά καί τή νύχτα.
έν μποροῦσα νά σᾶς δῶ μέ τά μάτια τοῦ σώματος·
σᾶς ἔβλεπα ὅμως μέ τά μάτια τῆς ἀγάπης.  ∆έν ἦταν
δυνατόν νά εἶμαι κοντά σας μέ τό σῶμα· βρισκόμουν
ὅμως μαζί σας,  μέ τή διάθεση τῆς ψυχῆς.  Πάντα στ’
αὐτιά μου, ἀντηχοῦσε ἡ φωνή σας.
Ἡ ἀρρώστια μου μέ ἀνάγκαζε νά μένω στόν τόπο
ἐκεῖνο, γιατί ἔβλεπα μεγάλη ὠφέλεια ἀπ’ τόν καθαρό
ἀέρα· ἡ δύναμη ὅμως τῆς ἀγάπης σας, δέν τό ἀνεχόταν
αὐτό.  Θεώρησα λοιπόν σάν ὑγεία,  ὅχι τήν ἀπαλλαγή
μου ἀπ’ τήν ἀρρώστια, ἀλλά τή δική σας συντροφιά.

Παιδί μου, θέλεις νά ὑπηρετεῖς τόν Κύριο;

Ἑτοίμασε τή ψυχή σου νά ὑπομείνει πειρασμό



Ἄς μήν ἀποροῦμε, πού ὑποφέρουμε πολλά βάσανα,
ἐνῶ   ἀσχολούμαστε   μέ   πνευματικά   πράγματα.   Οἱ
ληστές δέν τρυποῦν τούς τοίχους,  ἐκεῖ   πού   ὑπάρχει
χορτάρι καί ἄχυρο·  τρυποῦν, ἐκεῖ πού  ὑπάρχει χρυσάφι
κι  ἀσήμι.
Ἔτσι   κάνει   κι   ὁ   διάβολος·   ἐπιτίθεται   μόνον
ἐναντίον ἐκείνων,  πού ἐργάζονται πνευματικά.  Ὅπου
ὑπάρχει ἀρετή,  ἐκεῖ κάνει τήν παρουσία του ὁ φθόνος
κι οἱ συκοφαντίες.
Ἄν    ἐνῶ    ἀσχολούμασταν    μέ    τά    πνευματικά
πράγματα,  γνωρίζαμε  ἀπ’  τήν  ἀρχή,    ὅτι    δέν    θά
πάθουμε    κανένα    κακό,    δέν    θά    κάναμε    κάτι
σπουδαῖο.  Ἡ ἀσχολία μας αὐτή, θά ἦταν ἐγγύηση γιά
τήν   ἀσφάλειά  μας.
Ὅταν    ὅμως  πρόκειται    νά    κάνεις    κάτι    πού
ἀρέσει  στό  Θεό,  ἔχε  στό νοῦ  σου, ὅτι θ’  ἀντιμετω-
πίσεις  θλίψεις,    θάνατο·  Ὅποιος  ἀγωνίζεται  στήν
πυγμαχία, δέν παίρνει βραβεῖο, χωρίς τραύματα. 
Ἐσύ   λοιπόν πού   δέχτηκες νά κατέβεις σέ ἀγῶνα
μέ τό διάβολο, νά  μήν  ἐπιδιώκεις  νά  ζεῖς  ἄνετα. Ὁ
Θεός  δέν  σοῦ  ὑποσχέθηκε,  ὅτι  θά  σ’  ἀνταμείψει σ’
αὐτή  τή ζωή,  ἀλλά  στήν  ἄλλη.
Μιμήσου  τό  ζῆλο  τῶν  Ἀποστόλων  κι  ὅλων  τῶν
Ἁγίων· μή σταματᾶς νά ἐκτελεῖς τά θεάρεστα ἔργα·
μή χάνεις τό θάρρος σου, ἔστω κι ἄν ἄπειρες φορές δεῖς
τό  διάβολο, νά  σοῦ  βάζει  ἐμπόδια.

«χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε» ( Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου)



Γ νωρίζω   βέβαια,   πώς   τά   λόγια   αὐτά,   στούς
περισσότερους ἀπό σᾶς,  φαίνονται παράξενα.  Μά πῶς
εἶναι δυνατόν ἀναρωτιέστε, ἄν καί εἴμαστε  ἄνθρωποι,
νά χαιρόμαστε συνέχεια;
Τό νά χαίρεσαι ἁπλᾶ, δέν εἶναι τόσο δύσκολο· τό νά
ἔχεις  ὅμως  συνέχεια  χαρούμενη  διάθεση,  αὐτό  εἶναι
ἀδύνατο, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς.
Ἀπό παντοῦ μᾶς περικυκλώνουν θλιβερά γεγονότα.
Κάποιος ἔχασε τό παιδί, ἤ τή γυναῖκα του, ἤ ἀληθινό
φίλο.  Ἄλλος  ἔχασε  τήν  περιουσία  του·  ἀρρώστησε
βαριά· βρέθηκε σέ δύσκολη περίσταση· συκοφαντήθηκε
ἄδικα.   Ἄλλοι   πάλι   ἀντιμετώπισαν   δυσβάσταχτα
οἰκογενειακά προβλήματα.
∆έν μᾶς φτάνει ὁ χρόνος, ν’ ἀπαριθμήσουμε ὅλα, ὅσα
μᾶς προκαλοῦν ἀθυμία,  τόσο στήν ἰδιωτική,  ὅσο καί
στή δημόσια ζωή μας.

Πηγή κοσμικῆς χαρᾶς

Πολλοί  θεωροῦν  τόν  πλοῦτο  αἰτία  χαρᾶς.  Ἄν  ὁ
πλοῦτος  ἦταν  αἰτία  χαρᾶς,  τότε  οἱ  πλούσιοι  δέν  θά
γευόταν ποτέ λύπη.  Ὑπάρχουν πολλοί πλούσιοι,  πού
νομίζουν, πώς ἡ ζωή τους ἔγινε ἀβίωτη κι εὔχονται νά
πεθάνουν, κάθε φορά πού ἀντιμετωπίζουν μιά δύσκολη
κατάσταση.
Ἄλλοι πάλι νομίζουν,  πώς ἡ ὑγεία εἶναι ἡ αἰτία
τῆς χαράς· ὅμως δέν εἶναι. Πολλοί λοιπόν ἀπ’ αὐτούς,
πού   εἶναι   ὑγιεῖς,   ἄπειρες   φορές   εὐχήθηκαν   νά
πεθάνουν,  ἐπειδή  δέν  μποροῦσαν  νά  ὑποφέρουν  τίς
ἀδικίες, πού γίνονταν στό πρόσωπό τους.
Ἄλλοι πάλι θεωροῦν αἰτία χαρᾶς τή δόξα καί τίς
τιμές.  ∆έστε ὅμως ἕνα βασιλιά!  Ὅσο μεγάλος εἶναι ὁ
ὄγκος  τῶν  ὑποθέσεων  του,  τόσο  μεγάλη  εἶναι  κι  ἡ
λύπη του.

Πηγή πνευματικῆς χαρᾶς

Ἀπ’  τά κοσμικά πράγματα,  τίποτε δέν μπορεῖ νά
μᾶς δώσει χαρά. Μόνο ὁ ἁπλός λόγος τοῦ Παύλου, θά
μᾶς ἀνοίξει τό θησαυρό.  Φτάνει μόνο νά νιώσουμε τά
λόγια αὐτά καί θ’ ἀνακαλύψουμε τό δρόμο.
∆έν εἶπε μόνο  «Χαίρετε πάντοτε»,  ἀλλά πρόσθεσε
καί τήν αἰτία τῆς χαρᾶς, «Χαίρετε πάντοτε ἐν Κυρίῳ»·
ἐκεῖνος πού χαίρεται μέ τή χαρά, πού πηγάζει ἀπ’ τόν
ἴδιο  τόν  Κύριο,  καμμιά  συμφορά,  ἀπ’  ὅσες  πέφτουν
ἐπάνω του, δέν θά μπορέσει νά τοῦ τήν ἀφαιρέσει.

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ αἰτία χαρᾶς

Ὁ  φόβος   τοῦ   Θεοῦ   ἔχει   δύο   ἰδιότητες·   εἶναι
σταθερός καί ἀμετακίνητος· ἀναβλύζει δέ τόση χαρά,
πού δέν αἰσθανόμαστε τίς ἄλλες συμφορές.
Ἐκεῖνος πού φοβᾶται τό Θεό,  ὅπως πρέπει κι ἔχει
θάρρος σ’ αὐτόν, ἔχει καρπωθεῖ τή ρίζα τῆς ἡδονῆς καί
τήν πηγή κάθε χαρᾶς.
Ὅταν πέσει μιά μικρή σπίθα στό πέλαγος, ἀμέσως
ἐξαφανίζεται· ἔτσι κι ὅσα λυπηρά κι ἄν πέσουν στόν
πιστό,  πού φοβᾶται τό Θεό,  σβήνονται καί χάνονται,
σάν νά πέφτουν μέσα σέ ἀχανές πέλαγος χαρᾶς.
Καί τό πιό θαυμαστό! Ἐνῶ παραμένουν τά λυπηρά,
αὐτός  συνεχίζει  νά  χαίρεται.  Ἄν  δέν  ὑπῆρχε  τίποτε,
πού νά τοῦ προξενεῖ λύπη,  δέν θά τοῦ ἦταν σπουδαῖο
πράγμα,  νά μπορεῖ συνέχεια νά χαίρεται· ὅμως τό νά
ὑπάρχουν  τόσα  πολλά,  πού  προκαλοῦν  λύπη  καί  νά
εἶναι  αὐτός  ἀνώτερος  ὅλων,  καί  ἀνάμεσα  σέ  τόσα
λυπηρά, νά εὐφραίνεται, αὐτό εἶναι παράδοξο.
Αὐτό  συμβαίνει  καί  στήν  περίπτωση  τῶν  Ἁγίων.
Ἄν δέν ἐρχόταν σ’  αὐτούς κανένας πειρασμός,  δέν θά
τούς θαυμάζαμε, ἐπειδή συνέχεια χαίρονταν.
Ἐκεῖνο ὅμως πού εἶναι ἐκπληκτικό καί ὑπερβαίνει
τήν  ἀνθρώπινη  φύση,  εἶναι  αὐτό·  ἄν  κι  ἀπό  παντοῦ
τούς  περικύκλωναν  ἀναρίθμητα  κύματα  πειρασμῶν,
αὐτοί βρισκόταν σέ καλύτερη ψυχική κατάσταση, ἀπό
ἐκείνους πού ζοῦσαν ἥρεμη καί γαλήνια ζωή.

Ὁ πιστός εἶναι πάντοτε χαρούμενος

Ὁ θάνατος δέν θεωρεῖται ἀπ’ ὅλους ἡ πιό μεγάλη
συμφορά; Κι ὅμως τόν πιστό δέν τόν τρομάζει· μάλιστα
δέ τόν εὐχαριστεῖ. Γιατί γνωρίζει, πώς ὁ θάνατος εἶναι
ἡ ἀπαλλαγή ἀπ’  τούς πόνους κι ὁ δρόμος,  πού ὁδηγεῖ
στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 
Οὔτε πάλι οἱ ἀρρώστειες μποροῦν νά ζημιώσουν τήν
ψυχή του· Ἔχει πάντοτε στή σκέψη του  «Στίς ὧρες
τοῦ πόνου,  τό Θεό νά ἔχεις καταφυγή· ὅπως ὁ χρυσός
δοκιμάζεται   στή   φωτιά,    ἔτσι   κι   οἱ   ἄνθρωποι
δοκιμάζονται ἀπ’ τό Θεό στό καμίνι τῆς ταπείνωσης». 
Ἔκεῖνο λοιπόν πού πρέπει νά ἐπιζητοῦμε συνέχεια,
εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ· ἄν ἀπ’  τήν ἀρχή καταθέσεις
αὐτή τή ρίζα, ὄχι μόνο ἡ ἄνεση, οἱ τιμές, οἱ δόξες, ἀλλά
κι οἱ ἀρρώστιες, οἱ συκοφαντίες θά βλαστήσουν σέ σένα
καρπούς χαρᾶς.  Ὅπως οἱ ρίζες τῶν δέντρων εἶναι μέν
πικρές, ὅμως δίνουν σέ μᾶς γλυκύτατους καρπούς, ἔτσι
κι   ἡ   κατά   Θεόν   λύπη,   θά   μᾶς   φέρει   πολλή
εὐχαρίστηση.
Ὅσοι  προσευχήθηκαν  μέ  λύπη,  κι  ἔχυσαν  καυτά
δάκρυα,  γνωρίζουν  πόση    μεγάλη  χαρά  ἀπόλαυσαν·
πόσο ἡρέμησε ἡ ψυχή τους· πόσες καλές ἐλπίδες εἶχαν
μετά τήν προσευχή.
Aὐτό πού λέω πάντοτε, θά πῶ καί τώρα: ∆έν εἶναι
ἡ φύση τῶν πραγμάτων,  πού μᾶς στεναχωρεῖ ἤ   μᾶς
χαροποιεῖ, ἀλλά ἡ δική μας διάθεση.

Περί Ταπείνωσης καί Ὑπερηφανείας: (Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου)


Ταπείνωση δέν εἶναι, νά νομίζει ὁ ἁμαρτωλός, πώς
εἶναι γεμάτος ἁμαρτίες.


Ταπείνωση εἶναι,
ὅταν κάποιος, ἐνῶ ἔχει πετύχει
πολλά καί μεγάλα κατορθώματα,
δέν ἔχει μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του. 
Ὅταν ἐνῶ ξεχωρίζει γιά τήν ἐνάρετη ζωή του, 
ταπεινώνει συνέχεια τόν ἑαυτό του.
Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ πηγή ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν.  
Ὅλες οἱ ἄλλες ἁμαρτίες ἔχουν σχέση
μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.
Ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως κατέστρεψε
καί νίκησε ἀπό πολύ παλιά
οὐράνια ἀσώματη δύναμη.
Αὐτή καθήρεσε τό σατανά,
ἀπό τήν  ἀρχηγία τῶν ἀγγέλων.
Ἀπό ἄγγελο φωτός,
τόν ἔκανε  κατασκότεινο  διάβολο.

Τελώνης-Φαρισαῖος

Γιά νά μάθεις,  πόσο σωτήριο εἶναι,  νά μήν ἔχεις
μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό σου,  φτιάξε μέ τή σκέψη
σου δύο ἅμαξες.
Ζέψε στή μία τή δικαιοσύνη μέ τήν ὑπερηφάνεια·
στήν ἄλλη, τήν ἁμαρτία μέ τήν ταπείνωση. Νά εἶσαι
βέβαιος,  πώς ἡ ἁμαρτία θά ξεπεράσει τή δικαιοσύνη,
ὄχι μέ τή δική της δύναμη,  ἀλλά μέ τή δύναμη τῆς
ταπείνωσης. 
Ἡ   ταπείνωση,   ὁδηγεῖ   τήν   ψυχή   σέ   μεγάλο
πνευματικό  ὕψος·  νικᾶ  τή  βαρύτητα  τῆς  ἁμαρτίας·
κατορθώνει νά ἀνεβάσει τόν ἄνθρωπο στόν οὐρανό.
Ἀντίθετα ἡ ὑπερηφάνεια, φουσκώνει μέ κούφιο ἀέρα
τήν ψυχή καί τή βαραίνει· ἔτσι νικᾶ τή δικαιοσύνη·
σέρνει τόν ἄνθρωπο εὔκολα κάτω στή γῆ.
Θυμήσου τό Φαρισαῖο καί τόν τελώνη.  Ὁ πρῶτος,
φορτωμένος     μέ     δικαιοσύνη     καί     ὑπερηφάνεια,
προσευχόταν μέ τά ἑξῆς λόγια:  «Θεέ μου σ’  εὐχαριστῶ,
γιατί  δέν  εἶμαι  ὅπως  οἱ  ἄλλοι  ἄνθρωποι,  πού  εἶναι
ἄρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἤ καί ὅπως αὐτός ὁ τελώνης. Ἐγώ
νηστεύω  δυό  φορές  τήν  ἑβδομάδα  καί  δίνω  τό  δέκα  τοῖς
ἑκατό ἀπ’ ὅσα ἀποκτῶ».
Πώ,  πώ μέγεθος μανίας!    ∆έν τοῦ ἔφτασαν ὅλοι οἱ
ἄνθρωποι,  γιά  νά  χορτάσει  τήν  ὑπερηφάνεια  του·
ὅρμησε   μέ   μεγάλη  παραφροσύνη  κι   ἐναντίον  τοῦ
τελώνη, πού στεκόταν δίπλα του.
Πῶς ἀντέδρασε ὅμως ὁ τελώνης; ∆έν ἀπόκρουσε τά
κακόλογα· δέν ὀργίστηκε μέ τήν κατηγορία· δέχτηκε
τά ὑπερήφανα λόγια μέ ταπείνωση. Γι’  αὐτό τό βέλος
τοῦ ἐχθροῦ, ἔγινε  φάρμακο καί θεραπεία· ὁ ὀνειδισμός,
ἔπαινος· ἡ κατηγορία, στεφάνι.
Ἡ ταπεινή  ψυχή  δέν  πληγώνεται  ἀπ’  τίς  κατη-
γορίες τῶν ἄλλων· δέν μεταβάλλεται σέ θηρίο, ἀπ’ τίς
συκοφαντίες τῶν συνανθρώπων. 
Ὁ τελώνης δέχτηκε τίς προσβολές καί προσευχή-
θηκε: «Συγχώρεσέ με Θεέ μου· ἐγώ εἶμαι, ἕνας ἄνθρω-
πος ἁμαρτωλός».  Τά λόγια του ξεπέρασαν τά ἔργα· οἱ
λέξεις, κατανίκησαν τίς πράξεις.
Ὁ  Φαρισαῖος  πρόβαλε  τή  δικαιοσύνη,  τή  νηστεία
καί τίς πλούσιες δωρεές του, χωρίς νά δικαιωθεῖ ἀπ’ τό
Θεό.  Ὁ  τελώνης  προσευχήθηκε  μέ  ἁπλά  λόγια  κι
ἀπαλλάχτηκε ἀπ’ ὅλα τά ἁμαρτήματά του.
Βέβαια  ὁ  Θεός  δέν  ἄκουσε  μόνο  τά  λόγια,  ἀλλά
πρόσεξε  καί  τή  διάθεση  τῆς  καρδιᾶς·  βρῆκε  καρδιά
ταπεινή καί συντετριμμένη.  Γι’  αὐτό ἔδειξε ὅλη τήν
ἀγάπη Του καί τήν  εὐσπλαχνία Του.
Ὅλα  αὐτά  σᾶς  τά  λέω,  ὄχι  γιά  νά  ἁμαρτάνουμε,
ἀλλά γιά νά εἴμαστε ταπεινοί.  Ὁ τελώνης ἀπόλαυσε
τόσο  μεγάλη  χάρη  ἀπ’  τό  Θεό,  γιατί  ὁμολόγησε  μέ
συντριβή τίς ἁμαρτίες του.
Ἀλήθεια,   πόσο   θά   ὠφεληθοῦν   ὅσοι   διέπραξαν
μεγάλα   ἀγαθά,   ἀλλά   δέ   φούσκωσαν   ἀπό   κούφια
ὑπερηφάνεια γιά τόν ἑαυτό τους!!!

Συνέπειες ὑπερηφάνειας

Ἡ ὑπερηφάνεια,  σπάει  τό  δεσμό  τῆς  ἀγάπης·
μειώνει τόν συνάνθρωπο· ὁδηγεῖ τόν ὑπερήφανο στήν
ἀπομόνωση.     Ἡ    ψυχή,     ὅταν    φουσκώσει    ἀπό
ὑπερηφάνεια, δέν καταδέχεται νά συναναστρέφεται  μέ
ἄλλους. 
Κομματιάζει  τήν  Ἐκκλησία,  ἀφοῦ  τό  κύρος  τῆς
Ἐκκλησίας,   τό   διατηροῦν   οἱ   πιστοί,   ὅταν   εἶναι
ἑνωμένοι μεταξύ τους, σάν ἕνα σῶμα.

Συμβουλές τοῦ Χρυσοστόμου

Σᾶς     παρακαλῶ,     ἀφοῦ     σκεφτεῖτε     ὅλα     τά
προηγούμενα,  νά ἀποφεύγετε τήν ὑπερηφάνεια καί νά
ζεῖτε μέ ταπείνωση. Πῶς ὅμως θά γίνει  αὐτό;
Ἄν  πηγαίνουμε  στήν  Ἐκκλησία·  ἄν  ὁμολογοῦμε
καί   χύνουμε   δάκρυα   γιά   τίς   ἁμαρτίες   μας·   ἄν
ταλανίζουμε  τόν  ἑαυτό  μας,  λέγοντας  πώς  εἴμαστε
ἄχρηστοι δοῦλοι.
Μόνο  τότε  λιγοστεύουν  οἱ  ἁμαρτίες  μας·  ὅταν  δέν
ἔχουμε μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό μας κι ἄν ἀκόμη
ἐπιτελοῦμε θεάρεστα ἔργα· τότε δέν θά πάθουμε, αὐτό
πού ἔπαθε ὁ Φαρισαῖος.
Ἄν ἔτσι ρυθμίζουμε τή ζωή μας, θά μπορέσουμε νά
πετύχουμε  τή  φιλανθρωπία  καί  τή  συγγνώμη  τοῦ
Θεοῦ,  τή φοβερή ἡμέρα τῆς κρίσεως· θ’  ἀξιωθοῦμε νά
ἀπολαύσουμε τά οὐράνια ἀγαθά τῆς Βασιλείας Του.

Προσευχή ἀληθινή (Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου)



Κ ύριε,   εἶπαν   οἱ   μαθητές   Του,   μάθε   μας   νά
προσευχόμαστε  σωστά·  ἔχουμε  ἀνάγκη  ἀπό  ἀληθινή
προσευχή.  Θέλουμε νά μᾶς φέρνει σ’  ἐπικοινωνία μέ
τό Θεό· νά ζητοῦμε αὐτά πού ὠφελοῦν τήν ψυχή μας,
ἐκεῖνα πού μᾶς χαρίζουν τήν οὐράνια Βασιλεία σου.

Ἡ προσευχή   δέν   εἶναι   τά   πολλά   λόγια·   δέν
ἐκφράζεται μέ τά ὑψωμένα χέρια· δέν γίνεται φανερή
ἀπ’  τό  λυγισμένα  γόνατα·  δέν  τήν  παίρνουν  εἴδηση
ἀνθρώπινα μάτια, τήν ἀντιλαμβάνεται ὅμως ὁ Θεός.

Ἡ προσευχή ζυγίζεται ἀπ’  τόν βαθμό τῆς ἀγάπης
κάθε ψυχῆς στό Θεό. Ἡ ἀθόρυβη, σιωπηλή καί κρυφή
προσευχή,   ἀναγκάζει   πολλές   φορές   τό   Θεό   νά
ὑποχωρήσει στίς παρακλήσεις μας.

Ἡ προσευχή δέν εἶναι μιά ἐμπορική συναλλαγή. ∆έν
γίνεται  γιά  νά  μᾶς  δώσει  αὐτό,  πού  σήμερα  ἔχουμε
ἀνάγκη·  γίνεται  γιά  νά  δείξουμε  ὅτι  ἐμεῖς  πάντοτε
ἀγαποῦμε τό Θεό. ∆έν ζητοῦμε νά λυθεῖ τό πρόβλημά
μας· ἐπιζητοῦμε τήν μόνιμη καί παντοτινή ἕνωση καί
κοινωνία μας μέ τό Θεό Πατέρα.

Περί Προσευχῆς

Ἡ προσευχή σέ ξεχωρίζει ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί σέ
συνδέει μέ τούς ἀγγέλους. Ἐκεῖνος πού σ’ ὅλη του τή
ζωή  ἀφιερώνεται  μέ  θέρμη  στή  λατρεία  τοῦ  Θεοῦ,
γρήγορα  θά  ὁδηγηθεῖ  στήν  πολιτεία  τῶν  ἀγγέλων,
στή ζωή καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ζοῦν ἐκεῖνοι, στήν
τιμή, στήν εὐγένεια καί τή σοφία τους. 

Ἡ  προσευχή  εἶναι  φωτισμός  τῆς  ψυχῆς,  ἀληθινή
ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ,  μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου,
ἰατρός τῶν παθῶν, ἀντίδοτο κατά τῆς ἀρρώστειας, γαλήνη
τῆς ψυχῆς.

Ἡ προσευχή εἶναι ὁδηγός
πού μᾶς φέρνει στόν οὐρανό.
 
Περνά μέσα ἀπ’  τά κτίσματα,  διασχίζει νοερά τόν
ἀέρα,  ἀνοίγει  τίς  πύλες  τῶν  οὐρανῶν·  ξεπερνᾶ  τούς
ἀγγέλους, ὑπερβαίνει τούς Θρόνους καί τίς Κυριότητες,
διαβαίνει   τά   Χερουβείμ   κι   ἔρχεται   κοντά   στήν
ἀπρόσιτη Τριάδα.

Ἐκεῖ  προσκυνάει  τή  θεότητα,  ἐκεῖ  ἀξιώνεται  νά
γίνει συνομιλητής μέ τόν οὐράνιο Βασιλιά.

Μέ τήν προσευχή,  ἡ ψυχή πού ὑψώθηκε ψηλά στόν
οὐρανό  ἀγκαλιάζει  μέ  τρόπο  ἀνέκφραστο  τόν  Κύριο,
ὅπως ἀκριβῶς τό μικρό παιδί ἀγκαλιάζει τή μητέρα
του καί μέ δάκρυα φωνάζει δυνατά,  ἐπιθυμώντας νά
ἀπολαύσει θεϊκό γάλα.
Ζητᾶ αὐτό πού πρέπει καί δέχεται δωρεές ἀνώτερες
ἀπό ὅλη τήν ὁρατή φύση.

Ἡ προσευχή εἶναι
ἡ ἀφετηρία κάθε ἀρετῆς καί δικαιοσύνης.

Καμμιά ἀρετή δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει στήν ψυχή,
πού εἶναι ἔρημη ἀπό τήν προσευχή. 
Ὅπως  μιά  ἀνοχύρωτη  πόλη  εὔκολα  ὑποτάσσεται
στούς ἐχθρούς,  τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν ψυχή,  πού
δέν  εἶναι  ὀχυρωμένη  μέ  τίς  προσευχές·  εὔκολα  τήν
καταβάλλει ὁ διάβολος καί πολύ γρήγορα τήν γεμίζει
μέ κάθε ἁμαρτία.

Ἡ προσευχή εἶναι τά νεῦρα τῆς ψυχῆς. Ὅπως τό σῶμα
συγκρατεῖται μέ τά νεῦρα καί στέκεται ὄρθιο, κινεῖται,
τρέχει, ἔτσι καί οἱ ψυχές ἀποκτοῦν ἀρμονική σύσταση
μέ  τίς  ἅγιες  προσευχές  καί  τρέχουν  μέ  εὐκολία  τό
δρόμο τῶν ἀρετῶν.

Ἄν   ὅμως   στερήσεις   ἀπό   τόν   ἑαυτό   σου   τήν
προσευχή, θά κάνεις τό ἴδιο, πού θά ἔκανες ἄν ἔβγαζες
τό ψάρι ἀπό τό νερό. Ὅπως γιά ἐκεῖνο τό νερό εἶναι ἡ
ζωή, ἔτσι καί γιά σένα ἡ προσευχή. Μέ αὐτήν μπορεῖς
νά  πετάξεις  καί  νά  ξεπεράσεις  τούς  οὐρανούς  καί  νά
ἔρθεις κοντά στό Θεό.

Ἡ  προσευχή  εἶναι  σεβαστός  ἀντιπρόσωπός  μας. ∆ίνει
χαρά  στήν  καρδιά,  ἀναπαύει  τήν  ψυχή,  δημιουργεῖ
μέσα  μας  τό  φόβο  τῆς  τιμωρίας,  τήν  ἐπιθυμία  τῆς
Βασιλείας  τῶν  Οὐρανῶν·  διδάσκει  τήν  ταπείνωση,
χαρίζει  τήν  ἐπίγνωση  τῆς  ἁμαρτίας·  στολίζει  τόν
ἄνθρωπο μ’ ὅλα τά ἀγαθά καί σκεπάζει τήν ψυχήμ σάν
νά εἶναι ἕνα στολισμένο πέπλο μ’ ὅλες τίς ἀρετές. 

Τό κοινό ἔργο ἀγγέλων καί ἀνθρώπων

Κάθε ἄνθρωπος, πού προσεύχεται, συνομιλεῖ μέ τόν
ἴδιο τό Θεό.  Πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι,  ἄν καί εἶσαι
ἄνθρωπος  νά  συνομιλεῖς  μέ  τό  Θεό!  Κανένας  δέν  τό
ἀγνοεῖ· κανένας δέν μπορεῖ μέ λόγια νά ἐκφράσει αὐτή
τήν τιμή.
Ἡ  τιμή  αὐτή  ξεπερνάει  τή  μεγαλοπρέπεια  τῶν
ἀγγέλων· ἐκεῖνοι τό γνωρίζουν πολύ καλά· γι’ αὐτό καί
παρουσιάζονται  ἀπό  τούς  προφῆτες,  νά  ἀναπέμπουν
τούς  ὕμνους  στό  Θεό,  μέ  πολύ  φόβο  καί  μεγάλη
εὐλάβεια. ∆είχνουν τό φόβο, σκεπάζοντας μέ τά φτερά
τους τά πρόσωπα καί τά πόδια τους· φανερώνουν τήν
εὐλάβεια, καθώς πετοῦν καί κινοῦνται  συνέχεια γύρω
ἀπ’ τό θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Συγχρόνως νομίζω, ὅτι παρακινοῦν κι ἐμᾶς τήν ὥρα
τῆς προσευχῆς,  νά ξεχνᾶμε τήν ἀνθρώπινη φύση μας·
τότε  ἐμεῖς  συγκρατημένοι  ἀπό  ἱερό  φόβο,  νά  μήν
βλέπουμε  τίποτε  ἀπό  τά  παρόντα·  νά  νομίζουμε,  ὅτι
βρισκόμαστε  ἀνάμεσα  σέ  ἀγγέλους  κι  ὅτι  ἐκτελοῦμε
τήν ἴδια λατρεία μέ ἐκείνους.
Βέβαια  ὑπάρχει  μεγάλη  ἀπόσταση  σέ  μᾶς  καί  σέ
ἐκείνους, στή φύση καί στόν τρόπο ζωῆς.
Ἡ    ἀδιάλειπτη  ὅμως  καί  καθημερινή  προσευχή,
εἶναι κοινό ἔργο ἀγγέλων καί ἀνθρώπων.
Στήν προσευχή, δέν ὑπάρχει κάτι, πού νά ξεχωρίζει
ἀγγέλους καί ἀνθρώπους.

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ : Εὐαγγέλιο - Λόγος εἰς τήν ἀνάστασιν τῆς θυγατρός τοῦ Ἰαείρου καί εἰς τήν αἰμορροοῦσαν (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)




Εὐαγγέλιο Κυριακῆς: Λουκ. Η’ 41-56



«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄνομα  Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν.  Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ  Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49  Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ  Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ  Ἰωάννην καὶ  Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα  Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν.  Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ  Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49  Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ  Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ  Ἰωάννην καὶ  Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός». 

Απόδοση:
Εκείνη την εποχή, ήρθε προς τον Ιησού κάποιος που τον έλεγαν Ιάειρο και ήταν άρχοντας της συναγωγής. Αυτός έπεσε στα πόδια του Ιησού, και τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη δώδεκα χρονών, που ήταν ετοιμοθάνατη. Την ώρα που ο Ιησούς βάδιζε προς το σπίτι, τα πλήθη τον περιέβαλλαν ασφυκτικά. Κάποια γυναίκα, που υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς, χωρίς κανένας να μπορέσει να την κάνει καλά, πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε. Τότε ο Ιησούς είπε: «Ποιος με άγγιξε;» Ενώ όλοι αρνιούνταν, ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του έλεγαν: «Διδάσκαλε, οι όχλοι έχουν στριμωχτεί κοντά σου και σε πιέζουν, κι εσύ λες ποιος με άγγιξε;» Ο Ιησούς όμως είπε: «Κάποιος με άγγιξε, γιατί εγώ ένιωσα να βγαίνει από μένα δύναμη». Μόλις η γυναίκα είδε ότι δεν ξέφυγε την προσοχή του, ήρθε τρέμοντας κι έπεσε στα πόδια του και μπροστά σ’ όλο τον κόσμο του είπε για ποια αιτία τον άγγιξε, κι ότι είχε γιατρευτεί αμέσως. Εκείνος της είπε: «Θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε∙ πήγαινε στο καλό».
Ενώ ο Ιησούς ακόμα μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: «Η κόρη σου πέθανε∙ μην ενοχλείς πια το δάσκαλο». Όταν το άκουσε ο Ιησούς, του είπε: «Εσύ μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί». Φτάνοντας στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα μαζί του, εκτός από τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, καθώς και τον πατέρα και τη μητέρα του κοριτσιού. Όλοι έκλαιγαν και τη θρηνολογούσαν. Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Μην κλαίτε∙ δεν πέθανε αλλά κοιμάται». Εκείνοι τον περιγελούσαν, βέβαιοι πως είχε πεθάνει. Ο Ιησούς αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το κορίτσι από το χέρι και του είπε δυνατά: «Κορίτσι, σήκω!» Το πνεύμα της επέστρεψε, κι αυτή αμέσως σηκώθηκε. Ο Ιησούς τότε διέταξε να της δώσουν να φάει. Οι γονείς της έμειναν κατάπληκτοι. Εκείνος όμως τους είπε να μην πουν σε κανέναν τι είχε γίνει.
(Επιμέλεια: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη) 
Λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου, εἰς τήν ἀνάστασιν τῆς θυγατρός τοῦ Ἰαείρου καί εἰς τήν αἰμορροοῦσαν 


Το έργον επρόφθασε τους λόγους, και οι Φαρισαίοι απεστομώθησαν ακόμη περισσότερο. Διότι ήταν αρχισυνάγωγος αυτός που ήλθε, και το πένθος βαρύ. Το παιδί μονογενές και στο άνθος της ηλικίας του, μόλις δώδεκα ετών. Και το ανέστησε δια μιάς. Εάν δε ο Λουκάς λέγει ότι ήλθαν και είπαν «μη σκύλλε, μη ταλαιπωρείς τον διδάσκαλον’ τέθνηκε γαρ», θα απαντήσωμε τούτο, ότι το «άρτι ετελεύτησε» το είπεν εκείνος στοχαζόμενος τον χρόνο της οδοιπορίας ή για να επαυξήσει την συμφορά. Συνηθίζουν, όσοι παρακαλούν, να μεγαλοποιούν με τα λόγια την συμφορά τους, και να προσθέτουν κάτι επιπλέον ώστε να προσελκύσουν περισσότερο τους ικετευομένους. Κοίτα όμως την απλοϊκότητά του. Δύο πράγματα απαιτεί από τον Χριστόν, και να έλθει ο ίδιος, και να βάλει το χέρι του επάνω. Πράγμα που σημαίνει ότι η μικρή ανέπνεε ακόμη όταν την άφησε. Το ίδιο απαιτούσε και εκείνος ο Σύρος Νεεμάν από τον Προφήτην. Ζητούσε, λέγει, και να εξέλθει, και το χέρι να βάλει επάνω. Πράγματι, όσοι είναι πιο παχείς στον νου, χρειάζονται και την όραση και τα αισθητά πράγματα.

Ενώ λοιπόν ο Μάρκος λέγει ότι έλαβε τους τρεις μαθητάς, καθώς και ο Λουκάς, ο Ματθαίος λέγει απλώς τους μαθητάς. Για ποίον λόγον όμως δεν παρέλαβε τον Ματθαίον, αν και είχε μόλις προσέλθει; Για να του δημιουργήσει μεγαλυτέραν επιθυμία, και επειδή ήταν ακόμη ατελέστερος. Γι’ αυτό τιμά τους τρεις μαθητάς, ώστε να γίνουν και οι άλλοι όπως εκείνοι. Ήταν γι’ αυτόν αρκετό το ότι είδε την αιμορροούσα, και ότι ετιμήθη με το να γίνει ομοτράπεζος του Δεσπότου και να φάγει μαζί του.

Και όταν εσηκώθη να φύγει, τον ηκολούθησαν πολλοί, σαν να περίμεναν κάποιο μεγάλο θαύμα, αλλά και εξ αιτίας του προσώπου που είχε έλθει. Επίσης, επειδή οι περισσότεροι ήσαν παχύτεροι στον νου, εζητούσαν όχι τόσο την επιμέλεια της ψυχής όσο την θεραπεία του σώματος, και συνέρρεαν ωθούμενοι άλλοι από τα παθήματά τους και άλλοι σπεύδοντας να γίνουν θεαταί της διορθώσεως ξένων παθημάτων. Αυτοί όμως που τον επλησίαζαν κυρίως για τους λόγους και την διδασκαλία του ως τότε, ήσαν λίγοι. Πράγματι, γι’ αυτό δεν άφησε να εισέλθουν στην οικία παρά μόνον οι μαθηταί, και πάλιν όχι όλοι, σε κάθε περίπτωση διδάσκοντάς μας να αποφεύγωμε την δόξα των πολλών. «Και ιδού», λέγει, «γυνή εν ρύσει αίματος δώδεκα έτη έχουσα, προσήλθεν όπισθεν, και ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού. Έλεγε γάρ εν εαυτή. Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι». Για ποίον λόγο δεν τον επλησίασε με παρρησίαν; Εντρέπετο για την αρρώστια, επειδή ενόμιζε ότι είναι ακάθαρτος. Διότι αν η γυναίκα που είναι στα έμμηνά της δεν εθεωρείτο καθαρά, πολύ περισσότερο θα θεωρούσε τον εαυτόν της ακάθαρτον εκείνη που πάσχει από τοιούτου είδους ασθένεια. Πράγματι, σύμφωνα με τον νόμο, αυτή η ασθένεια εθεωρείτο πολύ ακάθαρτος. Γι’ αυτό προσπαθεί να μη γίνει αντιληπτή και κρύπτεται. Δεν είχε ούτε αυτή ακόμη σωστήν και διαμορφωμένην γνώμη περί του Κυρίου. Αλλιώς δεν θα επίστευε πως θα περνούσε απαρατήρητη. Και είναι αυτή η πρώτη γυναίκα που προσέρχεται δημοσίως. Είχε ακούσει ότι θεραπεύει και γυναίκες, και ότι τώρα πορεύεται προς την μικρή κόρη που μόλις απέθανε. Δεν τον εκάλεσε όμως στον οίκο της, μολονότι ήταν πλουσία, ούτε προσήλθε φανερά, αλλά μόνον ήγγισε με πίστη κρυφά τα ενδύματά του. Ούτε καν αμφέβαλλεν ούτε είπε μέσα της: θα απαλλαγώ άραγε από την ασθένειά μου; Ή μήπως δεν θα απαλλαγώ; Αλλά επλησίασε γεμάτη ελπίδες για την αποκατάσταση της υγείας της. «Έλεγε γάρ», διηγείται ο Ευαγγελιστής, «εν εαυτή. Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου του, σωθήσομαι». Είδε από ποίαν οικία είχεν εξέλθει, των τελωνών, και ποίοι τον ακολουθούσαν, αμαρτωλοί και τελώνες. Όλα αυτά την έκαμαν αισιόδοξη. Και ο Χριστός δεν την άφησε να διαφύγει απαρατήρητη, αλλά την παρουσιάζει στο μέσον. (Ο άγιος φαίνεται συμπεραίνει ότι η γυναίκα αυτή, η μετέπειτα αγία Βερονίκη, ήταν πλουσία, από τον χάλκινο ανδριάντα που, όπως διέσωσε η παράδοση, έστησε αργότερα στην αυλή του σπιτιού της.) Και την φανερώνει, για πολλούς λόγους. Αν και μερικοί αναίσθητοι λέγουν ότι αυτό το έκαμε από φιλοδοξία. Γιατί, λέγει, δεν την άφησε να περάσει απαρατήρητη; Τι λέγεις, μιαρέ και παμμίαρε; Αυτός που προστάσσει να σιωπούμε, που αφήνει μύρια θαύματα να περάσουν απαρατήρητα, αυτός αγαπά την δόξαν;

Γιατί λοιπόν την παρουσιάζει στο μέσον; Πρώτον διαλύει τον φόβο της γυναικός, για να μη την ελέγχει η συνείδησις, και ζει με αγωνία σαν να την έχει κλέψει την δωρεά. Δεύτερον, την διορθώνει, επειδή είχε φαντασθεί ότι δεν θα υποπέσει στην αντίληψή Του. Τρίτον, επιδεικνύει σε όλους την πίστη της, ώστε να ποθήσουν και οι άλλοι να την μιμηθούν. Άλλωστε το ότι έδειξε πως τα γνωρίζει όλα πολύ καλά, αποτελεί σημείον όχι μικρότερον από την παύση της ροής του αίματος. Έπειτα, με την στάση της γυναικός κερδίζει τον αρχισυνάγωγον, ο οποίος ήταν έτοιμος να κλονισθεί στην πίστη, και με αυτόν τον τρόπο να χάσει το παν. Επειδή εκείνοι που ήλθαν έλεγαν «μη σκύλλε τον διδάσκαλον, ότι τέθνηκε το κοράσιον», και οι οικιακοί τον περιγελούσαν όταν είπε ότι κοιμάται, ήταν φυσικό κάτι παρόμοιο να πάθει και ο πατέρας.

Γι’ αυτό, προλαβαίνοντας αυτήν την αδυναμία, φέρνει στο μέσον την γυναίκα. Το ότι εκείνος ήταν πολύ παχύς στον νουν, άκου το από τα λόγια που του απευθύνει: «μη φοβού, συ μόνον πίστευε, και σωθήσεται». Και πράγματι, επίτηδες περίμενε να επέλθει ο θάνατος, και τότε να παρουσιασθεί, ώστε να γίνει σαφής η απόδειξις της αναστάσεως. Γι’ αυτό και βαδίζει κάπως αργά, και παρατείνει την συνομιλία του με την γυναίκα, για να αποθάνει εν τω μεταξύ η μικρή, και να έλθουν οι απεσταλμένοι να το αναγγείλουν και να ειπούν: «Μη σκύλλε τον διδάσκαλον». Αυτό υπονοεί και ο Ευαγγελιστής και το επισημαίνει λέγοντας ότι «έτι λαλούντος αυτού, ήλθαν οι από της οικίας λέγοντες, τέθνηκεν η θυγάτηρ σου, μη σκύλλε τον διδάσκαλον». Ήθελε να διαπιστωθεί ο θάνατος, για να μη δημιουργηθούν υποψίες για την ανάσταση. Αυτό κάνει παντού. Έτσι έκαμε και στην περίπτωση του Λαζάρου, περίμενε και μία και δύο και τρεις ημέρες. Για όλους αυτούς τους λόγους την παρουσιάζει στο μέσον και της λέγει: «Θάρσει, θύγατερ». Όπως ακριβώς είχεν ειπεί και στον παράλυτο: «Θάρσει τέκνον». Επειδή η γυναίκα ήταν φοβισμένη. Γι’ αυτό λέγει «Θάρσει», και την αποκαλεί θυγατέρα. Η πίστις την έκαμε θυγατέρα. Και ακολουθεί το εγκώμιον «η πίστις σου σέσωκέ σε». Ο Λουκάς μάλιστα μας αναφέρει περισσότερα για την γυναίκα. Αφού προσήλθε, λέγει, και έλαβε την υγεία, δεν την εκάλεσεν ο Χριστός αμέσως, αλλά πρώτα ερώτησε: «τις ο αψάμενός μου;». Έπειτα, όταν ο Πέτρος και οι άλλοι του είπαν: «Επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τις ο αψάμενός μου;» (αυτό μάλιστα είναι πολύ μεγάλη απόδειξις του ότι είχε ενδυθεί σάρκα αληθινήν, και ότι είχε καταπατήσει εντελώς την υπερηφάνεια. Διότι δεν τον ακολουθούσαν από μακρυά, αλλά τον είχαν περικυκλώσει από παντού)’ αυτός, λέγει, επέμενε: «ήψατό μου τις. Εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξ εμού εξελθούσαν», αποκρινόμενος με απλοϊκότερο τρόπο, σύμφωνα με το πνευματικόν επίπεδο των παρευρισκομένων. Αυτά τα έλεγε για να πείσει και εκείνην να το ομολογήσει μόνη της. Γι’ αυτό και δεν την ήλεγξεν αμέσως, ώστε αφού αποδείξει ότι τα γνωρίζει όλα σαφώς, να την πείσει να τα ομολογήσει όλα αυθορμήτως. Αυτό θα τον βοηθούσε να διακηρύξει την πίστη της γυναικός, χωρίς να προξενήσει αμφιβολίες. 

Είδες ότι η γυναίκα ήταν καλλιτέρα από τον αρχισυνάγωγον; Δεν τον εσταμάτησε, δεν τον εκράτησε. Μόνον με τα άκρα των δακτύλων της τον ήγγισε, και μολονότι ήλθε αργότερα, έφυγε πριν από αυτόν θεραπευμένη. Και εκείνος μεν οδήγησε τον ιατρόν στην οικία του, ενώ σ’ αυτήν ήρκεσε μόνον η αφή.
Αν και ήταν δεμένη με τα δεσμά του πάθους της, της είχε όμως αναπτερώσει το ηθικόν η πίστις. Και πρόσεξε πώς την παρηγορεί με τα λόγια: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Εάν την είχε φέρει στο μέσον για να επιδειχθεί, βεβαίως δεν θα το προσέθετε αυτό. Αλλά το είπε για να ενισχύσει την πίστη του αρχισυναγώγου, και συγχρόνως να διακηρύξει την αρετήν της γυναικός, ώστε να της προξενήσει με αυτά τα λόγια ευχαρίστηση και οφέλειαν όχι μικροτέραν από την σωματικήν υγείαν. Από τούτο γίνεται φανερόν ότι με αυτό που έκαμε ήθελε να δοξάσει εκείνην, και συγχρόνως να διορθώσει τους άλλους, αλλά όχι να προβάλει τον εαυτόν του. Διότι ο ίδιος έμελλε να είναι εξ ίσου θαυμαστός και χωρίς να γίνει αυτό (αφθονότερα από χιονονιφάδες εξεχύνοντο γύρω του τα θαύματα, και πολύ μεγαλύτερα από αυτό και έκαμε και επρόκειτο να κάμει). Ενώ η γυναίκα αυτή, εάν δεν συνέβαινε αυτό, θα είχεν απέλθει απαρατήρητη, απεστερημένη των μεγάλων αυτών επαίνων. Γι’ αυτό την έφερε στο μέσον και την παρουσίασε ενώπιον όλων, και την απήλλαξε από τον φόβο (διότι, λέγει, επλησίασε τρέμοντας) και την έκαμε να λάβει θάρρος. Και μαζί με την υγεία του σώματος της έδωσε και άλλα εφόδια λέγοντας: «πορεύου εν ειρήνη».

Όταν ήλθε στην οικία του άρχοντος και είδε τους αυλητάς και τον όχλον θορυβημένον, τους είπε: «Αποχωρείτε, ου γαρ απέθανε το κοράσιον, αλλά καθεύδει (κοιμάται δηλαδή). Και κατεγέλων αυτού». Ωραία τα τεκμήρια των αρχισυναγώγων. Αυλοί και κύμβαλα στον θάνατο, για να προκαλέσουν θρήνους. Και ο Χριστός; Εξέβαλε όλους τους άλλους, και έβαλε μέσα τους γονείς, ώστε να μην ημπορούν να ειπούν ότι εθεράπευσε με κάποιον άλλον τρόπο. Ανέστησε λοιπόν με τον λόγο του και πριν από την ανάσταση, λέγοντας: «ου τέθνηκε το κοράσιον, αλλά καθεύδει». Πολλές φορές το κάνει αυτό. Όπως ακριβώς και τότε στην θάλασσαν επετίμησε πρώτα τους μαθητάς, έτσι και εδώ αποβάλλει την ανησυχίαν από τις ψυχές των παρόντων, δεικνύοντας συγχρόνως ότι του είναι εύκολο να εγείρει τους νεκρούς. Το ίδιο έκαμε και στην περίπτωση του Λαζάρου, όταν είπε: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Και συγχρόνως μας μαθαίνει να μη φοβούμεθα τον θάνατο, διότι δεν είναι πλέον θάνατος, αλλά ήδη έχει γίνει ύπνος. Επειδή και ο ίδιος επρόκειτο να αποθάνει, προπαρασκευάζει τους μαθητάς με τα σώματα των άλλων, ώστε να λάβουν θάρρος, και να υπομένουν τον θάνατο με ηρεμία. Πράγματι, από τότε που ήλθεν Αυτός, ο θάνατος είναι πλέον ύπνος. Ωστόσο τον περιγελούσαν. Αυτός όμως δεν ηγανάκτησε που δεν τον επίστευαν για το θαύμα που θα επιτελούσε έπειτα από λίγο, ούτε τους επετίμησε που γελούσαν, ώστε και ο γέλως και οι αυλοί και τα κύμβαλα και όλα τα άλλα να γίνουν απόδειξις του θανάτου.

Επειδή πολλές φορές μετά από τα θαύματα οι άνθρωποι δυσπιστούν, τους προλαμβάνει με τις ίδιες τις αποκρίσεις των. Όπως έγινε και με τον Λάζαρο και με τον Μωυσή. Στον Μωυσήν είπε: «Τι τούτο το εν τη χειρί σου», ώστε όταν το ιδεί να μετατρέπεται σε όφη, να μη λησμονήσει ότι ήταν ράβδος προηγουμένως, αλλά ενθυμούμενος τα ίδια του τα λόγια, να εκπλαγεί για το γεγονός. Και στην περίπτωση του Λαζάρου ερωτά: «Πού τεθείκατε αυτόν»; Ώστε εκείνοι που απήντησαν «έρχου και ίδε» και ότι «όζει, τεταρταίος γάρ εστί», να μην ημπορούν πλέον να απιστήσουν για την ανάσταση του νεκρού. Όταν λοιπόν είδε τα κύμβαλα και τον κόσμο, τους οδήγησε όλους έξω, και θαυματουργεί παρόντων των γονέων, εισάγοντας στο σώμα όχι άλλην ψυχήν, αλλά επαναφέροντας αυτήν την ιδία που εξήλθε, και έτσι εξύπνησε την μικρή σαν από ύπνο. Την πιάνει δε από το χέρι, για να πληροφορήσει αυτούς που παρακολουθούσαν, ώστε με όσα έβλεπαν να τους ανοίξει τον δρόμο για την πίστη της αναστάσεως. Διότι ενώ ο πατέρας έλεγε: «επίθες την χείρα», Αυτός κάνει κάτι περισσότερο. Όχι μόνον θέτει επάνω της το χέρι του, αλλά την πιάνει και την εγείρει, δεικνύοντας ότι τα έχει όλα έτοιμα. Και όχι μόνο την εγείρει, αλλά προστάσσει να της δώσουν και τροφή, για να μη φανεί το γεγονός φανταστικό. Και δεν της δίδει ο ίδιος, αλλά ανέθεσε σ’ εκείνους, όπως έκαμε και με τον Λάζαρο, όταν είπε: «Λύσατε αυτόν, και άφετε υπάγειν», και μετά τον έκαμε ομοτράπεζόν του. Πράγματι, φροντίζει πάντοτε και για τα δύο, για να αποδείξει πλήρως και τον θάνατο και την ανάσταση.

Συ όμως πρόσεξε παρακαλώ όχι μόνον την ανάσταση, αλλά και ότι παρήγγειλε να μη το ειπούν σε κανέναν. Και περισσότερο κοίτα να διδαχθείς από όλα αυτά την ταπεινοφροσύνη και την αποφυγή της ματαιοδοξίας. Μάθε επίσης και τούτο. Ότι εξέβαλε από την οικίαν εκείνους που θρηνούσαν, και τους έκρινε αναξίους γι’ αυτήν την θαυμαστήν θεωρία. Εσύ, μην εξέλθεις με τους αυλητάς, αλλά μείνε μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην. Εάν τους αυλητάς εξεδίωξε τότε, πολύ περισσότερο τώρα. Διότι τότε δεν ήταν ακόμη φανερόν ότι ο θάνατος έγινεν ύπνος. Τώρα όμως αυτό είναι και από τον ήλιον φανερώτερον. Αλλά δεν σου ανέστησε τώρα την μικρή σου θυγατέρα; Θα σου την αναστήσει όμως οπωσδήποτε, και με πιο μεγάλην δόξα. Επειδή εκείνη μετά την ανάστασή της απέθανε πάλι. Ενώ η δική σου όταν αναστηθεί, θα μείνει στο εξής αθάνατος. Κανείς λοιπόν να μη χτυπιέται πλέον από την θλίψιν, ούτε να θρηνεί, ούτε να διαβάλλει το κατόρθωμα του Χριστού. Επειδή όντως ενίκησε τον θάνατο. Τί θρηνείς λοιπόν αδίκως; Αφού το πράγμα έγινε ύπνος, οδύρεσαι και κλαίεις; Αυτό και εθνικοί αν το έκαμαν, θα έπρεπε να τους περιγελούμε. Όταν όμως κάνει ο πιστός αυτές τις ασχημίες, ποία δικαιολογία, ποία συγγνώμη θα υπάρξει, εάν κάνει παρόμοιες ανοησίες, και μάλιστα μετά από τόσον χρόνον και σαφή απόδειξη της αναστάσεως; Συ όμως σαν να προσπαθείς να επαυξήσεις το παράπτωμα, μας φέρνεις και γυναίκες εθνικές για θρηνωδούς, με σκοπό να εξάψεις το πάθος και να ρίξεις λάδι στην φωτιά. Και δεν ακούς τον Παύλο που λέγει: «Τις συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;». Και οι μεν ειδωλολάτρες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτε για την ανάστασιν, ευρίσκουν όμως λόγους παρηγορίας και λέγουν: Υπόμεινε με γενναιότητα, δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, ούτε να το διορθώσεις με τους θρήνους. Ενώ εσύ που ακούς πνευματικοτέρους και υψηλοτέρους λόγους από αυτούς, δεν εντρέπεσαι να κάμεις μεγαλύτερες ασχημίες από εκείνους; Διότι εμείς δεν έχουμε μόνον αυτό να ειπούμε: υπόμεινε γενναίως επειδή δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, αλλά, υπόμεινε γενναίως, επειδή οπωσδήποτε θα αναστηθεί. Το παιδί κοιμάται, δεν απέθανε, ησυχάζει, δεν εχάθη, το περιμένει ανάστασις και ζωή αιώνιος, και αθανασία και κατάστασις αγγελική. Δεν ακούς τον ψαλμό που λέγει «Επίστρεψον ψυχή μου εις την ανάπαυσίν σου, ότι Κύριος ευηργέτησέ σε»; Ο Θεός ονομάζει το πράγμα ευεργεσίαν, και συ θρηνείς; Και τί περισσότερο θα έκαμες εάν ήσουν εχθρός του νεκρού; Εάν κάποιος πρέπει να θρηνεί, αυτός είναι ο διάβολος. Εκείνος ας κτυπά την κεφαλή του, εκείνος ας οδύρεται για το ότι οδεύουμε προς μεγαλύτερα αγαθά. Στην ιδικήν του πονηρίαν αρμόζουν αυτές οι γοερές κραυγές, όχι σ’ εσέ, που μέλλεις να στεφανωθείς και να εύρεις ανάπαυση. Ένα γαλήνιο λιμάνι είναι ο θάνατος. Παρατήρησε από πόσα κακά είναι γεμάτη η ζωή αυτή, σκέψου πόσες φορές την έχεις καταρασθεί. Και τα πράγματα προχωρούν προς το χειρότερο. Αλλά και απ’ αρχής δεν εκληρονόμησες μικρήν καταδίκη: «Εν λύπαις τέξη τέκνα», λέγει, και «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου», και «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Για τα εκεί όμως τίποτε παρόμοιον δεν έχει λεχθεί, αλλά το εντελώς αντίθετον, ότι «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», και ότι «από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ», του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και ότι τα εκεί είναι νυμφών πνευματικός και χαρμόσυνες λαμπάδες και ταξίδι στον ουρανό.

Γιατί λοιπόν εντροπιάζεις αυτόν που απήλθε; Γιατί προδιαθέτεις τους άλλους να φοβούνται και να τρέμουν τον θάνατο; Γιατί κάνεις πολλούς να κατηγορούν τον Χριστόν ότι είναι αίτιος μεγάλων δεινών; Ή μάλλον γιατί μετά από αυτά προσκαλείς τους πτωχούς και παρακαλείς τους ιερείς να προσεύχονται; Για να εύρει ανάπαυσιν ο νεκρός, λέγεις, για να τον αντιμετωπίσει ο Δικαστής με ευσπλαχνία. Γι’ αυτά λοιπόν θρηνείς και μοιρολογείς; Άρα τον εαυτόν σου μάχεσαι και πολεμείς, προκαλώντας για σένα καταιγίδαν, ενώ εκείνος έχει προσαράξει σε λιμάνι. Και πώς να αντιδράσω, λέγει, έτσι είναι η φύσις. Δεν ευθύνεται όμως η φύσις ούτε αυτό είναι αναπόφευκτον, αλλά εμείς είμεθα που κάνουμε τα άνω κάτω, εκφυλιζόμεθα και προδίδουμε την ευγένεια των χριστιανών, και τους απίστους τους κάνουμε χειροτέρους. Πώς θα ομιλήσωμε στον άλλον περί αθανασίας; Πώς θα πείσωμε τον εθνικόν, όταν φοβούμεθα και φρίττωμε τον θάνατο περισσότερο από εκείνον; Και μάλιστα πολλοί από τους ειδωλολάτρες, όταν απέθαναν τα παιδιά τους, εφόρεσαν στεφάνι και λευκά ενδύματα, αν και δεν εγνώριζαν τίποτε περί αθανασίας, για να κερδίσουν την παρούσαν δόξα. Και συ ούτε για την μέλλουσα δεν παύεις να κτυπάς το στήθος σου σαν τις γυναίκες. Αλλά τώρα δεν έχεις κληρονόμους της περιουσίας σου, δεν έχεις διάδοχο; Και τί θα προτιμούσες γι’ αυτόν, να κληρονομήσει την περιουσία σου ή τους ουρανούς; Τί θα επιθυμούσες, να κληρονομήσει πράγματα που αφανίζονται, τα οποία μετά από λίγο θα τα άφηνε, ή τα μόνιμα και ακίνητα; Δεν τον έκαμες κληρονόμο σου, αλλά τον έκαμε ο Θεός ιδικόν του. Δεν έγινε συγκληρονόμος των αδελφών του, αλλά του Χριστού. Και σε ποίον θα αφήσωμε τα ενδύματα, σε ποίον τα οικήματα, σε ποίον τους δούλους και τους αγρούς; Πάλι σ’ αυτόν, και μάλιστα με περισσοτέραν ασφάλειαν από ό,τι αν ζούσε. Τίποτε δεν σε εμποδίζει. Εάν οι βάρβαροι μαζί με τους νεκρούς καίουν και τα υπάρχοντά τους, πολύ περισσότερον είναι δίκαιο να στείλεις και συ μαζί με τον νεκρόν αυτά που του ανήκουν. Όχι για να γίνουν στάκτη όπως εκείνα, αλλά για να τον περιβάλεις με μεγαλυτέραν δόξα. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, για να του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Εάν δίκαιος, για να αυξηθεί ο μισθός και η ανταμοιβή του. Επιθυμείς όμως να τον ιδείς; Ζήσε την ιδίαν ζωή μ’ εκείνον, και γρήγορα θα απολαύσεις το ιερόν του πρόσωπο. Και μαζί με αυτά συλλογίσου και τούτο, ότι και αν δεν ακούσεις εμένα, θα σε πιάσει οπωσδήποτε ο χρόνος. Αλλά τότε δεν θα έχεις κανένα μισθόν, αφού η παρηγορία θα προέλθει από τον χρόνο που θα έχει παρέλθει. Εάν όμως θέλεις τώρα να φιλοσοφήσεις, θα κερδίσεις δύο, τα μεγαλύτερα: και τον εαυτόν σου θα απαλλάξεις από αυτά τα δεινά, και με το πιο λαμπρό στεφάνι θα σε στεφανώσει ο Κύριος. Διότι και από την ελεημοσύνη και από τα άλλα, πολύ ανώτερον είναι το να υπομείνεις την συμφορά με πραότητα. Αναλογίσου ότι και ο Υιός του Θεού απέθανε. Εκείνος για σένα, και συ για τον εαυτόν σου. Και μολονότι είπε «ει δυνατόν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον», και ελυπήθη, δεν απέφυγε όμως τον θάνατον, αλλά τον εβίωσε σε όλη του την τραγικότητα. Και δεν υπέμεινε έναν κοινόν θάνατον, αλλά τον χειρότερο. Και πριν τον θάνατο μαστιγώσεις, και πριν τις μαστιγώσεις ονειδισμούς και ειρωνείες και ύβρεις, για να σε μάθει να τα υπομένεις όλα γενναίως. Αφού όμως απέθανε και απέθεσε το σώμα, το έλαβε πάλι πιο ένδοξο, προσφέροντας έτσι σε σένα τις καλλίτερες ελπίδες. Εάν αυτά δεν είναι μύθος, τότε μη θρηνείς. Εάν τα θεωρείς αυτά αξιόπιστα, μη δακρύζεις. Εάν όμως δακρύζεις, πώς θα ημπορέσεις να πείσεις τον εθνικόν ότι πιστεύεις;

Αλλά και έτσι ακόμη σου φαίνεται ανυπόφορο το συμβάν; Γι’ αυτό ακριβώς δεν αξίζει να τον θρηνείς, επειδή εκείνος απηλλάγη από πολλές παρόμοιες συμφορές. Μη τον φθονείς λοιπόν, μη θέλεις το κακό του. Διότι το να αποζητά κανείς τον θάνατον επειδή κάποιος απέθανε πρόωρα, και να τον πενθεί που δεν έζησε για να υποφέρει και άλλα πολλά παρόμοια, σημαίνει ότι τον φθονεί, και θέλει το κακό του. Και μη σκέπτεσαι ότι δεν θα επιστρέψει πλέον στην οικογενειακήν εστίαν, αλλά ότι και συ ο ίδιος σε λίγο θα πας κοντά του. Μη συλλογίζεσαι ότι πλέον δεν θα επανέλθει εδώ, αλλά ότι και όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας δεν θα παραμείνουν όπως είναι τώρα, αλλά θα μετασχηματισθούν. Διότι και ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και τα πάντα θα αναμορφωθούν και τότε θα λάβεις το παιδί σου πίσω λαμπρότερο. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, ο θάνατος εσήμανε την παύση των έργων της κακίας. Διότι εάν ο Θεός εγνώριζε ότι θα παρουσίαζε μεταβολή, δεν θα τον έπαιρνε πριν μετανοήσει. Εάν όμως έφυγε δίκαιος από την ζωή, κατέχει τώρα τα αγαθά με ασφάλεια. Άρα είναι φανερόν ότι τα δάκρυά σου δεν μαρτυρούν φιλοστοργίαν, αλλά πάθος αλόγιστον. Επειδή αν αγαπούσες αυτόν που έφυγε, έπρεπε να χαίρεις και να ευφραίνεσαι που απηλλάγη από αυτήν την τρικυμία. Τί περισσότερον υπάρχει εδώ; Ειπέ μου, τι το νέο και ασύνηθες; Τα ίδια δεν βλέπουμε συνεχώς να επαναλαμβάνονται; Ημέρα και νύκτα, νύκτα και ημέρα. Χειμών και θέρος, θέρος και χειμών, και τίποτε περισσότερο. Και αυτά μεν είναι πάντοτε τα ίδια. Τα κακά όμως πάντοτε παράδοξα και ανανεωμένα. Με αυτά λοιπόν ήθελες να ταλαιπωρείται καθημερινώς μένοντας εδώ, να αρρωσταίνει, να πενθεί, να φοβείται, να τρέμει και, άλλα μεν από τα δεινά να τα υποφέρει, άλλα δε να φοβείται μήπως τα υποστεί; Ούτε βεβαίως ημπορείς να ισχυρισθείς ότι ταξιδεύοντας στο μέγα τούτο πέλαγος, ήταν δυνατόν να απαλλαγεί από την λύπη και τις μέριμνες και τα άλλα παρόμοια. Και εκτός αυτού συλλογίσου και το άλλο, ότι δεν τον εγέννησες αθάνατον. Και ότι αν δεν απέθαινε τώρα, θα το υφίστατο αυτό λίγο αργότερα. Αλλά δεν τον εχόρτασες; Θα τον απολαύσεις όμως εκεί οπωσδήποτε. Αλλά επιθυμείς να τον βλέπεις και εδώ; Και τι σε εμποδίζει; Έχεις και τώρα αυτήν την δυνατότητα, εάν νήφεις, διότι η ελπίς των μελλόντων είναι πιο φανερά από την όραση. Και αν ζούσε μέσα στα ανάκτορα, συ η ιδία η μητέρα του δεν θα ζητούσες να τον ιδείς, ακούγοντας ότι ευδοκιμεί. Τώρα όμως που τον βλέπεις να έχει αποδημήσει προς τα πολύ ανώτερα, μικροψυχείς για τον σύντομον αυτόν καιρό, και μάλιστα ενώ έχεις αντί εκείνου τον σύζυγό σου; Αλλά δεν έχεις άνδρα; Έχεις όμως παρηγορία τον «Πατέρα των ορφανών και κριτήν των χηρών». Άκου ότι και ο Παύλος αυτήν την χηρεία την μακαρίζει, λέγοντας: «Η δε όντως χήρα και μεμονωμένη ήλπισεν επί Κύριον». Πράγματι αυτή θα ευαρεστήσει περισσότερο τον Θεόν, δεδομένου ότι επέδειξε περισσοτέραν υπομονή. Μη θρηνείς λοιπόν γι’ αυτό το γεγονός, το οποίο θα γίνει αφορμή να στεφανωθείς, για το οποίο θα απαιτήσεις μισθόν. Απλώς επέστρεψες την παρακαταθήκην, εάν παρέδωσες αυτό που ο Θεός σου είχε εμπιστευθεί. Μη μεριμνάς πλέον, αφού εφύλαξες τον θησαυρό σε ασύλητο θησαυροφυλάκιο. Και, αν συνειδητοποιήσεις τι είναι η παρούσα και τι η μέλλουσα ζωή, και ότι αυτή μεν είναι ιστός αράχνης και σκιά, τα δε εκεί όλα αμετάβλητα και αθάνατα, δεν θα χρειασθείς πλέον άλλους λόγους. Τώρα το παιδί έχει απαλλαγεί από κάθε είδους μεταβολήν. Εάν όμως ήταν εδώ, ίσως παρέμενεν ενάρετος, αλλά ίσως και όχι. Ή δεν βλέπεις πόσοι αποκηρύττουν τα παιδιά τους; Πόσοι αναγκάζονται να τα κρατούν κοντά τους αν και είναι χειρότερα από τα αποκηρυγμένα; Ας συλλογιζόμεθα όλα αυτά, και ας φιλοσοφούμε. Με τον τρόπον αυτόν, και τον νεκρό θα ευχαριστήσωμε, και από τους ανθρώπους θα απολαύσωμε πολλούς επαίνους, και από τον Θεόν θα λάβωμε τον μεγάλο μισθό της υπομονής, και θα γίνωμε μέτοχοι των αιωνίων αγαθών. Τα οποία είθε να επιτύχωμε με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

(4ος - 5ος αιών, Migne, PG τομ. 57, στ. 369 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 353 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

ΚΥΡΙΑΚΗ Η’ ΛΟΥΚΑ: Εὐαγγέλιο - Ὁμιλία εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ καλού Σαμαρείτη ( Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου )



Εὐαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. ι’ 25-37


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν  Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ  Ἱερουσαλὴμ εἰς  Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

Ὁμιλία εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς
 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Ἀκούσαμε, ἀδελφοί μου, στό Εὐαγγέλιο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ μᾶς λέη:  «Κατέβαινε κάποιος ἀπό τὴν Ἱερουσαλήμ στήν Ἱεριχὼ κι ἔπεσε στά χέρια ληστῶν. Τοῦ πῆραν τὰ ροῦχα,τὸν ἐχτυπη­σαν καὶ τὸν πα­ράτησαν μισοπεθα­μένο.   Ἕνας ἱερεὺς κι ἔνας Λευΐτης περνώντας ἀπὸ κεῖ τὸν εἶδαν ἀλλὰ  συνέχισαν τὸ δρόμο τους.  Ἕνας Σαμαρείτης ὅμως ποὺ   ἦθρε στὸ μέρος αὐτὸ τὸν εἶδε καὶ τὸν λυπήθηκε.  Ἀνακάτεψε λοιπὸν κρασὶ
καὶ λάδι κι ἔβαλε στὶς πληγὲς, τὶς ἔδεσε κι’ ἀφοῦ τὸν ἔβαλε πάνω στὸ ζῶο του,  τὸν ἔφερε στὸ πανδοχεῖο.  Ἔδωσε στὸν πανδοχέα δυὸ δηνάρια καὶ τοῦ εἶπε.   Περιποιήσου τὸν      ἄνθρω­πο κι ἄν ξοδέψης  περισ­σότερα, στὴν ἐπιστροφή  θὰ σοῦ τὰ δώ­σω ἐγώ».
 Ἄς δοῦμε λοι­πὸν τὸ νόημα τῆς παραβολῆς καὶ μὲ γνωστικὴ ψυχὴ κατα­νοῶντας το, ἄς γνωρίσωμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἄνθρωπος εἶναι ὁ Ἀδάμ, Ἱερουσαλήμ ἡ πολιτεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἡ σύνεση, Ἰεριχῶ ὁ κόσμος. Ὅσο λοιπόν ὁ Ἀδάμ, πρὶν ἀπὸ τὴν παρακοή, εἶχε φρόνημα τῶν οὐρανῶν καὶ ἀγγελικὴ ζωή, εἶχε ἀνεμπόδιστη εἴσοδο στὴν ἐπουράνια πόλη Ἱερουασαλήμ.  Κατοικῶντας, ζῶντας μέσα στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τίποτα δὲν τὸν νικοῦσε οὔτε τὸν τραυμάτιζε. Ὅταν ὅμως παράκουσε στὸ Θεὸ καὶ δὲν φύλαξε τὶς ἐντολὲς του, ἀλλὰ παρασύρθηκε ἀπὸ τό φίδι, τότε κατέβηκε στὴν Ἱερι­χὼ δηλαδή στὴ γῆ, κι’ ἀσχολή­θηκε μὲ τὰ ἔργα τῆς γῆς.  Γιατὶ Ἱερουσαλήμ σημαίνει ἀνάβαση, ἐνῶ Ἱεριχὼ κατακλυσμός.

Κα­τέ­βηκε λοιπόν ἀπό τὴν Ἰερου­σαλήμ στὴν Ἱεριχὼ, ἀπό τὴ ζωὴ δηλαδὴ τῶν οὐρανῶν στὴ ζωὴ  ὅπου ἐπικρατεῖ ἀπάτη τοῦ διαβόλου. Ὅταν κάποιος τηρῆ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε ζῆ στοὺς οὐρανοὺς, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος·  Ἡ δική μας  πολι­τεία εἶναι στὸν οὐρανό.  Κατέ­βηκε ἀπὸ τή δόξα στὴν ἀδοξία, ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς ἀπο­λαύ­σεως στὴ γῆ μὲ τ’ ἀγκάθια, ἀπὸ τὴ ζωῆ στό θάνα­το. Ὅταν φᾶτ­ε, λέει, ἀπὸ τὸ δένδρο, θὰ σᾶς κυριαρχήση ὁ θάνατος, δη­λα­δὴ ἡ ἁμαρτία.  Γιατὶ ἡ ἁμα­ρτία, ἡ παρακοῆ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος ψυχῆς.  Κατέβηκε ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Παραδείσου, ἀπὸ τὴν ἁγιωσύνη τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἦρθε στὴν Ἱεριχὼ δηλαδὴ στὸ βάραθρο τῆς παρακοῆς, στὸ θάνατο τῆς ἁμαρτίας.  Καὶ πέφτει στὰ χέρια τῶν ληστῶν, παναπῆ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν δυνάμεών του. Δρόμος, εἶναι ἡ ζωὴ αὐτὴ ὅπου βάδισε ὁ Ἀδάμ κι’ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν καὶ τὸν ἀπογύμνωσαν.  Καὶ ποιὰ στολὴ τοῦ ἔβγαλαν; Τὴ στολὴ τῆς ὑπακοῆς, τὴ φιλία μὲ τοὺς ἀγγέλους, τὴν ἀθάνατη δόξα, τὴ συναναστροφὴ μὲ τὸ Χριστὸ, τὴν παραδεισένια χαρά, τὴν οὐράνια ζωή.  Αὐτὴ τὴ στολὴ τοῦ ἔβγαλαν.  Καὶ τοῦ προξένησαν πληγές, δηλαδή ἁμαρτίες, πορνεῖες,  μοιχεῖες, εἰδωλολατρεῖες, φαρμακώματα, δολοφο­νίες,φιλονικίες, θυμὸ κι ὅλη τὴν ὑπόλοιπη σειρὰ τῶν κακῶν.

Αὐτὰ τὰ ἔργα πληγώνουν τὸν ἄνθρωπο, αὐτὰ προξενοῦν τὴ δυσωδία καὶ τὴ φθορά. Κι ὅτι εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, κατανοῆστε το ἀπὸ τὸ Δαβίδ, πῶς ἀπεικονίζοντας στὸν ἑαυτό του τὶς πληγὲς τοῦ Ἀδάμ τὶς ἀποκαλεῖ μώλωπες καὶ λέει ὀρθά· Ἐβρώμησαν καὶ σάπισαν τὰ χτυπήματά του ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας μου. Κάθε ἁμαρτία προκαλεῖ μώλωπα καὶ τραῦμα.

Λαβώθηκε λοιπὸν ἀπὸ τὴν παρακοή, χτυπήθηκε γιὰ τὶς ἀνομίες, ὅπως λέει προφήτης· Χτυπήθηκα σὰν τὸ χόρτο καὶ καρδιά μου ξηράθηκε, γιατὶ λησμόνησα νὰ φάω τὸ ψωμί μου· νὰ φυλάξω δηλαδὴ τὴν ἐντολὴ τοῦ ΘεοῦΤὸν ἄφησαν, λέει, μισοπεθαμένο, ὄχι γιατὶ δἐν ἤθελαν νὰ τὸν σκοτώσουν, ἀλλὰ δὲν ἄφησε ὁ Θεός.   Δὲ θέλω, λέγει, τὸ θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅσο τὴ μετάνοιά του.  Καὶ ποῦ τὸν  ἀφήνουν;  Στὸ δρόμο,   δηλαδὴ στὴ ζωὴ αὐτή·    δρόμος λέγεται τούτη ἡ ζωή, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πενροῦν ἀπ’αὐτή.  Κι ὅταν ἔφτασε στὸ δρόμο ὁ ἱερεύς   καὶ τὸν εἶδε, τὸν προσπέρασε. Ἱερέα ὀνομάζει τό  μακάριο Μωϋσῆ καὶ Ἀαρών. 


Σαὐτὸ μαρτυρεῖ κι Δαβὶδ λέγοντος ὅτι Μωϋσῆς κι Ἀαρὼν εἶναι ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς του κι Σαμουήλ ἀπαὐτοὺς ποὺ ἐπικαλοῦνται τὄνομά τουΕἶναι τοῦτος λοιπὸν ὁ ἀξιοθαύ­μαστος Μωϋσῆς ποὺ δοξάστηκε, ποὺ μὲ τὴ δεκαπλῆ μάστιγά του χτύπησε τοὺς Αἰγυπτίους· αὐτὸς ποὺ ἔσχισε καὶ ξέρανε τὴν Ἐρυθ­ρὰ καὶ πέρασε ἀπ’ αὐτή τὸ λαό, αὐτὸς ποὺ γλύκανε τὸ νερὸ στὸ Μαρρᾶ καὶ πίσω ἀπὸ τὸ σύννε­φο μίλησε μὲ τὸ Θεό· αὐτὸς ποὺ ἔκαμε πολλὰ ἀξιοθαύμαστα· αὐτὸς βαδίζοντας τὸ δρόμο τῆς ζωῆς καὶ ἀφοῦ εἶδε τὸν ἄνθρωπο πληγωμένο στὴ γῆ, τὸν προσπέρασε, χωρὶς νὰ τὸν σηκώση. Ὅμοια κι ὁ Λευΐτης, ἡ τάξη τῶν προφητῶν.  Γιατὶ αὐτοί, ποὺ ἦρθαν ὕστερα ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ, ἀφοῦ ἐβάδισαν τὸν ἴδιο δρόμο καὶ συνάντησαν πληγωμένο τὸν ἄνθρωπο,   δὲν τὸν ἐσήκωσαν. Οὔτε ὁ Μωϋσῆς μὲ τὰ θαύματά του, οὔτε οἱ προφῆτες μὲ τὰ      σημεῖα τους, κανένας δὲν τὸν ἐλύτρωσε ἀπὸ τὸ θάνατο, κανένας δὲν ἔκλεισε τὸ   τραῦμα τῆς    ἁμαρτίας. Γιατὶ  οἱ ἴδιοι ἦσαν τῆς ἁμα­ρτίας δεσμῶτες.  Μ’ ὅλο ποὺ μὲ τὴ σεμνὴ ζωή τους ἔγιναν φίλοι τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἦσαν ὁμόσα­ρκοι μὲ τὸν Ἀδὰμ καὶ προέρχονταν ἀπὸ τὴν νεκρὴ ρίζα, δὲν μποροῦσαν, κλαδιὰ αὐτοὶ, νὰ ἀποσπάσουν τὴ ρίζα τῆς ἁμαρτίας.  
Κάποιος ὅμως Σαμαρείτης μὲ ἔργα ὄχι τυχαῖα, προαίρεση σπλαχνική, φίλος  τῶν ὁμοδούλων του, ὅταν ἤρθε στὸ μέρος αὐτὸ καὶ τὸν εἶδε πληγωμένο, τὸν λυπήθηκε τοῦ ἔβαλε λάδι καὶ κρασὶ καὶ ἔδεσε τὶς πληγὲς τους, τὶς ἁμαρτίες  τουΤό πρόσωπο καὶ τὴ    μορφὴ τοῦ Σαμαρείτη παίρνει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλὰ   θὰ πῆ κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀκροατάς·  Γιατί ἀποκαλεῖς τὸν Κύριο Σαμαρείτη; Ναί, Σαμαρείτη τόν λέγω ὄχι γιὰ τὴ φύση τῆς θεότητός του ἀλλὰ γιὰ τὸ σπλαχνικό τρόπο του. Ὁ Σαμαρείτης μὲ τὴν φύση τοῦ σώματός τους ἦταν ὅμοιος μὲ τοὺς ἄλλους, κατὰ τὴ σπλαχνικὴ προαίρεσή του ὅμως δὲν ἤσαν ὅμοιος·  φάνηκε ἀνώτερός τους. Ἔτσι κι ὁ Κύριος παρουσιάστη­κε σὰν ἄνθρωπος μὲ τὴ σωματι­κή του μορφή, ὅμοιος μὲ τοῦς προφῆτες καὶ τοὺς πατριάρχες κατὰ τὴν ἀνθρωπίνη φύση ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴ Μαρία. Μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητός του ὅμως στάθηκε ἀπ’ ὅλους ἀνώτερος. Ἴσος μ’ αὐτοὺς στὸ ἀνθρώπινο σχῆμα, ὄχι ἴσος στὴν ὑπερκόσμια δόξα. Ἐκεῖνοι ἀπὸ ἀδιαφορία καὶ σκληρότητα προσπέρασαν ἄσπλαχνα τὸν πληγωμένο.
Σαμαρείτης ὅμως φάνηκε πιὸ σπλαχνικὸς καὶ πιὸ εὐσεβὴς καὶ ἐλεητικόςὍμοια κι ὁ Χριστός. Οἱ πατριάρχες κι οἱ προφῆτες ἀδιαφόρησαν γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ξέπεσε μὲ τὴν παρακοή του. Ἐκεῖνος μόνο ἀποδείχθηκε σπλαχνικὸς κι ἐλεητικός, κατὰ τὸ λόγο τοῦ προφήτη·  Σπλαχνικὸς καὶ ἐλεητικὸς εἶναι ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλαιος· καὶ πάλι· Γιατὶ σύ, Κύριε, εἶσαι σπλαχνικός. Κι ὅπως ὁ Σαμαρείτης δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ Ἰσραηλιτικὸ ἔθνος ἀλλὰ προερχόταν ἀπὸ ἄλλη χώρα, ἔτσι κι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὴ γῆ ἀλλὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἦθε στὴ γῆ·  ἦταν Θεὸς κι ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ χάρη μας Ἦταν Κύριος καὶ ντύθηκε τὴ μορφὴ τοῦ δούλου. Ἔνιωσε συμπάθεια γιὰ μᾶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατέβηκε στὴ γῆ, εἶδε τὸν ἄνθρωπο ριγμένο, ληστευμένο, λαβωμένο ἀπὸ τὶς πορνεῖες, τὶς εἰδωλολατρεῖες, τὶς μοιχεῖες,  τοὺς φόνους·  εἶδε καὶ σπλαχνίσθηκε τὸ πλάσμα του καὶ τοῦ ἔβαλε κρασὶ καὶ λάδι, ἀφοῦ δηλαδὴ ἀνάμειξε τὰ δύο ἔκαμε ἀλοιφὴ καὶ τὰ ἔβαλε στὸν ἄνθρωπο.  Τὶ σημαίνει ἀφοῦ ἀνέμειξε κρασὶ καὶ λάδι; Ἀφοῦ συνδύασε τὴ θεία φύση μὲ τὴν ἀνθρώπινη, ἀφοῦ συνταίριασε τὴν εὐσπλαχνία μὲ τὴ σωτηρία ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο. Ἀφοῦ ἐνέμειξε κρασὶ καὶ λάδι, ἀφοῦ ἕνωσε τὸ ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὸ αἷμα του, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο ζωή. Γιατὶ μόλις ἔσταξε τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὴν πλευρὰ του ξεπλύθηκαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ οἱ ἁμαρτίες μας. 

 Τί σημαίνει  τώρα· Ἔδεσε τὶς πληγὲς του; Τοῦτο·  ἔδεσε τὸ διάβολο κι ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο. Ἔδεσε τὸ σκάφος κι   ἐζωοποίησε τοῦς ναυαγούς, ἐδέσμευσε καὶ ὑπόταξε τὶς δυνάμεις τοῦ πονηροῦ.  Κι ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο. Ἄν θέλης νὰ τὸ σκεφτῆς καὶ διαφο­ρετικά, ἄκου. Σὰ λάδι προσκο­μίζει τὸ λόγο τῆς παρακλήσεως, καὶ προσθέτει σὰν στυπτικό κρασὶ τὴ διδασκαλία,  ποὺ μαζεύει τὴ σκορπισμένη σκέψη, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου· Ἔλεγξε,  ἐπιτήμησε,   πρακάλεσε.   Καὶ τὸν ἀνέβασε στὸ ἴδιο   του τὸ ζῶο, πῆρε δηλαδὴ ὁ Χριστὸς τὴ σάρκα πάνω στοὺς ὤμους τῆς θεότητός του καὶ τὴν ἀνέβασε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό,  οὔτε χρυσό, ἤ ἄργυρο, ἤ πολύτιμους λίθους ἀνέβασε ἀλλά τόν  κατ’ εἰκόνα ἄνθρωπο ἀνέβασε ἀπό τους οὐρανούς, στὸ μεγάλο καὶ θαυμαστὸ καὶ ἁπλόχωρο πανδοχεῖο, σ’ αὐτὴν τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία.  

 Καὶ τὴν παράδωσε στὸν πανδο­χέα, στὸ μακάριο Παῦλο, στὸ στῦλο τῶν Χριστιανῶν, τὸ γνήσιο πανδοχέα, διδοντάς του δυὸ δηνάρια καὶ διὰ μέσου τοῦ Παύλου σὲ κάθε μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς δασκά­λους καὶ τοὺς λειτουργούς.  Δυὸ δηνάρια, τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, λέγοντας· περι­ποιήσου τοῦτον τὸν ἄνθρω­πο, κι ἄν ξοδέψης κάτι ἀκόμα, ἐγὼ θἀ ἐπιστρέψω καὶ θὰ σοῦ τὸ δώσω. Ἐννοεῖ τοῦτο·  Φρόντισε γιὰ τὸ λαὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἔθνη καὶ τὸν  ἐμπιστεύτηκα σὲ σένα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ εἶναι ἄρρωστοι οἱ ἄνθρωποι, τραυματισμένοι ἀπὸ τῆς ἁμαρτί­ες, θεράπευσέ τους, θέτοντας ἐπάνω σὰν σιναπισμὸ τοὺς προφητικοὺς λόγους καὶ τὰ εὐαγγελικὰ διδάγματα ἀποκαθι­στῶντας τὴν ὑγεία τους μὲ τὶς νουθεσίες καὶ τὶς παρακλήσεις τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ πειθοντάς τους νὰ στέκονται μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἁμα­ρτία καὶ νὰ ἀφήσουν τὴν πλάνη τῆς ἁμαρτίας. Ἄν ὅμως κι ἔτσι μείνουν ἀδιόρθωτοι, λύγισέ τους μὲ τοὺς αὐστηροὺς λόγους σου. Γίνε τὸ πρότυπο καὶ τὸ παρά­δειγμά τους, μὲ τοὺς  λόγους,  μὲ τὰ ἔργα σου,  τὴ συμπεριφορὰ,  τὴν πίστη,  τὴν ἀγάπη, τὴ σεμνότητα, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἴχνη σου καὶ νὰ μιμηθοῦν    τὴν ἐνάρετη ζωή σου.  Κι ἄν κάμης τοῦτο, ἄν ἀπὸ λόγου σου κάμης κάποια προσθήκη λόγων ἤ ἔργων, ἄν δαπανήσης κάτι ἀκόμα,  θὰ σοῦ τὸ δώσω στὴ  ἐπιστροφὴ δηλαδὴ στὴ δευτέρα παρουσία μου, τὴν ἀνταποδοτική·  θὰ σοῦ δώσω μισθὸ τῶν κόπων σου ἄξιο.

 Γι’ αὐτὸ κι ὁ Παῦλος μὲ τὸ θάρρος τῶν ὑποσχέσων αὐτῶν λέει·  Μὲ πολλὴ χαρὰ θὰ ξοδέψω γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀναλωθῶ γιὰ τὶς ψυχὲς σας, ἐννοῶντας τὴ διδασκαλία του πρὸς τοὺς ἐθνι­κοὺς καὶ τὴν κηρυκτική του διακονία.  Γιατὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ οἰκοδομεῖ καὶ στηρίζει τὶς Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὶς πνευματικὲς ὑποδείξεις του θεραπεύει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ μοιράζοντας τὸ ὠφέλιμο στὸν καθένα, ὁδηγεῖ τὶς ψυχὲς στὴν αἰώνια ζωή.  Στοὺς πάντες ἔγινα, λέει, τὰ πάντα, γιὰ νὰ σώσω τοὺς πάντες.  Αὐτὸς εἶναι τῆς Ἐκκλησίας ὁ καλὸς πανδοχέας, ὅλους τοὺς δέχεται κι ὅλους τοὺς φροντίζει· δὲν ἀπομακρύνει τὸν πόρνο, δὲν ἀπεχθάνεται τὸν εἰδωλολάτρη, κανένα ἄλλον ἀσεβῆ κι ἀκάθαρτο δὲν ἀποδιώχνει, τοὺς δέχεται ὅλους.  Σὰν γιατρὸς πλύνει τὶς πληγές, τὶς καθαρίζει καὶ τὶς σφογγίζει μὲ λουτρὸ ξαναγεννημοῦ.  Προσφέρει τούς στυφτικούς λόγους, ὅπως τὸ καρσί, γιὰ νὰ μῆν παρασυρώμαστε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τῆς ἅγνοιάς μας ἤ τὶς κακίες μας.  Καὶ πάλι μᾶς θεραπεύει μὲ παράληση, σὰν μὲ λάδι ἀλείφοντας τὶς ψυχές μας. 


Μᾶς λέει Παῦλος·  Σᾶς παρακαλοῦμε, ἀδελφοί μου, μὲ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ νὰ προσφέρετε τὰ σώματά σας θυσία ζωντανή, ἁγία, ἀρεστή, ὅπως πρέπει νὰ εἶναι λογική σας λατρεία. Ὅσοι λοιπὸν τυχαίνει νὰ εἴμαστε μαθηταὶ τῶν λόγων τοῦ Παύλου, ἄς φυλάξω­μεν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ μὴν ξεπέσωμε ἀπὸ τὴν Ἱερου­σαλήμ τῶν οὐρανῶν, τὴν πόλη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.  Καὶ μακάρι, μὲ θεραπευμένα τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας, ὑγιεῖς καὶ τέλειοι στὴν πίστη νὰ παρουσιαστοῦμε στὸ Χριστό, σῶοι καὶ θαρραλέοι, χωρὶς νὰ μειονεχτοῦμε σὲ κανένα καλὸ ἔργο καὶ ν’ ἀπολαύσωμε τὴν ἀγαθὴ ὑπόσχεση στοὺς οὐρα­νοὺς μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλα­νθρω­πία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον, στὸν Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι δόξα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Πηγή“Αναβάσεις”