Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Κυριακή του τυφλού, Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh


Τυφλού-Christ-healing-the-blind_Исцеление слепорожденного_axali-agtqma-tvalxiluli
Κυριακή του τυφλού 14 Μαΐου 1972 Anthony Bloom Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Στο τέλος του σημερινού αναγνώσματος, υπάρχουν λέξεις που τις προσπερνάμε πολύ συχνά. Ο τυφλός λέει στον Χριστό, «Και ποιος είναι ο Υιός του Θεού;» κι ο Χριστός απαντά «Τον έχεις δεί, είναι εκείνος που μιλάει μαζί σου».
Για μας, οι πρώτες αυτές λέξεις είναι τόσο φυσικές• το πρώτο γεγονός στην ζωή μας, το πρώτο γεγονός σε μια συνάντηση είναι όταν δούμε ένα πρόσωπο, αλλά τι θαύμα ήταν γι’ αυτόν τον άνθρωπο που δεν είχε ξαναδεί τίποτα στον κόσμο και ο οποίος με το άγγιγμα του ζωοδότη Χριστού, ξαφνικά βλέπει! Κι το πρώτο πρόσωπο που είδε ήταν ο Κύριος και Θεός Του, ο Χριστός, ο Υιός του Θεού.
Θυμάμαι έναν Ρουμάνο συγγραφέα να λέει στην βιογραφία του, πόσο καθοριστική, πόσο βαθειά εντύπωση του έκανε το πρόσωπο του πρώτου ανθρώπου που θυμάται. Θυμάται τον εαυτό του σαν παιδί, και επάνω του το ανείπωτα όμορφο πρόσωπο του πατέρα του ο οποίος ήταν ιερέας, να τον κοιτάζει, με όλη την ανθρώπινη αγάπη, μ’ όλη την τρυφερότητα, όλο το βάθος μιάς ανθρώπινης ματιάς. Και λέει ότι αυτή ήταν η πρώτη εικόνα του, η εικόνα που ένα ανθρώπινο πρόσωπο μπορεί να έχει όταν φωτίζεται από μιάν εσωτερική αγάπη, μια κατανόηση, ένα βάθος και την αιωνιότητα, μια εικόνα Θεού. Εδώ αυτός ο άνθρωπος είδε τον Θεό με τα χαρακτηριστικά Εκείνου που ήταν Θεός και που είχε γίνει Υιός του Ανθρώπου.
Θα ήθελα να εστιάσω την προσοχή σας σε κάτι διαφορετικό. Σε μια άλλη περίπτωση που διαβάζουμε στην ιστορία του παραλυτικού που θεραπεύτηκε από τον Χριστό• και η Εκκλησία, ψάλλοντας ύμνους στον Θεό γι αυτή την περίπτωση λέει, «Καθώς αυτός ο άνδρας δεν βρήκε κανέναν να δείξει έλεος, συμπόνια, ενδιαφέρον, ο Υιός της Μαρίας, ο ίδιος ο Θεός, έσκυψε να τον συναντήσει στην ανάγκη του» Επειδή αυτός ο άνθρωπος δεν βρήκε άλλον άνθρωπο να του δείξει ευσπλαχνία, να δείξει συμπόνια, να τον νοιαστεί, ο Θεός ήλθε σ’ αυτόν. Τώρα ζούμε σ’ άλλη εποχή, ζούμε σε καιρούς που ο Θεός έχει πράγματι γίνει άνθρωπος και ζεί ανάμεσα μας, κι ακόμα περισσότερο: μας έκανε ζωντανά μέλη του σώματος Του, μια σαρκωμένη, συγκεκριμένη παρουσία της Ενσάρκωσης Του, ναούς του Πνεύματος, τόπο της Παρουσίας Του. Τώρα κάθε άνθρωπος που βρίσκεται σε ανάγκη μπορεί την ίδια στιγμή να βρεί στον καθένα από μας κάποιον που κινείται από συμπόνια, που έχει μάθει το έλεος και κατάλαβε από τον Θεό που έγινε άνθρωπος, και την ίδια στιγμή, ταυτόχρονα, καθώς μας συναντά, θα μπορούσε να δεί την αγάπη του Θεού στα μάτια μας, και να αντιληφθεί, την ενεργή, εφευρετική, δημιουργική ενέργεια της θεϊκής ευεργεσίας στα λόγια μας και τις πράξεις μας.
Από τότε που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, ήλθε και για τον άνθρωπο ο καιρός• αλλά όχι για τον άνθρωπο που αποκόπηκε από τον Θεό, που χωρίστηκε από Αυτόν, έγινε ξένος γι’ Αυτόν, αλλά μία υπέροχη περίοδος όπου στη ζωή του ανθρώπου, σ’ εκείνους που έχουν ανακαλύψει τον Χριστό, που πίστεψαν σ’ Αυτόν, που έγιναν ένα με Εκείνον – εκείνοι στους οποίους έχει εμπιστευθεί την φροντίδα του κόσμου Του – οι άνθρωποι μπορούν να δεχτούν μαζί την θεία και την ανθρώπινη ευσπλαχνία και να γνωρίσουν την ανθρώπινη συμπόνια, την αγάπη, την χαρά.
Δεν είναι αυτό ένα σπουδαίο κάλεσμα, δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να μας κάνει ικανούς για μεγάλα πράγματα; Ο χρόνος του Θεού και ο χρόνος του ανθρώπου είναι ένας, όχι μόνο μέσα από τον Υιό του Θεού, αλλά και μέσα από την μυστηριακή σαρκωμένη παρουσία που ο καθένας μας συμβολίζει, η παρουσία του Θεού στην σάρκα, στην ανθρώπινη συμπόνια, στην ανθρώπινη αγάπη, κι αυτό είναι μια σοβαρή αξίωση και μια πρόκληση που το Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει. Έχουμε για τον πλησίον μας και για όσους βρίσκονται πιο μακριά, αυτό το είδος της ανθρωπιάς; Νέα ανθρωπιά, νέα πλάσματα, νέοι άνθρωποι με μια φρεσκάδα μιάς ζωής ανακαινισμένης, της ζωής του Θεού. Αυτό είναι εκείνο που καλούμαστε να γίνουμε. Ας προβληματιστούμε πάνω σ’ αυτό, ας πάρουμε μια απόφαση, ας κάνουμε μια κίνηση κι ας γίνουμε μια εικόνα του Θεού, όχι μόνο με την αγάπη να λάμπει στα μάτια μας, όχι μόνο με τα λόγια που θα πούμε, αλλά επίσης σε κάθε ενέργεια και πράξη, τότε ο ανθρώπινος χρόνος θα γίνει η ημέρα του Υιού του Θεού, η ημέρα του Κυρίου. Αμήν Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!
Απόδοση Κειμένου: http://www.agiazoni.gr/article.php?id=80292633030942769016
Δόξα… Και νυν… Ήχος πλ. δ’ Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, Χριστέ ο Θεός, ο τον εκ μήτρας του φωτός εστερημένον, διά της σης αχράντου προσψαύσεως, φωτίσας κατ´ άμφω και ημών τα όμματα, των ψυχών αυγάσας, υιούς ημέρας δείξον, ίνα πίστει βοώμέν σοι· Πολλή σου και άφατος, η εις ημάς ευσπλαγχνία, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

Θεουπόλεως: ''Η κραυγή του τυφλού είναι η κραυγή του κόσμου'' (ΦΩΤΟ)

theoupoleos-2
Συκιές Νεάπολης | Κωνσταντίνος Τζιαφέρης

Αρχιερατική Θεία Λειτουργία τελέστηκε σήμερα, Κυριακή του Τυφλού στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους Συκεών Θεσσαλονίκης.
Στην Θεία Λειτουργία προεξήρχε ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Θεουπόλεως κ. Παντελεήμων, πλαισιούμενος από τους εφημερίους του Ναού.
Τον Θείο Λόγο κήρυξε ο Επίσκοπος Θεουπόλεως, ο οποίος αναφέρθηκε στην σημερινή Ευαγγελική Περικοπή της Θεραπείας του τυφλού της Ιεριχούς τονίζοντας ότι: ''Ο τυφλός είχε ακούσει για Αυτόν που κάνει θάυματα. Που θεραπέυει ανθρώπους και ειχε πιστέψει σ' Αυτόν. Γι αυτο και κραυγάζει ''Ιησού Υιέ Δαυίδ ελεησόν με.''
Σε άλλο σημείο ο Θεοφιλέστατος ανέφερε χαρακτηριστικά: ''Και οι κραυγές του είναι πραγματικές αλλα και συγχρόνως και συμβολικές. Είναι οι κραυγές της σύγχρονης κοινωνίας, μιάς κοινωνίας βρώμικης από το πολύ κακό και τη αμαρτία. Μιάς κοινωνίας, που ζητά εκείνον που θα την καθαρίσει, θα ξεπλύνει, θα εξαφανίσει τη βρωμία και τις πληγές της αμαρτίας. Η κραυγή του τυφλού ειναι η κραυγή του κόσμου, που ζεί μέσα στο σκοτάδι, που παρά τα φώτα του πολιτισμού, της προόδου της επιστήμης, παραμένει τυφλός, όπως πρίν τον ερχόμο του Χριστού και αναζητά το φως. Όμως το φώς υπάρχει! Ο Χριστός υπάρχει! Πολύ δυστυχώς δεν τον γνωρίζουν.''
''Ζουν μακριά Του. Ζουν στο σκοτάδι. Είναι ανάγκη κάποιος - κάποιοι σήμερα να μιλήσουν στους ανθρώπους γι' Αυτόν. Γι'Αυτόν που είπε «Εγώ ειμί το φώς του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φώς της ζωής». Είναι ανάγκη να απομακρυνθούν τα παράσιτα που εμποδίζουν ώστε,όπως η κραυγή του τυφλού να μην φτάσει στα αυτία του Χριστού, έτσι και η φωνή του πονεμένου σήμερα ανθρώπου να μην φθάνει εις Αυτόν που χαρίζει ελπίδα. Εις Αυτόν που διδάσκει υπομονή και επιμονή. Εις Αυτόν που συστήνει να ζυμώνουμε την πίστη μας με τα δάκρυα και τον πόνο για να μπορούμε να αντέχουμε στις δυσκολίες, έχοντας εμπιστοσύνη, στην αγάπη Του, την αγαθοσύνη και την παντοδυναμία Του'', συμπλήρωσε ο κ. Παντελεήμων.
Κλείνοντας ο Θεοφιλέστατος το μεστό του λόγο υπογράμμισε: ''Μόνο τότε μπορούμε να ελπίζουμε για την σωτηρίας μας. Και μόνο τότε θα χαλκεύσουμε τον χαρακτήρα των παιδιών μας για να μάθουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό.''

theoupoleos-1
theoupoleos-3
theoupoleos-4
theoupoleos-5
theoupoleos-6
theoupoleos-7
theoupoleos-8
theoupoleos-9
theoupoleos-10
theoupoleos-11
theoupoleos-12
theoupoleos-13

Αγιοπατερικό σχόλιο στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Τυφλού

Αγιοπατερικό σχόλιο στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της  Κυριακής του Τυφλού
«Επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ. Ύπαγε νίψαι εις την κολυμβή­θραν του Σιλωάμ». Επιχρίει με πηλό τον πηλό ο Σωτήρ, το όμοιο αναπληρώνοντας με το όμοιό του (αφού δηλαδή από πηλό έγινε και το ανθρώπινο σώμα). Πάντως μπορεί να πη κανείς ότι για τούτο έχρισε ο Κύριος με πηλό τους οφθαλμούς του τυφλού, για να κάμη σ’ όλους φανερό, ότι αυτός ο ίδιος είναι που έπλασε και τον Αδάμ με πηλό. Γιατί όμως έστειλε τον τυφλό στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ; Μήπως εκεί βούτηξε και τον Αδάμ; Άκου με σύνεση:Όταν ο Κύριος έπλασε με τον πηλό τον Αδάμ, τότε δεν παρευρίσκετο κανείς από τους αντιλέγοντας Ιουδαίους. Και αφού δεν υπήρχε κανείς που να αντιλέγη, ο Κύριος με λιγώτερη επίδειξη και εμφάνιση κατασκεύασε τον λογικό ανδριάντα (τον άνθρωπο). Τώρα όμως, επειδή υπάρχουν πολλοί που αντιλέγουν, μακραίνει την διαδικασία του θαύματος (δηλαδή την περιοδεία του τυφλού), για να δείξη πιο δυναμική την εξουσία Του, ώστε να κάμη τους αντιλέγοντας να παραδεχθούν και παρά τη θέλησή τους το θαύμα. Γι’ αυτό λοιπόν απέστειλε τον χρισμένο με πηλό τυφλό να νιφθή στον Σι­λωάμ. Για να ακολουθήσουν, οι βλέποντες, τον τυφλό που έτρεχε και έτσι να γίνη αυτός που δεν έβλεπε, οδηγός αυτών που έβλεπαν και εν συνεχεία αυτοί που έτρεξαν να δουν, να γίνουν μάρτυρες του θαύματος.
(Μέγας Αθανάσιος)
«ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
http://www.impantokratoros.gr/kyriakh-tyflou.el.aspx

Ομιλία στον εκ γενετής τυφλό Αστερίου Επισκόπου Αμασείας


Ομιλία  στον εκ γενετής τυφλό Αστερίου Επισκόπου Αμασείας
Μόλις ακούσαμε τον υιό της βροντής, τον Ιωάννη, ή μάλλον το Άγιον Πνεύμα που από ψαρά και χειροτέχνη τον έκαμε συγγραφέα και κήρυκα πραγματικά θείων και υψηλών υποθέσεων, να μας εκθέτει το θαύμα της σωματικής και πνευματικής αναβλέψεως του εκ γενετής τυφλού. Στο προηγούμενο κεφάλαιο ανέλυσε την πολλή και εκτεταμένη διάλεξη του Κυρίου, με την οποία καθοδηγούσε τον απειθή και δύστροπο εβραϊκό λαό στην θεογνωσία του Πατρός και του Υιού, απομακρύνοντας το νου τους από την έννοια του μονοθεϊσμού· τους άνοιγε την πόρτα για να περάσουν από την νομική παράδοση στη χάρη, οδηγώντας τους ομαλά από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη, όπως κάποτε από τήν έρημο προς την πλούσια και εύφορη γη.
Αλλά αν και φανέρωνε ποικιλοτρόπως και την ιδική του προΰπαρξη, ότι δηλαδή υπάρχει προαιωνίως και βρίσκεται πάντοτε σε συνάφεια με τον Πατέρα, και φώναζε με σαφήνεια στα αυτιά των κωφών: «Πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί», εκείνοι δεν αντελήφθησαν τη δύναμη του λόγου, ούτε εκείνο, το οποίο δεν παραδέχθηκαν· το ήλεγξαν με κάποια επιστημονική αντίρρηση αλλά αντί των λόγων πήραν τις πέτρες και ενώ βρίσκονταν ακόμη μακρυά από το σταυρό, γύμναζαν τα φονικά τους χέρια για τη δολοφονία. Εκείνος όμως που πάντοτε προτιμούσε τη μακροθυμία μπροστά στον υβριστή και βλάσφημο λαό, απέφυγε την οργή και την οχλαγωγία τους· απέδρασε, όχι όμως με τρόπο ταπεινό, αλλά θεϊκό· στάθηκε μεταξύ τους, τόσο κοντά ώστε να τον φθάνουν με τα χέρια τους, αλλά δεν τον έβλεπαν, και ενώ άγγιζε τους εξοργισμένους, δεν φαινόταν. Είχαν μείνει τότε εμβρόντητοι, φονεύοντας με την προαίρεση, χωρίς όμως να βρίσκουν τρόπο να εκτονώσουν την οργή τους, όμοιοι με τους άπειρους κυνηγούς, οι οποίοι, εάν φοβίσουν και διώξουν το κυνήγι παράκαιρα και το ελάφι βρει διέξοδο σε κάποιο δάσος και διαφύγει κρυφά, περιπλανώνται χωρίς λόγο στην κοιλάδα περιφέροντας τα δίκτυα ασκόπως, τραβώντας μαζί τους και τα σκυλιά ματαίως. Εγώ δε, αν και κατά τα άλλα είμαι αχρείος, δεν λησμόνησα πως είμαι δούλος και οφείλω να εξεγερθώ κατά των υβριστών υποστηρίζοντας το Δεσπότη μου. Γι’ αυτό και θα φωνάξω στους Εβραίους σαν να είναι σήμερα παρόντες και έχουν καταληφθεί από μανία: Λιθοβολείτε, ελεεινοί, τον Ευεργέτη; Και ποιός σας ξεδίψασε κάποτε από μία πέτρα; Πετάτε λίθους σ’ αυτόν που νομοθέτησε τη ζωή σας με τις λίθινες πλάκες; Στο λίθο τον εκλεκτό και πολύτιμο που προφήτευσε ο Ησαΐας; Στο λίθο το νοητό που αποσχίσθηκε από τον απότομο βράχο χωρίς ανθρώπινο χέρι, όπως ο θεσπέσιος Δανιήλ σας δίδαξε; Λιθοβολείτε το «λίθον τον ακρογωνιαίον», ο οποίος συνένωσε τους δύο τοίχους, της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης; Και αν εσείς δεν πιστέψετε, «δυνατός ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» δηλαδή να συνάξει στο Χριστό λαό περιούσιο, τους απερίτμητους εθνικούς. Αυτή την επαγγελία δέχθηκε και ο Αβραάμ, όταν ο Θεός του είπε ότι «ευλογηθήσονται εν σοι πάντα τα έθνη»· διότι βλέποντας ο Θεός με την άγνωστη σε μας πρόγνωσή του το μέλλον, χάρισε στον αρχηγό της πίστεως ως τέκνα όλους εκείνους που επρόκειτο στο μέλλον να πιστέψουν. Επειδή προέβλεπε την επανάσταση των Εβραίων, αλλά και τους λίθους έβλεπε, που θα σήκωναν εναντίον του τα ψευδώνυμα τέκνα του, τα είχε συμπεριλάβει στους αποκηρυγμένους. Και επειδή κηρύττοντάς τους την αλήθεια, δεν τους έπειθε να ευσεβούν, ενώ ήταν παρών, κρύφτηκε και καθώς τον έβλεπαν, εξαφανίσθηκε, ώστε με αυτή τη θαυματουργία του να τους κάνει να δεχτούν ότι πράγματι ήταν ο Χριστός και Θεός από τον Αβραάμ παλαιότερος.

Ακούστε, λοιπόν, λέγω, τυφλοί αληθώς και ανόητοι. Ποιός είναι αυτός που βρίσκεται μπροστά σας χωρίς να βλέπεται; μήπως είναι εκείνος που μιλούσε στο Μωυσή χωρίς να φαίνεται; Επειδή και τότε φαινόταν φωτιά και βάτος, άφωνα και τα δύο· αλλ’ όμως και φωνή ακουόταν και λόγια διδακτικά, και το μέλλον με ακρίβεια προφητεύετο. Όποιος διαθέτει νου πρέπει από τη συγγένεια των γεγονότων να αναγνωρίσει το πρόσωπο.
Έτσι παραλογίζονταν οι ανόητοι Εβραίοι, και ο Κύριος και Σωτήρας μας σαν κάποιος ιατρός σοφός και επιμελής, αφού το πάθος δεν υποχώρησε με τη πρώτη επέμβαση, μεταχειρίζεται άλλο τρόπο θεραπείας. Θέλει να θεραπεύσει τους διανοητικά τυφλούς διά μέσου ενός σωματικά τυφλού που έτυχε να βρίσκεται εκεί, ο οποίος δεν τυφλώθηκε από κάποια αρρώστια, αλλά από λάθος της φύσεως είχε έλθει έτσι στη ζωή.
Βλέποντας, λοιπόν, αυτόν τον άνθρωπο στάθηκε, έτοιμος να τον θεραπεύσει με τρόπο που ξεπερνά την ανθρώπινη λογική και τέχνη. Επειδή η ιατρική και η θεραπευτική της ασχολείται με τα νοσήματα εκείνα τα οποία παρουσιάζονται, όταν ήδη η φύση έχει φέρει στο φως έναν άρτιο οργανισμό. Δεν ασχολείται όμως με τη θεραπεία μιας σωματικής βλάβης η οποία έχει γεννηθεί μαζί με τον άνθρωπο, αλλά ούτε και όλα τα νοσήματα που συμβαίνουν αργότερα μπορεί να θεραπεύσει.  Το μαρτυρούν αυτό οι ακρωτηριασμένοι άνθρωποι, των οποίων κανένας ιατρός επανόρθωσε τη στέρηση των μελών, γι’ αυτό ακριβώς και οι μαθητές συμπονώντας για το πάθημα και βλέποντας έναν άνθρωπο που δεν είχε δοκιμάσει τη μεγαλύτερη απ’ όλες απόλαυση του φωτός, προσπαθούσαν να ανακαλύψουν την αίτια της κακώσεως αυτής.
Ρώτησαν λοιπόν τον Κύριο με απλότητα, για να μάθουν εάν από δική του αμαρτία ή από ευθύνη των γονέων του ήλθε έτσι στη ζωή. Και τα δύο όμως σκέλη της ερωτήσεως έχουν κάτι λανθασμένο· διότι δεν θα κατακρινόταν εξαιτίας των γονέων του, αφού ο Θεός δεν τιμωρεί άλλον αντί άλλου· ούτε βέβαια πλήρωνε για δικά του αμαρτήματα, αφού γεννήθηκε έτσι τυφλός· επειδή κανείς δεν αμαρτάνει πριν από τη γέννηση. Η ερώτηση λοιπόν δεν ήταν τόσο επιτυχής· να δούμε όμως πώς αποκρίθηκε η Αλήθεια, ο Κύριος μας, στην ερώτηση. Αυτό το πάθος, μαθητές μου, λέγει, δεν προήλθε από αμαρτίες, αλλά αποτελεί ετοιμασία μελλοντικής οικονομίας, ώστε αυτός που θεωρείται κοινός άνθρωπος να ενεργήσει υπεράνθρωπα και ο Κτίστης των όλων, μετά την πρώτη να βρει αφορμή για νέα δημιουργία· έτσι από το μερικό να επιβεβαιώσει το γενικό και ο σκληρός και δύστροπος λαός να πεισθεί να τον προσκυνά αντί να τον πετροβολά.
Ας φωτισθούν λοιπόν τα μάτια που δεν βλέπουν, για να λάμψει στις ψυχές των ασύνετων ο ήλιος της δικαιοσύνης. Ας γίνει αυτό το παράδοξο, να πλασθούν οφθαλμοί, για να μάθουν οι επαναστάτες ότι ο λεγόμενος υιός του Ιωσήφ, εάν πράγματι είχε πατέρα τον ξυλουργό. Θα μπορούσε μεν να διορθώσει ένα σπασμένο σκαμνί ή να κολλήσει τα ξύλα που έχασαν την επαφή τους ή να στερεώσει κάποια σπασμένη δοκό,  αλλά δεν θα μπορούσε να φτιάξει ένα μέλος ανθρώπου και μάλιστα το ομορφότερο, το μάτι, το οποίο δημιουργείται από τη φύση με τον πιο προσεκτικό και πολύπλοκο τρόπο. Κανένας άλλος δεν μπορούσε να το κάνει εκτός από αυτόν που έχει εξαρχής την εξουσία πάνω στη φύση. Και εάν κάποιος θελήσει να ερευνήσει με προσοχή τα ανθρώπινα μέλη, ιδιαιτέρως σ’ αυτό το μέρος του σώματος θα διαπιστώσει την παντοδύναμη και ποικίλη σοφία του Θεού, ο οποίος τίμησε τη μικρή περιοχή που καταλαμβάνει αυτό το μέλος επιδεικνύοντας τόσο μεγάλη τέχνη. Διότι από όλα τα άλλα, αυτό το μέλος περισσότερο το διακρίνει μία χάρη και είναι απαλότατο και άσαρκο, θα έλεγε κανείς, συνδυάζοντας το τρυφερό με το στερεό και το μαλακό με το σκληρό. Είναι διανθισμένο και με διάφορα χρώματα. Το κέντρο του είναι ζωγραφισμένο μαύρο· διασπά όμως τη μονοχρωμία ένας συνδυασμός από ποικιλόχρωμους ομόκεντρους κύκλους που το περιβάλλει ώστε το κεντρικό τμήμα έχει και το βαθύτερο χρώμα, ενώ η περιφέρεια προχωρεί βαθμιαία προς μία ξανθότερη απόχρωση. Αυτούς τους κύκλους τους περιβάλλει ένας χιτώνας χρώματος λευκού γυαλιστερός και λαμπερός, που έχει όμως και κάτι για να μειώνει τη λευκότητα, μοιάζει δε με κρύσταλλο καθαρό. Το κόκκινο βρίσκεται στην άκρη, εκεί που αναβλύζει το δάκρυ, ώστε να δίνει χάρη στο λευκό και στο μαύρο. Επίσης, είναι εσωτερικά τόσο λείος και διαφανής και ομοιογενής ως προς την πυκνότητα, ώστε να δημιουργεί είδωλα των μορφών που βρίσκονται εμπρός του και να αποτυπώνει σαν ακριβής καθρέπτης τα χαρακτηριστικά των συνομιλητών. Γι’ αυτό και ο κεντρικός κύκλος ονομάζεται κόρη, αφού στο μάτι που βλέπει τον απέναντί του σχηματίζεται ανθρωπινή μορφή. Όπως δεν είναι δυνατόν σ’ αυτόν που βλέπει σε καθρέπτη να μην δει μέσα στο υλικό τα δικά του χαρακτηριστικά, έτσι και σ’ εκείνον που βλέπει κατά πρόσωπο έναν άνθρωπο είναι αδύνατον να μη σχηματίσει στο μάτι  τη μορφή του. Οι άνθρωποι λοιπόν καθώς βλέπονται μεταξύ τους γίνονται ο ένας καθρέπτης του άλλου.
Αξιοθαύμαστο κτίσμα λοιπόν το μάτι· αυτό μου αποκαλύπτει το Θεό, εξετάζοντας με ακρίβεια όλη την κτίση και υποδεικνύοντας από τα έργα τον τεχνίτη. Αυτό από τα ορατά εξηγεί τα αόρατα. Με αυτό γνώρισα τον ήλιο και έμαθα τη διακόσμηση του ουρανού, ζωγράφισα την ομορφιά των αστέρων, την υπόσταση της γης, τη φύση της θάλασσας· των σπόρων τη διαφορά, των φυτών την ποικιλία και των χρωμάτων τη διαφορετική χροιά· του σκότους την κατήφεια και του φωτός τήν λαμπρότητα, και όλα γενικώς όσα ο Θεός έκτισε επαινώντας τα ως «καλά λίαν». Ώστε, εάν δεν υπήρχε το μάτι, η κτίση θα γήρασκε χωρίς να έχει αυτόπτες μάρτυρες, αφού κανείς δεν θα έβλεπε τη σοφία και τη δύναμη του Θεού που υπάρχει μέσα της.
Εξαιτίας λοιπόν αυτής της θαυμαστής λειτουργίας της οράσεως κτίστηκαν και τώρα αυτοσχέδιοι οφθαλμοί, ώστε να απομακρύνουμε εμείς τις μικροπρεπείς έννοιες που μας προξενεί η σάρκα του Μονογενούς, αποβάλλοντας από τη ψυχή με τη μεγαλειώδη αυτή ενέργεια κάθε ταπεινή και γήινη υπόληψη περί αυτού και να μάθουμε ότι το μακάριο φως και κάλλος της θεότητας το δέχθηκε ένα πήλινο σκεύος, διακονώντας όπως ο λύχνος διακονεί το φώς.
Πραγματοποιεί δε με τα ίδια του τα χέρια τη θεραπεία ο Κύριος και δεν χρησιμοποιεί το λόγο μόνο για να ενεργήσει, αυτός που με πρόσταγμα μόνο δημιούργησε όλο τον κόσμο και με δύο μικρές λέξεις θεράπευσε τον παράλυτο. Αλλά και με το στόμα και με τα χέρια και με πολλή φροντίδα θεραπεύει την τυφλότητα, ώστε από τις ενέργειές του να προξενήσει στους άπιστους τη βεβαία πίστη. Έφτυσσε στο έδαφος και με τον τρόπο αυτό έφτιαξε λάσπη, χρησιμοποιώντας και τη γη για την θεραπεία, ώστε να δείξει πως με εκείνο το χώμα από το οποίο είχε πλασθεί αρχικά ολόκληρο το σώμα δημιουργείται αυτή τη στιγμή και το μέρος αυτό που του λείπει. Το αναμιγνύει δε με σάλιο και κολλά έτσι τους διάχυτους κόκκους, ώστε να έχουν συνοχή, για να μας δείξει φανερά ότι με τη δύναμη του στόματός του ο Λόγος κατόρθωσε τα πάντα. Επειδή «τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών». Αλλά και για έναν άλλο λόγο θεραπεύει με σάλιο: για να συνεφέρει προς κατάνυξη και φόβο αυτούς που λίγο αργότερα πρόκειται να τον βρίζουν φτύνοντάς τον. Και όμως δεν μείωσε το θράσος των μαινόμενων, αλλά υπέμεινε εμπτυσμούς πολλούς εκείνος που τα κατόρθωσε όλα αυτά με το πτύσμα.
Με την πρώτη αυτή λοιπόν ενέργεια φανερώνει τη δημιουργική του δύναμη και προστάζοντας τον τυφλό να πλυθεί στου Σιλωάμ την κολυμβήθρα μας δείχνει την διά του ύδατος σωτηρία, την οποία χάρισε ο απεσταλμένος Σιλωάμ (Σιλωάμ ερμηνεύεται απεσταλμένος). Διότι τότε βλέπουμε αληθινά, όταν εξέλθουμε από το μυστικό νερό του βαπτίσματος· τότε μας λαμπρύνει το φως της χάριτος, όταν η δύναμη αυτού του μυστηρίου αποπλύνει την ακαθαρσία και τις κηλίδες των αμαρτιών. Και όλοι όσοι με την εντολή του Σιλωάμ λουζόμαστε, βλέπουμε το πνευματικό φως «το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω του θαύματος και της μεγάλης ευεργεσίας! Έφυγε από την κολυμβήθρα ο προ ολίγου τυφλός, στολισμένος στο πρόσωπο με την προσθήκη των οφθαλμών και βλέποντας καθαρά τις ηλιακές ακτίνες. Με έκπληξη είδαν οι γείτονες και οι γνωστοί το γεγονός· θορυβήθηκαν από τον πρωτοφανή τρόπο της θεραπείας· περιεφερόταν στη πόλη ο άνθρωπος βλέποντας, για να βλέπεται από όλους το πρωτάκουστο και παράδοξο έργο εκείνου που γεννήθηκε στην Βηθλεέμ, του μικρού βρέφους το οποίο στη φάτνη τυλίχθηκε με σπάργανα. Επειδή αυτά είναι που έκαναν τους Ιουδαίους να απιστούν στη θεότητα.
Ω, σεις, λοιπόν, ανόητοι και παχυκάρδιοι, βάλετε στον νου σας όλους τους ανθρώπους των αιώνων. Αρχίστε απ’ τον Αδάμ και ερευνήστε όλους τους μεταγενεστέρους· βρίσκετε να έγινε σε κάποιον άλλο αυτό που συνέβη τώρα; Υπάρχει στο κόσμο παράδειγμα παρόμοιας θεραπείας; Αλλά σεις επιμένετε να διασύρετε τον Κύριο μου και τον αποκαλείτε τέκνο του ξυλουργού – «ουχ ούτος έστιν ο του τέκτονος υιός»; – του οποίου γνωρίζετε τους αδελφούς και την κατοικία. Απαριθμείστε όλα τα ταπεινά, φιλονικείστε, υποτιμείστε τον, όσο θέλετε. Αν όμως τίποτε παρόμοιο δεν έγινε ποτέ από άνθρωπο, ούτε ο κόσμος γνώρισε άλλο περιστατικό, τότε ανοίξτε τα μάτια σας και αντικρίστε την αλήθεια, κατακρίνοντας την άγνοιά σας. Νιφτείτε και σεις στον Σιλωάμ για να μην πεθάνετε τυφλοί.
Αλλά από ό,τι φαίνεται, καθόλου δεν συνήλθαν. Ούτε με τα λόγια θέλησαν να μάθουν, ούτε η πράξη τους δίδαξε, ούτε τα θαύματα τους προξένησαν σεβασμό· αντιθέτως, από την περήφανη αχαριστία τους επιχειρούσαν με μύριους τρόπους όλα να τα εξαφανίσουν και να τα διασύρουν. Αλλά η κακουργία στρεφόταν εναντίον τους· διότι όσο απιστούσαν και με τις ερωτήσεις τους προσπαθούσαν να ανατρέψουν τα γεγονότα, τόσο περισσότερο βεβαιωνόταν η αλήθεια. Έπαθαν ό,τι και τα θηρία εκείνα τα οποία πληγώθηκαν από κάποιον, αλλά επειδή δεν έχει εισχωρήσει βαθειά στα σπλάγχνα τους το μαχαίρι, ορμούν εξαγριωμένα στον άνθρωπο εκείνον αποτελειώνοντας μόνα τους τη σφαγή.
Την εριστικότητά τους την έδειξαν κατ’ αρχήν ψάχνοντας εάν τους παρουσιάσθηκε ο ίδιος ο τυφλός ή άλλος αντί για εκείνον. Γι’ αυτό σαφώς τους διαβεβαίωνε ο άνθρωπος αναγγέλλοντάς τους και τη διαδικασία της θεραπείας, ότι δηλαδή το φάρμακο της τυφλώσεως ήταν ο πηλός, με τον οποίο τον έχρισε ο Ιησούς- και όταν ξέπλυνε το πηλό στη κολυμβήθρα, βρήκε το φως του. Αυτά περιεργάζονταν οι γείτονες και τα έμαθαν· τα αναζητούσαν και οι Φαρισαίοι και δεν πείθονταν.
Δεύτερο τέχνασμα με το οποίο αποπειράθηκαν να διαστρεβλώσουν το γεγονός ήταν η προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι δεν ήταν ο Χριστός εκείνος που τον θεράπευσε. Επειδή δε ο άνθρωπος ανακήρυττε το Σωτήρα και με την ομολογία του κηρύγματος ανταπέδιδε τη χάρη διαφημίζοντας τον ευεργέτη, εκείνοι του έκλειναν το στόμα και με το μυαλό ζαλισμένο, επειδή δεν είχαν τί να κάνουν, επανέρχονται πάλι στην ίδια συζήτηση. Περιεργάζονται εάν ήταν τυφλός εκ γενετής, αναζητούν τους γονείς του ανθρώπου και εξετάζουν το κάθε τι με ακρίβεια, όχι για να βεβαιώσουν το γεγονός, αλλά για να βρουν κάποια αφορμή να διαψεύσουν το θαύμα και κατασκευάζοντας κάποια ψεύτικη σκευωρία να ανατρέψουν την ορμητικότητα του πλήθους που πίστευσε.
Τί υπερβολή κακίας! Να πολεμούν την αλήθεια και να διασύρουν, αντί να προσκυνούν, τον ευεργέτη· αντί να θαυμάζουν τη δύναμή του, προσπαθούν να τα παρουσιάσουν σαν ασήμαντα γεγονότα. Πεισθείτε και από τους γονείς, Φαρισαίοι, για το ότι ο άνθρωπος γεννήθηκε μαζί με την τύφλωση· τρέξτε πάλι στον τυφλό και δεύτερη και τρίτη φορά, για να σας αποκαλύψει εκείνος την κακία και την επιβουλή που κρύβουν αυτά τα επιχειρήματα. Αλλά σεις όταν δοκιμάσετε την πρώτη απογοήτευση, προχωρείτε στη δεύτερη· όταν δοκιμάσετε τη δεύτερη, στη τρίτη, και ούτω καθεξής. Ακολουθείτε τη πορεία της κακούργας αλεπούς. Είστε από παντού περικυκλωμένοι με τα δίκτυα της αλήθειας· αδυνατείτε να αρνηθείτε το θαύμα, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Παρ’ όλα αυτά δεν αμελείτε με κάθε τρόπο να περιπλέκετε το πράγμα, υφαίνοντας τον ιστό της αράχνης με όλη σας τη τέχνη· ανίσχυρη όμως και ανώφελη είναι η επιβουλή σας. Προγονική η αρρώστια σας. Άπιστων πατέρων όμοια τέκνα. Έτσι αντιμετώπιζαν κι εκείνοι τα θαύματα της Αιγύπτου. Εσώζοντο από πολέμους παραδόξα και ανέλπιστα και απιστούσαν σ’ αυτόν που χάριζε τη σωτηρία· τρέφονταν με τροφές που υπερέβαιναν τη φύση και ήσαν πιο αχάριστοι κι από αυτούς που λιμοκτονούν· υποδέχονταν το μάννα που τους αποστέλλονταν από τον ουρανό και ποθούσαν τη δυσωδία των σκόρδων και των κρεμμυδιών της Αιγύπτου. Με στήλη νεφέλης σκεπάζονταν την ημέρα για να μη ταλαιπωρούνται από το κάψιμο του ήλιου και με στήλη φωτεινή φωτίζονταν τη νύχτα, απολαμβάνοντας άλλο, νέο φωστήρα έκτος από τη σελήνη· και σαν να μην είχαν ευεργετηθεί με καμία θεϊκή ενέργεια, όταν ο Μωυσής είχε ανεβεί στο όρος για να του δοθεί ο νόμος και καθυστερούσε να επιστρέψει, αυτοί ζητούσαν και εύρισκαν νέους και ανύπαρκτους θεούς. Είστε όντως κληρονόμοι της αχαριστίας τους· και τον νόμο δεν αγαπήσατε, και τη χάρη μισείτε· σας χρειάζεται ράβδος, φτιαγμένη όχι από καρυδιά, για επιστασία, άλλα από σίδηρο.
Βλέπετε έναν άνθρωπο που αν και τον είδε το φως, αυτός βρίσκεται στο σκοτάδι μέχρι τέτοια ηλικία. Δεν ξέρει τί είναι η όραση και οδηγείται από ξένους οφθαλμούς. Κάθε ήμερα κάθεται μπροστά στο ναό φανερώνοντας τη συμφορά του, για να προσελκύσει πολλούς σε ελεημοσύνη και έχει όλη τη πόλη μάρτυρα του πάθους του. Σε μία στιγμή τον βλέπετε να θεραπεύεται και να αναβλέπει, όχι με συνδυασμό διαφόρων φαρμάκων, ούτε με χρήση χειρουργικών εργαλείων, αλλά μόνο με λάσπη κι αυτή από πτύσμα· και πώς δεν θαμβώνεστε, δεν εκπλήττεσθε, δεν πέφτετε στη γη να προσκυνήσετε αυτόν που από τη γη έπλασε τα μάτια, σεβόμενοι την θεϊκή ενέργεια; Αντιθέτως, σεις κινδυνεύετε να σκάσετε από το φθόνο και ζηλεύετε το Θεό σαν αντίζηλο, σαν δημιουργοί το Δημιουργό, σαν κοινό άνθρωπο το Θεάνθρωπο; Και διαβάζετε μεν της Παλαιάς Διαθήκης τα βιβλία, όσα γράφτηκαν εκεί για να οικονομήσουν το λαό, και όσα διδάσκουν περί των βασιλέων και της ιστορίας τους, πείθεστε δε και παραδέχεστε όσα γράφουν για τον καθένα. Ότι τον Μωυσή λίγο έλειψε να τον εκλάβουν ως Θεό και τον Ελισαίο τον υπερθαύμαζαν και τον διδάσκαλό του τον Ηλία πολύ τον εξυμνούσαν και όλους τους αγίους κάθε γενεάς, οι οποίοι έλαβαν τις ενέργειες του Θεού και πραγματοποίησαν τα μεγάλα και πασίγνωστα, τους τιμάτε ως αγγέλους. Σε τίποτε δεν αμφισβητείτε τους αρχαίους, ούτε απιστείτε στις διηγήσεις των πατέρων σας, μολονότι οι άνθρωποι εκ φύσεως δίνουν λιγότερη πίστη στην ακοή. Αυτό όμως που συνέβη στις ήμερες σας με τα μάτια εκείνου, το είδατε με τα δικά σας μάτια . Μπορείτε δε και με τα δάκτυλα να το ψηλαφήσετε και να ακούσετε με ακρίβεια την εξιστόρησή του, αυτό με τόση απιστία και αχαριστία κακοτρόπως το επιβουλεύεσθε, καταπατώντας τις προφητείες και προσπαθώντας να διαψεύσετε την εκπλήρωσή τους. Αφού όσα βλέπουμε τώρα να πραγματοποιούνται, είχε προφθάσει ο Ησαΐας να μας τα διδάξει λέγοντας: «Ιδού ο Θεός ημών κρίσιν (δικαιοσύνη) ανταποδίδωσι, και ανταποδώσει, αυτός ήξει και σώσει ημάς. Τότε ανοιγήσονται οφθαλμοί τυφλών, και ώτα κωφών ακούσονται, τότε αλείται ως έλαφος ο χωλός, τρανή δε έσται γλώσσα μογιλάλων (τότε θα πηδά σαν ελάφι ο κουτσός και δυνατή θα γίνει η γλώσσα των κωφαλάλων). Αυτά δεν είναι λόγια του Πέτρου και του Ιωάννη, ούτε κάποιου από τα πρόσωπα που υποπτεύεσθε, ώστε να απιστήσετε στην αλήθεια υποθέτοντας ότι χαρίζονται στον Κύριο και κάνουν διαφήμιση· είναι λόγια της δικής σας προφητείας, εάν βέβαια αναγνωρίζετε τους Προφήτες σας, και μάλιστα τον μεγαλύτερο από τους Προφήτες και διδασκάλους του Νόμου.
«Τω δε Θεώ δόξα, κράτος, τιμή νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/05/08/
Εἰκόνα: Ἱ.Μ. «Ἀναστάσεως Χριστοῦ-Ἐμμαούς» Ἅγ. Βασίλειος Λαγκαδᾶ

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΗΣ; Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. 9,1-38) Toυ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου



ΘΑ μιλήσω ἁπλᾶ, ἀγαπητοί μου. Καὶ πα­ρακαλῶ κάντε λίγη ὑπομονὴ ν’ ἀ­κούσετε λό­για κάποιου ποὺ μιλάει ἀπὸ πίστι στὸ Χριστό. Ἐὰν δὲν πίστευα, δὲν θὰ μιλοῦσα.
Ἂν ἀνοίξῃς τὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώ­που, θὰ βρῇς πολλοὺς πόθους, ἐπιθυμίες, ὄνειρα. Ἡ πιὸ ζωηρὰ ἐπιθυμία ποιά εἶναι· ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ ζῇ εὐτυχής, ἐπιθυμεῖ τὴν εὐτυχία. Ὅ­λοι κυνηγοῦμε τὴν εὐτυχία. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ εὐτυχία; Ποιός εἶναι ὁ εὐ­τυ­χὴς ἄνθρωπος; Ἐ­δῶ διαφέρουν οἱ γνῶμες. Μήπως εἶναι εὐτυ­χὴς αὐτὸς ποὺ ἔχει ἐξ­­­ουσία, ἢ ὁ δυνα­τὸς ποὺ τὸν φοβοῦνται ὅ­λοι, ἢ ὁ πλούσιος μὲ τὶς λί­ρες καὶ τὰ βαπόρια, ἢ αὐτὸς ποὺ πέφτει μὲ τὰ μοῦτρα στὶς ἡδο­νὲς καὶ διασκεδάσεις; Δυστυ­χισμένε κόσμε, ποὺ τρέχεις νὰ σβή­σῃς τὴ δί­ψα σου στὰ βαλτόνερα αὐτά, θέλεις τὴν εὐ­τυχία; Θὰ σοῦ τὸ πῶ, ἀλλ’ ὑπάρχουν αὐ­τιὰ ν᾿ ἀ­κού­σουν; Παλαιότερα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶχε ἀποτέλεσμα. Τώρα;… Ἂν θέλῃς λοιπόν, ἄ­κου­σε τί συν­ι­στᾷ ἡ Ἐκκλησία.
Θὰ σᾶς δώσω μιὰ συνταγή, καὶ ἂν τὴν ἐκ­τε­λέσετε θὰ βρῆτε τὴν εὐτυχία. Ἡ συνταγὴ εἶναι σὲ μιὰ λέξι τοῦ εὐαγγελίου ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Δὲ θὰ σᾶς τὴν πῶ· εἶστε ἔξυπνοι. Σᾶς τὸ ἀναθέτω, ὡς μία μικρὰ πνευματικὴ ἄ­σκησι, ὅταν γυρίσετε στὸ σπίτι, ἀντὶ κοσμικὰ περιοδικά, διαβάστε ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὸ σημερι­νὸ εὐαγγέλιο (Ἰωάν. 9,1-38) νὰ βρῆτε τὴ λέξι αὐτή, ποὺ ἀποτελεῖ τὴ συν­ταγὴ τῆς εὐτυχίας.

* * *

Ἔρχομαι τώρα στὸ θέμα μας, στὸ ἐρώτη­μα «ποιός εἶναι εὐτυχής;». Ἡ ἀπάντησις εἶναι· εὐτυχὴς εἶναι …ὁ τυφλός! Ὁ τυφλὸς εὐτυ­χής; θὰ ρωτήσετε. Δὲ λέω, ἀγαπητοί μου, ὅτι κάθε τυφλὸς εἶναι εὐτυχής· ἀλλὰ λέω, ὅτι εὐ­τυχὴς εἶναι ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Γι’ αὐτὸ τὸν τιμᾷ ἡ Ἐκ­κλησία μας καὶ τοῦ ἀ­φιερώ­νει μία Κυριακή· σήμερα εἶναι Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ.
Ὁ τυφλὸς λοιπὸν εἶναι ὁ εὐτυχέστερος ἄν­θρωπος τοῦ κόσμου. Γιατί; Γιὰ τρεῖς λόγους.
1. Ὁ πρῶτος λόγος· διότι βγῆκε ἀπ’ τὸ σκο­τάδι. Ἦταν ἐκ γενετῆς τυφλός, εἶ­χε στερηθῆ χρό­νια τὸ φῶς, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἄνοιξε τὰ μά­τια καὶ εἶδε. Σκεφτῆτε το αὐτό. Ἐμεῖς ἀνοί­γουμε τὰ μάτια μας χιλιάδες φορές, δι­αρ­κῶς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐκ­­τιμοῦμε. Αὐτὸς τὴ στι­γμὴ ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὸ σκοτάδι φαντάζεστε τί ἔνιωσε; Θὰ θαύμασε καὶ θὰ εἶπε «Δόξα σοι, ὁ Θεός!
Σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο βιβλίο εἶχα διαβάσει τὸ ἑξῆς. Κάποιος βασιλιᾶς ἤθελε ὁ διάδο­χός του νὰ γί­νῃ ἄξιος κυβερνήτης, νὰ γνωρίζῃ πρόσωπα καὶ πράγματα καὶ νὰ τὰ ἐκ­τιμᾷ σωστά. Δὲν τὸν ἄφησε λοιπὸν στὸ πα­λάτι, οὔ­τε τοῦ ἐπέ­τρε­ψε νὰ διασκεδάζῃ μὲ διεφθαρμένα γύναια φορτωμέ­νος γαλόνια καὶ παράσημα. Ἦταν βα­­σιλιᾶς τοῦ πα­λιοῦ καιροῦ, κ’ ἤθελε νὰ παι­δαγωγήσῃ τὸ παιδί του σωστά· κ’ ἕνα ποτήρι νε­ρὸ ἂν πίνῃ, νὰ εὐχαριστῇ τὸ Θεό· κ’ ἕνα λουλούδι ἂν κόβῃ, νὰ θαυμάζῃ τὸν Πλάστη. Γι’ αὐ­τὸ τί ἔκανε. Μόλις γεννήθηκε, τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ πῆγε σὲ μιὰ σπηλιά, ὅπου δὲν ἔφτανε ἀκτίνα ἡ­λίου. Μὴ ῥωτᾶτε πῶς ἔζησε τὸ παιδὶ ἐκεῖ, εἶναι ἱστορία μεγάλη· ὅποιος ἐν­διαφέρεται νὰ μάθῃ, ἂς διαβάσῃ τὸ βιβλίο μας Ὁ πολύτιμος Μαργαρίτης (Ἀθῆναι 19912). Ἕνα μόνο σᾶς λέω· ὅ­τι μέσα στὴ σπηλιὰ ὁ δι­άδοχος ἔ­μεινε δέκα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶδε τίποτε ἀπολύ­τως. Ὅταν ἔγινε δέκα χρονῶν, ὁ βασιλιᾶς δι­έ­ταξε καὶ τὸν ἔ­βγαλαν ἔξω. Τότε θάμπωσαν τὰ μάτια του καὶ συνε­χῶς ρωτοῦσε γιὰ τὸ κάθε τί· «Πατέ­ρα, τί εἶν’ αὐτό;». Ἔβλεπε τὸν ἥ­λιο, «ποιός τὸν ἔκανε;». Εἶδε τὴ θάλασσα, «ποιός τὴν ἔκανε;». Ἔβλεπε τὰ δέντρα ν’ ἀνθίζουν, τὰ πουλιὰ νὰ πετοῦν καὶ νὰ κελαηδοῦν, τ’ ἀρ­νάκια νὰ βόσκουν, ἔβλεπε… Καὶ συνεχῶς ρωτοῦ­σε «Ποιός τά ’κανε ὅλ’ αὐτά;»· καὶ δὲν ἔ­παυε νὰ δοξάζῃ τὸ Θεὸ γι’ αὐτὰ τὰ μεγαλεῖα.

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ (Κυριακή του Τυφλού)



Μοναδική στην Κ. Διαθήκη θεραπεία τυφλού από γεννησιμιού του είναι αυτή που μας αφηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην περικοπή 9, 1 – 38· Αρκετές άλλες περιπτώσεις θεραπείας τυφλών μας διασώζουν και οι υπόλοιποί ευαγγελιστές όχι τόσο γιατί η τυφλότητα ήταν ασθένεια ευρύτατα διαδεδομένη στην Παλαιστίνη και στην αρχαία Ανατολή γενικότερα ή γιατί η συμπάθεια του Ιησού προς το είδος αυτό των ασθενών ήταν μεγάλη, αλλά γιατί τα θαύματα αυτά αποδεικνύουν την μεσσιανικότητά του και συγχρόνως αποτελούν σημεία μιας νέας πραγματικότητας που φέρνει στον κόσμο ο Χριστός. Οι προφήτες της Π. Διαθήκης, περιγράφοντας το έργο του αναμενόμενου Μεσσία, αναφέρουν ανάμεσα στις διάφορες πτυχές του και την ανάβλεψη τυφλών. Αυτός λοιπόν που έχει την εξουσία να ξαναδίνει το φως στους τυφλούς δεν είναι άλλος από τον Μεσσία.
Η απόδοση όμως του φωτός στους τυφλούς, πέραν της αποδεικτικής σημασίας της για την μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού, έχει και ένα άλλο βαθύτερο νόημα: Είναι σημάδι μιας νέας καταστάσεως πραγμάτων που εισβάλλει μέσα στον κόσμο του σκότους και της τυφλότητας. Ο Χριστός ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων για να μπορέσουν να διαπιστώσουν τη νέα ζωή που αυτός προσφέρει σαν δώρο στον κόσμο. Πολλοί άνθρωποι μολονότι έχουν το σωματικό φως δεν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Χριστού τον αποκαλυπτόμενο θεό που εισέρχεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία για να την σώσει από την καταστροφή, ενώ από την άλλη μεριά οι ευαγγελιστές μας διασώζουν περιπτώσεις τυφλών που αναγνωρίζουν στον Ιησού τον Μεσσία και μετά την σωματική θεραπεία τους διακηρύσσουν σ’ όλους την πίστη τους. Έτσι δικαιώνεται η φράση του Ιησού που ακολουθεί στο ευαγγέλιο του Ιωάννου ευθύς μετά την περικοπή που διαβάζεται σήμερα: «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται».
Η παρουσία του Χριστού ως Φωτός του κόσμου και εν συνεχεία του Ευαγγελίου του που διακηρύσσει η Εκκλησία δημιουργούν κρίση μέσα στον κόσμο βέβαια όχι με την έννοια της κατακρίσεως των ανθρώπων αλλά με την έννοια της υποχρεώσεως που δημιουργείται μέσα στον κάθε άνθρωπο να λάβει θέση απέναντι αυτού του φωτός. Από την στάση δε που παίρνει ο καθένας απέναντι στο φως κρίνεται ήδη και προδικάζεται το μέλλον του. Χρειάζεται τόλμη για να δει κανείς κατάματα το φως, να αντικρύσει τη γύμνια του χωρίς να την επενδύει με ψεύτικα και συμβατικά ρούχα, χρειάζεται θάρρος για να συνειδητοποιήσει δυσάρεστες πλευρές του εαυτού του που η ύπαρξή τους τον πληγώνει, να πει το όχι σε πολλές διεφθαρμένες επιθυμίες του που τον συνδέουν με προσωπική ωφέλεια στη ζωή, και παράλληλα να πει το ναι στην πρόσκληση του Θεού. Και την τόλμη αυτή την προσφέρει το φως το ερχόμενο στον κόσμο «διά τού Ιησού Χρίστου».
Το φως αυτό έρχεται σαν μια νέα δημιουργία και ανάπλαση του κόσμου. Είναι χαρακτηριστικό στη διήγηση της θεραπείας ότι ο Ιησούς πλάθει πηλό και επιχρίει τα κλειστά μάτια του τυφλού στέλνοντάς τον μετά να πλυθεί στη δεξαμενή τού Σιλωάμ. Όπως ο θεός, κατά την αρχική δημιουργία του κόσμου (σύμφωνα με τήν σχετική διήγηση της Π. Δια­θήκης) πλάθει με χώμα τον άνθρωπο, έτσι και ο Ιησούς με τον ίδιο τρόπο αναδημιουργεί το καταστραμμένο από την φθορά της αμαρτίας πλάσμα. Και όπως ο Θεός προστάζει το «γεννηθήτω φως», έτσι και ο Υιός του Θεού με την ίδια δημιουργική δύναμη δίνει το φώς στον τυφλό και ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων να δουν την αλήθεια που αυτός αποκαλύπτει για να σώσει τον κόσμο.

Κυριακή του Τυφλού: Σπουδαίο πράγμα το φως, σπουδαιότερο όμως το φως της σαρκωμένης Αλήθειας!



  Ἦταν τυφλὸς ἐκ γενετὴς καὶ ἡ μόνη ἐργασία ποὺ μποροῦσε νὰ κάνῃ, γιὰ νὰ βγάζῃ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἦταν ἡ ἐπαιτεία. Δὲν ὑπῆρχαν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὑπηρεσίες μέριμνας καὶ φορεῖς ἐπαγγελματικῆς ἀποκατάστασης ἀτόμων μὲ εἰδικὲς ἀνάγκες. Εἰδικὰ στὸν χῶρο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ μιὰ τέτοια ἀσθένεια θεωρεῖτο κατάρα ἀπὸ τὸν Θεό, τιμωρία γιὰ πλῆθος ἁμαρτιῶν τοῦ ἰδίου ἢ τῶν γονέων του. Γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ἀπετέλεσε ἀφορμὴ νὰ φανερωθῇ ἡ θεϊκὴ δύναμή Του.
Τὸ πιό συγκινητικὸ τμῆμα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος εἶναι ἐκεῖνο, στὸ ὁποῖο ὁ πρώην τυφλὸς διδάσκει τοὺς φαρισαίους. Τοῦ συνέβη αὐτὸ ποὺ ψάλλουμε στὴν δοξολογία, «ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς», ἀφοῦ διὰ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ ἐξωτέρου φωτὸς στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ ἔλαμψε καὶ τὸ ἐσώτερον. Φωτίστηκε διπλᾶ, στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Ἀλλὰ τί νὰ τὸ κάνῃς τὸ αἰσθητὸ φῶς, ἂν δὲν ἀναγνωρίσῃς Αὐτὸν ποὺ προσφέρει καὶ τὸ ὑπὲρ αἴσθησιν; ὅταν ἀπὸ τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον-Θεὸς φυλάξοι-ὁδεύῃς πρὸς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον; Ἂς ἔχῃς καὶ χίλια μάτια· ἄχρηστα εἶναι, ὅταν ἡ ψυχή σου δὲν βλέπῃ τὴν ἀλήθεια. Κάποτε τὰ σωματικὰ μάτια θὰ γίνουν χῶμα· ἡ ψυχή μας ὅμως, ἀδελφοί μου, εἶναι αἰώνια. Ἔβλεπαν οἱ φαρισαῖοι, ἀλλὰ τί κέρδισαν; Δὲν ἔβλεπε ὁ τυφλός, ἀλλὰ τί ἔχασε;
Θὰ μπορούσαμε ἀσφαλῶς νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ πρώην τυφλὸς κέρδισε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ φῶς του. Διεῖδε στὴν θεραπεία τῶν ὀφθαλμῶν του ἕνα ἄλλο φῶς, ἕνα μυστικὸ φῶς, ποὺ δὲν εἶχαν τὴν δύναμη νὰ ἐννοήσουν οἱ φαρισαῖοι. Καὶ τοὺς ἔβαλε, ὅπως λέμε, τὰ γυαλιά! Μὲ παῤῥησία κήρυξε τὴν θεϊκὴ ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰσέπραξε ἀπὸ τοὺς πορωμένους τὸν χλευασμό. Αὐτὴ ἦταν ἡ δεύτερη ὁμολογία. Ἡ πρώτη ὁμολογία τότε ποιά ἦταν; Θὰ σᾶς πῶ σὲ λίγο. Ἡ τρίτη ὁμολογία ἔγινε ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, ὅταν Τὸν προσκύνησε, ἀφοῦ ἔμαθε ἀπὸ Ἐκεῖνον πὼς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Σχολεῖο δὲν πῆγε, γράμματα ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν μποροῦσε νὰ μάθῃ, καὶ ὡς διδάσκαλος ὁμίλησε. Ἅπλωνε τὸ χέρι καὶ ζητιάνευε τὸ πρίν, πλάτυνε τὸ στόμα καὶ μοίραζε ἀφειδῶς μετὰ τὴν ἀλήθεια. Σχήματα καὶ χρώματα τοῦ κόσμου ἐκείνη τὴν ὥρα ἄρχισε νὰ βλέπῃ μὲ τὰ μάτια καὶ τὸν ἀσχημάτιστο ἔνιωσε μὲ τὴν καρδιά. Γιατὶ ἦταν σίγουρος πὼς τὸ θαῦμα ἔγινε μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. «Ποῦ ἀκούστηκε ποτὲ ἄνθρωπος νὰ ἀνοίξῃ μάτια τυφλοῦ ἐκ γενετῆς; Ἂν δὲν ἦταν ἐκ Θεοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε Αὐτὸς ποὺ μὲ θεράπευσε νὰ κάνῃ τίποτα». Λόγια γεμάτα σοφία καὶ βεβαιότητα, μὲ θάῤῥος εἰπωμένα ἀπέναντι στὶς ἀπειλὲς καὶ τὴν ψυχολογικὴ βία τῶν φαρισαίων.
Ἡ πρώτη λοιπὸν ὁμολογία ἦταν τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος τοῦ ἄλειψε τὰ μάτια μὲ τὸν πηλὸ ποὺ ἔφτιαξε μὲ χῶμα καὶ σάλιο Του καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάῃ νὰ πλυθῇ στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Θὰ μποροῦσε ἕνα λόγο νὰ πῇ καὶ νὰ εἶχε θεραπευθεῖ. Ὅμως ἀφήνει τὸ θαῦμα νὰ τὸ ὁλοκληρώσῃ ὁ τυφλός. Θὰ μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ μὴν πήγαινε, νὰ μὴν πίστευε, ἀφοῦ ἤξερε πὼς «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγενημένου». Σταδιακὰ ἐν πρώτοις ὡς ἐμπιστοσύνη, ἕπειτα ὡς ἀκλόνητη πίστη καὶ τελικῶς ὡς γνώση, ὁμολογεῖ ὅτι ἡ παρέμβαση στὰ μάτια του προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό.
Διδακτικὸς εἶναι καὶ ὁ τρόπος τῆς σημερινῆς θεραπείας. Ἔφτυσε ὁ Χριστὸς καὶ ἔδειξε ὅτι ἡ θεία χάρις ἐκπορεύεται «ἐκ τοῦ στόματος Αὑτοῦ». Ἡ κολυμβήθρα ἦταν κοντά, νερὸ ὑπῆρχε, ἀλλὰ δὲν τὸ χρησιμοποίησε, γιὰ νὰ φτιάξῃ τὸν πηλό. Θέλησε νὰ δώσῃ κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό Του. Ὅπως στὴ δημιουργία ἐνεφύσησε στὸν χωματένιο ἄνθρωπο, δίνοντάς του ψυχὴ ζῶσα, ἔτσι καὶ στὴν ἀναδημιουργία τῶν ἀνενεργῶν ὀφθαλμῶν ἔφτυσε χαμαί, ἔπλασε μὲ τὰ χέρια Του τὸν πηλὸ καὶ τοὺς ἐπέχρισε ὁ ἴδιος.
Σπουδαῖο πρᾶγμα τὸ φῶς, ἀδελφοί μου· σπουδαιότερο ὅμως τὸ φῶς τῆς γνώσεως τῆς σαρκωμένης ἀλήθειας. Τὸ πρῶτο συντονίζει τὴν ἐν τῷ κόσμῳ δράση μας, τὸ δεύτερο ἀνοίγει τὴν ὑπερκόσμιο πύλη τῆς σωτηρίας μας. Ἂν ἐθελοτυφλοῦμε καὶ δὲν διαβλέπουμε μέσα στὰ ὁρατὰ ἢ ἀκόμη καὶ στὰ ἀόρατα τὴν αἰτία τῆς ὕπαρξής τους, ἂν δὲν βλέπουμε πίσω ἀπὸ τὰ ὄντα τὸν λόγο τῶν ὄντων καὶ πέρα ἀπ’ αὐτὸν τὸν Θεὸ Λόγο, τότε ζοῦμε στὸ πνευματικὸ σκοτάδι καὶ ἀλίμονό μας!
Ἄς ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας, γιὰ νὰ δοῦμε ποιός εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ποὺ φωτίζει καὶ ἁγιάζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.