Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ερμηνεία του κατά Ματθ. (5, 17-19) από τον σεβ. μητροπ. Γόρτυνος κ. Ιερεμία

 



καινή διαθήκη.jpg

Θέματα της ανάρτησης: Καινή Διαθήκη, Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Ερμηνεία της Αγ. Γραφής, Ορθόδοξη ερμηνευτική

Ευχαριστούμε τον Σεβασμιώτατο για την ευγενική του προσφορά. Η σοφία του αποτελεί μεγάλο σχολείο για όλους εμάς που μελετούμε τα έργα του.

Στο προλογικό του σημερινού εξεταζομένου αγιογραφικού αποσπάσματος, αναφέρεται πως ο Ιησούς δεν ήρθε να καταργήσει τον Νόμο αλλά να τον ολοκληρώσει.

Του δίνει μια νέα μορφή με την διδασκαλία και την ζωή Του.

Η αγάπη είναι αυτή που συνοψίζει όλο τον Νόμο και είναι η νέα εντολή του Κυρίου.

Ο κόσμος παρέρχεται και μετασχηματίζεται, αλλάζει, αυτό όμως που θα μείνει αιώνια είναι και το πιο μικρό γράμμα, δηλαδη το ι από την διδασκαλία του Χριστού.

Και δεν μπαίνουν στη Βασιλεία των Ουρανών όχι μόνο αυτοί που παρακούουν, αλλά κυρίως αυτοί που περιφρονούν και αγνοούν ηθελημένα τις εντολές Του.

Η νέα διδασκαλία ανώτερη από την παλιά

α) Ο φόνος και η συμφιλίωση ( 5, 20-26)

Ακούγεται από τον Ιησού πως πρέπει να περισσεύει η αρετή μας από αυτή των Φαρισαίων και των Γραμματέων.

Ο Νόμος έλεγε " ού φονεύσεις". Αυτό όμως ήταν το αποτέλεσμα και όχι η αιτία του κακού. Ο Κύριος ήθελε να κόψει την ρίζα που ήταν ο θυμός και η οργή.
         
β) Η μοιχεία και το σκάνδαλο (5, 27-30)

Ο Χριστός εδώ απαγορεύει το ακόλαστο βλέμμα, δηλαδή να βλέπουμε κάποιο πρόσωπο με επιθυμία αμαρτίας.

Απαγορεύεται σε έναν άνδρα να βλέπει αμαρτωλά μια γυναίκα. Εδώ το καλό και το κακό εδρεύουν στα πιο ενδόμυχα του ανθρώπου, στην καρδιά και όχι στα όργανα του σώματος.
Αναφέρεται όμως και όταν τα μέλη του σώματος γίνονται όργανα της αμαρτίας.
γ) Το διαζύγιο

Στο Μωσαϊκό Νόμο επέτρεπε ο άνδρας που μισεί την γυναίκα του να την χωρίσει, για να αποτραπεί το χειρότερο που είναι ο φόνος.

Ο Ιησούς όμως εξηγεί πως ο άνδρας δεν πρέπει να μισεί τη γυναίκα του και να μη της δίνει διαζύγιο, παρά μόνο για λόγους πορνείας.

δ) Όρκος

Ο Παλαιός Νόμος εδώ συμπληρώνεται, πως δε χρειάζεται να ορκιζόμαστε για να:

1. Να λέμε την αλήθεια

2. και ό, τι λέγει το στόμα να το εννοεί και η καρδιά μας. Ο Κύριος απαγορεύει απολύτως τον όρκο.
         
ε) Η ανταπόδωση

Ο Παλαιός Νόμος συγκαταβαίνοντας επέτρεψε την εκδίκηση. Να κάνεις ό, τι κακό σου κάνανε.

Ο Ιησούς το απαγορεύει και ορίζει να δεχόμαστε τα κτυπήματα των άλλων.

Έτσι κόβονται ο εμπαθής θυμός, η εμπαθής σαρκική επιθυμία και η επιθυμία των χρημάτων.

στ) Η τελειότητα: η αγάπη στους εχθρούς

Οι μαθητές του Χριστού δεν πρέπει να ξεχωρίζουν τους φίλους από τους εχθρούς.

Όπως ο Θεός αδιάκριτα ρίχνει το φως του ήλιου προς όλους τους ανθρώπους έτσι πρέπει να προσευχόμαστε και να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους.

Κατά της υποκρισίας και της κενοδοξίας ( 6, 1 - 180)

α) Ελεείτε εν κρυπτώ

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 19 Οκτωβρίου 2014 - Γ´ Λουκά Ζ' 11-16

  

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ῾Ως δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ῎Ελαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Απόδοση σε απλή γλώσσα
Εκεῖνο τὸν καιρό, πῆγε ὁ ᾿Ιησοῦς σὲ μιὰ πόλη ποὺ λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ἦταν ἀρκετοὶ μαθητές του καὶ πολὺ πλῆθος. Τὴν ὥρα ποὺ πλησίαζαν στὴν πύλη τῆς πόλης, ἔβγαζαν ἕναν νεκρό, τὸν μονάκριβο γιὸ μιᾶς μάνας, ποὺ μάλιστα ἦταν χήρα. Κόσμος πολὺς ἀπὸ τὴν πόλη τὴ συνόδευε. ῞Οταν εἶδε τὴ χήρα ὁ Κύριος, τὴ σπλαχνίστηκε καὶ τῆς εἶπε· «Μὴν κλαῖς». ῎Επειτα προχώρησε, ἀκούμπησε τὴ σορό, καὶ ἀφοῦ στὸ μεταξὺ αὐτοὶ ποὺ βαστοῦσαν τὸ φέρετρο σταμάτησαν, εἶπε· «Νεαρέ, σὲ διατάζω νὰ σηκωθεῖς». ῾Ο νεκρὸς ἀνακάθισε κι ἄρχισε νὰ μιλάει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του. ῞Ολους τοὺς κυρίεψε δέος καὶ δόξαζαν τὸν Θεό· «Μεγάλος προφήτης», ἔλεγαν, «ἐμφανίστηκε ἀνάμεσά μας!» καί· «῾Ο Θεὸς ἦρθε νὰ σώσει τὸν λαό του!»

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Παρουσίαση του έργου “Συνοπτική ερμηνεία της Καινής Διαθήκης” σε ένα τόμο, Μητροπολίτου κ. Ιερεμία.

 



καινή διαθήκη.jpg

Παρουσίαση το ργου “Συνοπτικ ρμηνεία τς Καινς Διαθήκης” σ να τόμο, Μητροπολίτου κ. ερεμία.
Ὁ Σεβασμιώτατος μητροπολίτης Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμίας, πολιὸς πανεπιστημιακὸς δάσκαλος καὶ ἀνύστακτος ποιμὴν τῶν λογικῶν προβάτων τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, προβαίνει στὴν ἔκδοση ἑνὸς σπουδαίου ἔργου. Ἀφουγκραζόμενος τὴν ἀνάγκη κατηχήσεως τοῦ ποιμνίου, ἀπαντάει στοὺς νεοεποχίτικους ἀκροβατισμοὺς τῶν μεταπατερικῶν, χωρὶς νὰ φείδεται κόπου.
Μὲ λεπτότητα καὶ πατρικὴ διάκριση μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἕνα ἀσφαλὲς ταξίδι στοὺς κόλπους της Καινῆς Διαθήκης. Μὲ τὴ μεθοδικότητα, τὴ συγκρότηση καὶ τὸ κύρος ἑνὸς πανεπιστημιακοῦ δασκάλου, προσεγγίζει ἑρμηνευτικὰ καὶ περιεκτικὰ στηριζόμενος στοὺς ἀείμνηστους καθηγητὴ Π. Τρεμπέλα καὶ ὁμολογητὴ θεολόγο Ν. Σωτηρόπουλο.

Τὰ βοηθήματα τοῦ ἔργου εἶναι διάφορα, κυρίως ὅμως χρησιμοποιῶ ὡς πηγὴ τὰ δύο γαλλικὰ ὑπομνήματα La Bible de Jerusalem (BJ), Traduction Oecumenique de la Bible (TOB) καὶ βεβαίως τὸ πελώριο ἔργο τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα καὶ τὸ τρίτομο ἑρμηνευτικὸ ἔργο ἐπὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ ἱεροκήρυκος Νικολάου Σωτηροπούλου.)
Ἀποδυκνείει ἔμπρακτα, τὸ σεβασμὸ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μακριὰ ἀπὸ ἐπίπλαστες νεωτερικότητες καὶ κήβδηλες μεταπατερικότητες. Ἀπαντᾶ μὲ ἁπλότητα καὶ σταθερότητα στὰ κέντρα ποὺ ἔχουν ἀναλάβει σχεδὸν ἐργολαβικῶς τὴν παραγωγὴ νεοεποχίτικων συγγραμμάτων, μιλώντας ἄμεσα στὴν καρδιὰ τοῦ ποιμνίου.
Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ ὑποδεχθοῦμε μὲ ἐνθουσιασμὸ τὸ ἔργο του ἀπὸ τὴν πρώιμη ἀκόμα διαδικτυακὴ του ἔκδοση, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἀγκαλιάσουμε ὅταν ἐκδοθεῖ.
Ἀνταποκρινόμενος στὶς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς, γιὰ ἐπανακατήχηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ δομὴ καὶ ἡ μεθοδολογία τοῦ ἔργου, γίνεται χρηστικὴ καὶ εὐκολοδιάβαστη ἀπὸ ὅλους μας ἀκόμα καὶ σὲ νεαρότερες ἡλικίες.
Τιμᾶ τὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ προκαλεῖ τὸ παρασαλευμένο ἐκπαιδευτικό μας σύστημα, νὰ υἱοθετήσει στὸ μέλλον τὸ ἔργο αὐτό, στὸ πρόγραμμα σπουδῶν του.  
Μᾶς ἐξηγεῖ τὴ δομὴ καὶ καθοδηγεῖ τὸν φιλότιμο ἀναγνώστη στὴν ψυχωφελῆ του ἀνάγνωση:
  • κείμενο, χωρισμένο κατὰ περικοπᾶς,
  • μετάφραση κάθε περικοπῆς,
  • σύντομο προλογικὸ σημείωμα σ’ αὐτήν, ποῦ θὰ δίδει τὸ νόημά της,
  • παράλληλα χωρία καί
  • σύντομα ἑρμηνευτικὰ σχόλια, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ συνοπτικὸ ἔργο.
Τὸ ἔργο θὰ δημοσιευθεῖ σὲ συνέχειες μέσω τοῦ διαδικτύου μὲ ἀναρτήσεις στὸ ἰστολόγιό μας. Ἐμεῖς μὲ τὴ σειρά μας σᾶς προσκαλοῦμε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὴν προσφορὰ αὐτὴ τοῦ σεβασμιωτάτου, σὰν ἕνα δῶρο ἀπὸ τὸ Θεό, σὰν μία καλὴ συνήθεια-θεραπεία γιὰ τὴν ἠθικὴ κατάπτωση τῆς ἐποχῆς μας.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΕΝΑ ΤΟΜΟ


IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

(Ὁ ἑνιαῖος τόμος τῆς Καινῆς Διαθήκης, στόν ὁποῖο σκοπεύουμε, θά περιέχει κείμενο, χωρισμένο κατά περικοπάς, μετάφραση κάθε περικοπῆς, σύντομο προλογικό σημείωμα σ᾽ αὐτήν, πού θά δίδει τό νόημά της, παράλληλα χωρία καί σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια, ἀφοῦ πρόκειται γιά συνοπτικό ἔργο. Ἐδῶ, στίς ἑβδομαδιαῖες αὐτές ἀναρτήσεις, θά παρέχουμε μόνο τά σχόλια τοῦ ἔργου, γιά νά ἔχουμε τήν κριτική τῶν εἰδικῶν ἑρμηνευτῶν καθηγητῶν πρός διόρθωση τῶν ἐσφαλμένων. Τά σύντομα σχόλια ἀλληλοσυμπληρώνονται μέ παραπομπή καί σέ ἄλλα σχετικά σχόλια ἄλλων βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διότι τό ἔργο ἐπεκτείνεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη. Τά βοηθήματα τοῦ ἔργου εἶναι διάφορα, κυρίως ὅμως χρησιμοποιῶ ὡς πηγή τά δύο γαλλικά ὑπομνήματα La Bible de Jerusalem (BJ), Traduction Oecumenique de la Bible (TOB) καί βεβαίως τό πελώριο ἔργο τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα καί τό τρίτομο ἑρμηνευτικό ἔργο ἐπί τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ ἱεροκήρυκος Νικολάου Σωτηροπούλου.)
ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Ι. ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ (κεφ. 1-2)
Τό γενεαλογικό δένδρο τοῦ Ἰησοῦ (1,1-17)
1,1 ἑξ. Ἡ γενεαλογία τοῦ Ματθαίου, ἐνῶ τονίζει τίς ἐπιδράσεις τῶν ξένων γυναικῶν (βλ. στίχ. 3.5.6), ὅμως περιορίζεται στήν ἰσραηλιτική καταγωγή τοῦ Χριστοῦ. Ἡ γενεαλογία ἀποβλέπει στό νά συνδέσει τόν Χριστό μέ τούς κυριωτέρους ἀντιπροσώπους τῶν μεσσιανικῶν ὑποσχέσεων, τόν Ἀβραάμ (τόν πρόγονο τοῦ Ἰσραήλ, βλ. 3,9, καί τόν πρόγονο πολλῶν ἄλλων ἐθνῶν ἐπίσης, βλ. Γεν. 17,4-5) καί τόν Δαυίδ καί τούς βασιλικούς ἀπογόνους τοῦ Δαυίδ (βλ. Β´ Βασ. 7,1 σχόλ. Ἠσ. 7,14 σχόλ.). Ἡ γενεαλογία τοῦ Λουκᾶ, πιό παγκόσμια αὐτή, ἀνέρχεται μέχρι τόν Ἀδάμ, τόν ἀρχηγό τῆς ἀνθρωπότητας. Ἀπό τόν Δαυίδ μέχρι τόν Ἰωσήφ οἱ δύο κατάλογοι ἔχουν ὡς κοινό μόνο δύο ὀνόματα. Αὐτή ἡ ἀπόκλιση μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ εἴτε ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ Ματθαῖος προτίμησε τήν δυναστική διαδοχή ἀπό τήν φυσική καταγωγή, εἴτε ἀπό τήν ἰσοδυναμία τήν τεθεῖσα μεταξύ τῆς νομικῆς (λεβιρατικός νόμος, βλ. Δευτ. 25,5 σχόλ.) καί τῆς φυσικῆς καταγωγῆς. Ὁ συστηματικός χαρακτήρας τῆς γενεαλογίας ὑπογραμμίζεται ἐξ ἄλλου στόν Ματθαῖο μέ τήν κατανομή τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ σέ τρεῖς σειρές μέ δεκατέσσερα ὀνόματα ἡ κάθε σειρά (βλ. 6,9 σχόλ.), πράγμα πού ὑποχρεώνει νά παραλειφθοῦν τρεῖς βασιλεῖς (Ἄχαζ, Ἰωάς καί Ἀμαζίας) μεταξύ τοῦ Ἰωράμ καί τοῦ Ὀζία, καί νά ὑπολογισθεῖ ὁ Ἰεχονίας δύο φορές (στίχ. 11-12· μέ αὐτό τό ἴδιο ἑλληνικό ὄνομα μπορεῖ νά μεταφρασθοῦν τά δύο παρεμφερῆ στήν ἑβραϊκή ὀνόματα τοῦ Ἰωακίμ καί τοῦ Ἰωαχίμ, Α΄ Παραλ. 3,16). Οἱ δύο κατάλογοι καταλήγουν στόν Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος εἶναι μόνον ὁ νομικός πατήρ τοῦ Ἰησοῦ· αὐτή ὅμως ἡ νομική πατρότητα (μέ τήν υἱοθεσία, τόν λεβιρατικό γάμο κ.ἄ.) ἀρκοῦσε να παράσχει ὅλα τά κληρονομικά δικαιώματα, καί, στήν περίπτωσή μας, τά δικαιώματα τῆς δαυϊτικῆς γραμμῆς. Καί ἡ Μαρία ἀνῆκε στήν ἰδία γραμμή, ἔστω καί ἄν δέν τό μνημονεύουν οἱ Εὐαγγελιστές (βλ. Ζιγαβηνοῦ εἰς MPG 129,125 καί Θεοφυλάκτου εἰς MPG 123,153). Ματθ. 1,1. Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χρυσόστομος (MPG 57,29) καί οἱ ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτώμενοι ἑρμηνευτές θεωροῦν τήν ἔκφραση ὡς τίτλο ὁλοκλήρου τοῦ βιβλίου, διότι ἡ λέξη «γένεσις»  σημαίνει γενικῶς «ἱστορία». 1,16. Τόν Ἰωσήφ τόν ἄνδρα Μαρίας. Οἱ γενεαλογικοί κατάλογοι τοῦ Ἰησοῦ, καί τοῦ Ματθαίου καί τοῦ Λουκᾶ, καλοῦν τόν Ἰωσήφ ἔτσι, ἀλλ᾿ αὐτό ἀναφέρεται μόνο στήν νομική πατρότητα.
Ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (1,18-25)
1,18. Μνηστευθείσης γάρ... Ἡ ἰουδαϊκή μνηστεία ἦταν μία δέσμευση τόσο στενή καί πραγματική, ὥστε ὁ μνηστήρας ἐκαλεῖτο «σύζυγος» καί πρίν ἀκόμη ἀπό τήν συγκατοίκηση μέ τήν μνηστή του καί δέν μποροῦσε νά ἀποδεσμευθεῖ ἀπό αὐτήν παρά μέ κάποια πράξη διαζεύξεως (στίχ. 19). 1,19. Ἀνήρ δίκαιος. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Ἰωσήφ συνίσταται στό ὅτι αὐτός δέν θέλει νά καλύψει μέ τό ὄνομά του ἕνα παιδί, τοῦ ὁποίου ἀγνοεῖ τόν πατέρα, ἀλλά καί στό ὅτι, ἐπειδή εἶναι πεπεισμένος γιά τήν ἀρετή τῆς Μαρίας, ἀρνεῖται νά παραδώσει στήν αὐστηρή διαδικασία τοῦ Νόμου (Δευτ. 22,20 ἑξ.) αὐτό τό μυστήριο πού αὐτός δέν κατανοεῖ. 1,20. Ἄγγελος Κυρίου. Ἄλλος εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (βλ. Γεν. 16,7.11.13. Ἔξ. 3,2), ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἄσαρκος Υἱός τοῦ Θεοῦ καί δέν πρέπει νά συγχέεται μέ τούς ἀγγέλους. – Κατ᾿ ὄναρ. Καί στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως στήν Παλαιά (βλ. Σοφ. Σειρ. 34,1-8 σχόλ.), συμβαίνει ὁ Θεός νά κάνει γνωστό τό σχέδιό του μέ ἕνα ὄνειρο: Ματθ. 2,12.13.19.22. 27,19. Πράξ. 16,9. 18,9. 23,11. 27,23. Ὁμοίως ὁ Θεός ἀποκαλύπτει τό σχέδιό του καί μέ ὁράματα: Πράξ. 9,10 ἑξ. 10,3 ἑξ. 11 ἑξ. – Τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν, δηλαδή, «τό παιδί πού συνελήφθη μέσα της». 1,21. Ἰησοῦν. Ἑβρ. «Γιεχωσού῾α», «ὁ Γιαχβέ σώζει». 1,22. Τοῦτο δέ ὅλον γέγονεν ἵνα... Ὁ τύπος αὐτός καί ἄλλοι παραπλήσιοι συναντῶνται συχνά εἰς Ματθ. 2,5.15.17.23. 8,17. 12,17. 13,35. 21,4. 26,54.56. 27,9· βλ. καί 3,3. 11,10. 13,14 κ.ἄ. Ἀλλά ὁ Ματθαῖος δέν εἶναι ὁ μόνος πού βλέπει ὅτι οἱ Γραφές ἐκπληρώνονται στόν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὁ Ἴδιος διακηρύσσει ὅτι αὐτές ὁμιλοῦν γι᾿ Αὐτόν (βλ. Ματθ. 11,4-6. Λουκ. 4,21.18,31 σχόλ. 24,44. Ἰωάν. 5,39 σχόλ. 8,56. 17,12 κ.ἄ). Ἤδη στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ πραγματοποίηση τῶν λόγων τῶν προφητῶν ἦταν ἕνα ἀπό τά κριτήρια τῆς ἀποστολῆς τους (βλ. Δευτ. 18,20-22 σχόλ.). Ὁ Θεός, εἴτε διά λόγων εἴτε διά γεγονότων, ἀνήγγειλε τά σχέδιά του καί ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν ἀνακαλύπτει ὅτι ἡ κατά γράμμα ἐκπλήρωση τῶν κειμένων στό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἤ στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεικνύει τήν πραγματική ἐκπλήρωση τῶν σχεδίων τοῦ Θεοῦ (βλ. Ἰωάν. 2,22. 20,9. Πράξ. 2,23 σχόλ. 2,31. 34-35. 3,24 σχόλ. Ρωμ. 15,4. Α΄ Κορ. 10,11. 15,3-4. Β΄ Κορ. 1,20. 3,14-16). 1,25. Οὐκ ἐγίγνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς. Ἡ ἔκφραση εἶναι ἑβραϊσμός, διά τῆς ὁποίας σημαίνεται ἡ παρθενική γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, χωρίς ὅμως νά ὑποδηλώνεται ἀπ᾿ αὐτήν ὅτι μετά ταῦτα ἡ παρθένος Μαρία ἔγινε σύζυγος τοῦ Ἰωσήφ. Ἡ πρόθεση τοῦ Ματθαίου εἶναι νά ἀποκαλύψει τήν παρθενική γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, πού δέν ἦταν γνωστή (βλ. Ματθ. 13,55), νά βεβαιώσει ὅτι ὁ Ἰωσήφ δέν εἶναι ὁ φυσικός πατέρας τοῦ Ἰησοῦ καί ἡ γλώσσα του καθορίζεται ἀπό τόν σκοπό του αὐτό. Τό ὅτι μετά τήν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ δέν ὑπῆρχε συζυγία τῆς Παρθένου Μαρίας καί τοῦ Ἰωσήφ δέν ἦταν ἀνάγκη νά τό γράψει ὁ Εὐαγγελιστής, γιατί ἦταν γνωστό αὐτό στήν Ἐκκλησία, εἶναι δέ ἀσέβεια νά ὑποθέσει κανείς τό ἀντίθετο, ἀκόμη δέ καί νά τό σκεφθεῖ. «Πῶς γάρ ἄν ἥψατο (ὁ Ἰωσήφ) τῆς ἁγίας ἐκείνης, μεθ’ ὅ μάλιστα ἔγνω τόν ἄφραστον ἐκεῖνον τόκον;» (Θεοφύλακτος, MPG 123,160). Περί τῶν λεγομένων «ἀδελφῶν» τοῦ Ἰησοῦ βλ. σχόλιο εἰς Ματθ. 12,46. – Τό πρωτότοκος ὁμοίως σημαίνει τόν πρῶτον γεννηθέντα, χωρίς νά ὑποδηλώνεται ἀπό τήν ἔκφραση ὅτι ὁπωσδήποτε γεννήθηκαν καί ἄλλοι υἱοί· βλ. Ἐξ. 13,2.12. 34,19 Α΄ Βασ. 6,10.14.
Ἡ προσκύνηση τῶν μάγων (2,1-12)
2,1-12: Ἀφοῦ ὁ Ματθαῖος παρουσίασε στό κεφ. 1 τό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Δαυίδ καί τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, στό κεφ. 2 χαρακτηρίζει τήν ἀποστολή Του ἀπό τήν σωτηρία πού προσφέρει στούς ἐθνικούς· γιατί ἀπ᾿ αὐτούς τώρα ὁ Ἰησοῦς ἑλκύει τούς σοφούς τους πρός τό φῶς Του (στίχ. 1-12). Ὁμοίως στό κεφ. 2 ὁ Ματθαῖος χαρακτηρίζει τήν ἀποστολή τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τά παθήματα τοῦ ἰδίου του λαοῦ, τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ ὁποίου αὐτός τώρα ζεῖ τήν πείρα τῶν δεινῶν του: Τήν πρώτη ἐξορία στήν Αἴγυπτο (στίχ. 13-15), τήν δεύτερη αἰχμαλωσία (στίχ. 16-18), τήν ἐπιστροφή τοῦ μικροῦ «Ὑπολοίπου» («νατσούρ» = τό Ὑπόλοιπο· στίχ. 19-23· βλ. σχόλιο εἰς στίχ. 23). Αὐτές οἱ διηγήσεις «ἀγγαδικοῦ» (= διδακτικοῦ) χαρακτῆρος διδάσκουν διά τῶν γεγονότων αὐτό πού ὁ Λουκᾶς (2,30-34) διδάσκει διά τῶν προφητικῶν λόγων τοῦ Συμεών (βλ. Λουκ. 2,34 σχόλ.). 2,1. Ἐν ἡμέραις Ἡρώδου. Περίπου τό 5 ἤ τό 4 πρίν ἀπό τήν χριστιανική χρονολογία, ἀπό τήν ὁποία ἀρχίζει κατά λάθος, κάποια χρόνια μετά, ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, βλ. Λουκ. 2,2 σχόλ., 3,1 σχόλ. Ὁ Ἡρώδης ἐβασίλευσε ἀπό τό 37 ἕως τό 4 π.Χ. στήν Ἰουδαία, στήν Ἰδουμαία, τήν Σαμάρεια, τήν Γαλιλαία, τήν Περαία καί ἄλλες περιοχές τῆς πλευρᾶς τῆς λίμνης Hauran. – Ἀπό ἀνατολῶν. Μιά τέτοια διήγηση ἀπαιτεῖ νά δώσουμε στήν ἀσαφῆ ἔκφραση «ἀνατολῶν» μία γενική σημασία: Οἱ πρός ἀνατολάς εὑρισκόμενες χῶρες, πού εἶχαν σοφούς ἀστρολόγους. Μᾶλλον θά νοήσουμε τήν Μεσοποταμία, τήν πατρίδα τῆς ἀστρολογίας στόν ἑλληνιστικό κόσμο. 2,2. Ἐν τῇ ἀνατολῇ, μέ κυρία ἔννοια, τήν ἀνατολή τοῦ ἀστέρος. Ὁμοίως καί στόν στίχ. 9. 2,4. Οἱ γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται ἐπίσης «νομοδιδάσκαλοι» (Λουκ. 5,17. Πράξ. 5,34) καί «νομικοί» (Λουκ. 7,30. 10,25 κ.ἄ.), εἶχαν τήν ὑποχρέωση νά ἑρμηνεύουν τίς Γραφές καί ἰδιαίτερα τόν Νόμο τοῦ Μωυσέως, γιά νά ἐξαγάγουν κανόνες συμπεριφορᾶς τοῦ ἰουδαϊκοῦ βίου. Βλ. Β´ Ἔσδρ. 7,6.11 σχόλ. Σοφ. Σειρ. 39,2 σχόλ. Αὐτός ὁ ρόλος τούς ἔδινε γόητρο καί ἐπιρροή μεταξύ τοῦ λαοῦ. Προήρχοντο κυρίως, ἀλλά ὄχι ἀποκλειστικά, ἀπό τούς Φαρισαίους, βλ. 3,7 σχόλ. Ἦταν μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου (Sanhedrin) μαζί μέ τούς ἀρχιερεῖς καί τούς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ. 2,6. ᾽Ελαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα. Ἡ φράση «ἐν τοῖς ἡγεμόσιν» σημαίνει ἀναφορά, ὡς πρός τί δηλαδή ἡ Βηθλεέμ δέν εἶναι ἐλαχίστη. Δέν εἶναι ἐλαχίστη ἐξ ἐπόψεως τῶν ἡγεμόνων καί μάλιστα τῶν ἡγεμόνων τοῦ Ἰούδα, τῆς  ἰσχυρότερης καί βασιλικῆς φυλῆς. Καί δέν εἶναι ἐλαχίστη, γιατί ἀπό τήν Βηθλεέμ θά προέλθει ἡγεμόνας ὁ ὁποῖος θά κυβερνήσει τόν Ἰσραήλ. 2,9. Ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τό παιδίον. Ἐδῶ φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ ἀστήρ δέν ἦταν συνήθης, ἀλλά θαυμαστός, γιατί φώτιζε καί τήν ἡμέρα καί κυρίως γιατί κατῆλθε ἀπό τό ὕψος του καί στάθηκε πάνω ἀπό τόν τόπο, ὅπου βρισκόταν τό Παιδίον. Βλ. Θεοφυλάκτου, MPG 123,161 καί Ζιγαβηνοῦ, MPG 129,137. 2,11. Χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν. Πλούτη καί ἀρώματα τῆς Ἀραβίας (Ἰερ. 6,20. Ἰεζ. 27,22). Οἱ Πατέρες στά δῶρα τῶν Μάγων βλέπουν συμβολικά τήν Βασιλεία («χρυσόν»), τήν Θεότητα («λίβανον») καί τό Πάθος («σμύρναν») τοῦ Χριστοῦ. Στήν προσκύνηση τῶν Μάγων ἐκπληρώθηκαν οἱ Μεσσιακές προφητεῖες γιά τήν προσκύνηση τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τούς Ἐθνικούς, βλ. Ἀριθμ. 24,17. Ἠσ. 49,23. 60,5 ἑξ. Ψαλμ. 71,10-15.
Φυγή στήν Αἴγυπτο καί σφαγή τῶν νηπίων τῆς Βηθλεέμ (2,13-18)
2,15β. Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τόν υἱόν μου. Βλ. Ὠσηέ 11,1. Ὁ υἱός λοιπόν τοῦ προφητικοῦ κειμένου ἦταν εἰκόνα τοῦ Μεσσίου. 2,16. Τότε Ἡρώδης ἰδών ὅτι... Ἡ διήγηση αὐτή ἔχει ἕνα προηγούμενο παράλληλο ἀπό τήν νηπιακή ἡλικία τοῦ Μωυσῆ, διατηρηθέν στίς ραββινικές παραδόσεις: Ἀφοῦ, εἴτε διά ὁραμάτων εἴτε διά μάγων, ἀναγγέλθηκε ἡ γέννηση τοῦ νηπίου, ὁ Φαραώ διέταξε νά σφάξουν τά νεογέννητα, βλ. καί Θεοφυλάκτου εἰς MPG 123,169. 2,17-18: Παράθεση τοῦ χωρίου Ἰερ. 38,15 (Ἑβρ. 31,15), τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν ἐξορία τῶν βορείων φυλῶν στήν Ἀσσυρία (722/21 π.Χ.). Πραγματικά, κατά τήν πρώτη ἔννοια τῶν στίχων τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, εἶναι οἱ ἄνδρες τοῦ Ἐφραίμ, ὁ Μανασσῆς καί ὁ Βενιαμίν, πού σφαγιάστηκαν ἤ ἐκπατρίστηκαν ὑπό τῶν Ἀσσυρίων, τούς ὁποίους κλαίει ἡ προμήτωρ τους Ραχήλ, ἡ γυναίκα τοῦ Ἰακώβ. Ἡ Ραμά εἶναι μία τοποθεσία βορείως τῆς Ἰερουσαλήμ, ὅπου ἡ σκηνή ἐθνικῆς θλίψεως (Ἰερ. 47,1 Ο΄ Δαμάν). Τήν ἐφαρμογή πού κάνει ὁ Ματθαῖος μπόρεσε νά τήν φαντασθεῖ ἀπό μία παράδοση, πού τοποθετεῖ τόν τάφο τῆς Ραχήλ στήν περιοχή τῆς Βηθλεέμ, βλ. Γεν. 35,19 ἑξ.  
Ἐπιστροφή ἀπό τήν Αἴγυπτο
καί ἐγκατάσταση στή Ναζαρέτ (2,19-23)
 
2,22. Ἀρχέλαος. Αὐτός ὁ υἱός τοῦ Ἡρώδου ἀπό τήν Μαλθάκη (ὁμοίως καί ὁ Ἡρώδης Ἀντίπας) ὑπῆρξε ἐθνάρχης τῆς Ἰουδαίας ἀπό τό 4 π.Χ. μέχρι τό 6 μ.Χ., ὁπότε καθαιρέθηκε γιά τήν κακή του διακυβέρνηση. – Εἰς τά μέρη τῆς Γαλιλαίας. Ἐπαρχία τοῦ Ἡρώδη Ἀντίπα, βλ. Λουκ. 3,1 σχόλ. 2,23. Ναζωραῖος κληθήσεται. Βλ. Ζιγαβηνόν εἰς MPG 129,156. Ναζωραῖος (μορφή υἱοθετηθεῖσα ἀπό τόν Ματθ., τόν Ἰωάν. καί τίς Πράξ.) καί ὁ συνώνυμός του τύπος Ναζαρηνός (μορφή υἱοθετηθεῖσα ἀπό τόν Μᾶρκο· ὁ Λουκᾶς ἔχει καί τίς δύο μορφές) εἶναι δύο μεταγραφές ἑνός ἀραμαϊκοῦ ἐπιθέτου (Nasraya), παραγόμενο ἀπό τό ὄνομα τῆς πόλεως Ναζαρέθ (Nasrath). Τό ἐπίθετο αὐτό ἀποδόθηκε πρῶτα στόν Ἰησοῦ καί χαρακτήριζε μέ αὐτό τήν καταγωγή του (26,69.71· ὁ καταγόμενος ἀπό τήν Ναζαρέτ, 21,11· βλ. Ἰωάν. 1,45. Πράξ. 10,38· ἡ ἔκφραση εἶναι ἰσοδύναμη μέ τό «Γαλιλαῖος», 26,69)· ἔπειτα ἀποδόθηκε στούς ὀπαδούς του (Πράξ. 24,5) καί παρέμεινε στόν σημιτικό κόσμο γιά νά σημαίνει τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ,  ἐνῶ ἡ ὀνομασία «χριστιανοί» (Πράξ. 11,26) ἐπικράτησε στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο. Δέν γνωρίζουμε σέ ποιές προφητεῖες ἀναφέρεται ὁ ὑπαινιγμός ἐδῶ τοῦ Ματθαίου· ὑποθέτουν ὅτι ἀναφέρεται στό «ναζίρ» τῶν ἐδαφίων Κριτ. 13,5.7 (τούς Ναζιραίους, τούς «ἁγιασμένους», βλ. Θεοφυλάκτου εἰς MPG 123,172) ἤ στό «νέσερ», «βλαστός», τοῦ Ἠσ. 11,1 ἤ μᾶλλον στό «νατσάρ», «φυλάττω» τοῦ Ἠσ. 42,6. 49,8, ἀπ᾿ ὅπου προέρχεται τό «νατσούρ» = τό Ὑπόλοιπο. Γενικά γίνεται δεκτό ὅτι ὑπάρχει μία ἠχητική ὁμοιότητα.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος καί ἡ Ἁγία Γραφή. Ἡ χάρη τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν καί ἡ ὡφέλεια ἀπό αὐτές


 

περί τῶν Ἁγίων Γραφῶν διδασκαλία

Ἁγίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτη

Εἰρήνη Ἀρτέμη

Πτ. Θεολογίας, Μphil. Θεολογίας - πτ. Φιλολογίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
 
ΙΙ. Η χάρη των θεοπνεύστων Γραφών και η ωφέλεια από αυτές
           Η Π. και η Κ.Δ. αποτελούν τη γραπτή μαρτυρία του θελήματος του Τριαδικού Θεού. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό για να μπορέσει κάποιος να γνωρίσει το θείο Νόμο και να μπορέσει να διεισδύσει στα βαθύτερα νοήματά του. Πρέπει ο άνθρωπος να επιδιώξει ο ίδιος να γνωρίσει το θείο Νόμο. Αυτό θα το πετύχει με την προσεκτική και συνεχή μελέτη της Αγίας Γραφής και την εφαρμογή των όσων εκείνη λέει στον καθημερινό βίο του[35].
            Η ανάγνωση του λόγου του Θεού πληροφορεί και εμπλουτίζει τη νοερή αίσθηση της ψυχής, γιατί πηγάζει από την ενέργεια του Θεού. Η μελέτη των κειμένων της Γραφής βοηθάει τους αναγνώστες να θεολογήσουν ορθά και να αναιρέσουν κάθε αιρετική διδασκαλία, η οποία απειλεί τη συνοχή του σώματος των πιστών της Εκκλησίας και τη σωτηρία τους. Τα βιβλικά κείμενα είναι γεμάτα από τις υψηλές αλήθειες, αφού «μάρτυς αξιόχρεως η Γραφή»[36]. Αναφέρονται στο ομοφυές και ομοούσιο των θείων Προσώπων και στη διάκριση των Υποστάσεων του Τριαδικού Θεού[37]. Σημειώνεται ότι οι θείες Υποστάσεις δεν έχουν μόνο κοινή ουσία αλλά και κοινή θέληση και ενέργεια.
Τονίζουν το ομοούσιο των θείων Προσώπων, κάνουν λόγο για την ενανθρώπηση του θείου Λόγου και το τέλειο της θείας και της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, «αληθώς μεν γενόμενος άνθρωπος, αληθώς δε ων και Θεός και προσκυνούμενος εις εξ αμφοτέρων των φύσεων»[38]. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο με την επιδαψίλευση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος στον ανθρώπινο νού. Αυτό ως υνί οργώνει την ανθρώπινη διάνοια και την καθιστά κατάλληλη να δεχθεί τους σπόρους των κειμένων της Αγίας Γραφής σχετικά με το Θεό, για να βλαστήσουν και να καρποφορήσουν. Άλλωστε τονίζει απερίφραστα ο Ισίδωρος ότι δίχως τη συνδρομή του Θεού είναι δύσκολο να κατανοηθούν τα βαθύτερα νοήματα των Γραφών. Χαρακτηριστικά γράφει: «Επειδή το γεώδες σκήνος μόλις ευρίσκει τα εν ποσί. Τα δε εν ουρανώ απόκρυφα και την ημετέραν αίσθησιν υπερβαίνοντα, αυτός και αποκαλύπτει και επίσταται ο κατοικών τον ουρανόν»[39].
            Η μελέτη των Γραφών χαλυβδώνει την πίστη των ανθρώπων και τους βοηθάει να εντοπίσουν την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του περιεχομένου των διηγήσεων των ιερών κειμένων και των σχετικών με «τας μεν Ελλήνων θεοποιίας»[40]. Επειδή στα μεν πρώτα κυριαρχεί η αποκάλυψη της θείας αλήθειας, στα δε δεύτερα παρουσιάζονται οι διάφοροι μύθοι του Ορφέα, του Ομήρου, του Ησιόδου και πολλών άλλων, σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και των θεών, οι γνωστές δηλαδή θεογονίες[41]. Ο Ισίδωρος παρομοιάζει τις Γραφές με πηγές «τας πλουσίοις και αεννάοις νάμασι κομώσας, και μη τας αρδείας ετέρωθεν δεομένας»[42] και προτρέπει εκείνους που αναζητούν τη θεία αλήθεια να μελετούν ενδελεχώς το περιεχόμενό τους.
            Η εντρύφηση στις Γραφές, μοιάζει με αλίευση μαργαριταριών και πολύτιμων λίθων[43]. Οι θείες αλήθειες αξίζουν περισσότερο από οποιοδήποτε θησαυρό της γης, γιατί είναι αιώνιες, δεν υπάρχει φόβος να τις κλέψει κανένας κλέφτης και είναι εκείνες οι οποίες αποτελούν τη φωτεινή σήμανση στο δύσκολο μονοπάτι, που οδηγεί στην Ουράνια Βασιλεία. Τα ιερά κείμενα παροτρύνουν το έλλογο ον να βγεί από τον ύπνο της ακηδίας και το βάλτο της αμαρτίας. Του σπέρνουν στην καρδιά το λόγο του Θεού και στο νού του αντηχεί η αγγελική μουσική της αιώνιας αλήθειας του Τριαδικού Θεού[44]. Κάθε λέξη των Γραφών είναι μία σταγόνα αιώνιας αλήθειας η οποία συμβάλλει στην απονέκρωση του γεώδους φρονήματός μας και βοηθάει το νού να εισέλθει στα άρρητα μυστήρια του Θεού[45]. Επιπλέον τον νουθετεί στο να συγκρατεί τη γλώσσας του, η οποία ευθύνεται για τη δημιουργία πολλών κακών τόσο σε εμάς όσο και στους γύρω μας. Η κακή προαίρεσή βρίσκει διέξοδο στο λόγο και η αυθάδεια έχει κύριο εκφραστή τη γλώσσα. Η κακή χρήση της τελευταίας σκληραίνει τη ζωή, «φλογίζουσα όλον το σώμα και σπιλούσα τον τροχόν της ζωής»[46].
            Ο άνθρωπος, ο οποίος δε διαβάζει τις Γραφές, δεν εισέρχεται τη θύρα της αλήθειας της γνώσεως του θείου όντος, δεν παραδειγματίζεται από τη θεία διδασκαλία, δεν μεταμελείται για τις αμαρτίες του και θα υποστεί φρικτή τιμωρία για αυτές στη μέλλουσα κρίση[47]. Φυσικά δεν πρέπει να υπάρξει η ελάχιστη υποψία ότι η περί Θεού διδασκαλία του Χριστού και των αποστόλων διαφέρει από αυτήν των προφητών στην Π.Δ.: «Ουκ απωδά, ουδ̉ αλλότρια της του νόμου εντολής η ευαγγελική νομοθεσία παρέδωκε»[48]. Απλώς τονίζεται ότι και στις δύο Διαθήκες ένας είναι ο Θεός και μία η διδασκαλία του, «ο αποκαλύπτων εν Εαυτώ τον Θεόν εν Πνεύματι εν ταις δύο διαθήκαι είναι ο Αυτός Χριστός»[49]. Στην Π.Δ. ο Τριαδικός Θεός εμφανίζεται μέσα από τύπους, προτυπώσεις και σύμβολα, ενώ στην Κ.Δ. αποκαλύπτεται μέσα από τη θεία ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος.
            Αντίθετα, όποιος μελετά με προσοχή τις Γραφές και προσπαθεί να εφαρμόζει στην καθημερινή βιωτή του τα όσα διδάσκουν τα ιερά κείμενα, παιδαγωγεί τη σάρκα και το φρόνημά του, «μαραίνει τα της σαρκός υπεκκαύματα (= τα της ροπής προς την αμαρτία)»[50]. Με τη συνεχή προσπάθειά του κληρονομεί τη βασιλεία του Θεού, αν και βρίσκεται σωματικώς στη γη[51]. Χαρακτηριστικά ο Ισίδωρος αναφέρει τη συμβουλή η οποία δίνεται στους ανθρώπους μέσα από τα κείμενα της Γραφής για την αποφυγή της υπέρμετρης κατανάλωσης κρασιού, η οποία οδηγεί στη μέθη, στην ακολασία και στην αδιαντροπιά[52]. Έτσι μέσα από τα θεόπνευστα κείμενα παιδαγωγούνται όχι μόνο στις θείες αλήθειες αλλά και σε συμβουλές για την καθημερινή ζωή τους, ώστε ο βίος τους να είναι αξιοπρεπής και να συνάδει με το θέλημα του Θεού. Ενώ άμα εκμετρήσουν το χρόνο της επίγειας ζωής τους, της οποίας είναι πάροικοι, θα έχουν κατορθώσει να γίνουν μόνιμοι κάτοικοι της υπερκόσμιας Ιερουσαλήμ.
            Η μελέτη των Γραφών βοηθάει τους ανθρώπους να μάθουν σε ένα νέο τρόπο ζωής, να απαλλαγούν από τις κακές συνήθειές τους και να αποφύγουν τα ολισθήματα και τα παραπτώματα είτε αυτά είναι σωματικά είτε πνευματικά[53]. Αρκεί φυσικά να μετανοήσουν και να εφαρμόσουν στη ζωή τους τη θεία διδασκαλία, η οποία βρίσκεται μέσα στα κείμενα της Π. και Κ.Δ[54]. Σε αυτό το σημείο αδιαμφισβήτητη απόδειξη αποτελούν τα παραδείγματα του Δαβίδ και του αποστόλου Παύλου. Ο ένας, αν και διέπραξε μεγάλο αμάρτημα, μετάνιωσε ειλικρινά και μετανόησε, ο άλλος από διώκτης του Χριστού αναδείχθηκε σε κήρυκά και απόστολό Του[55]. Άλλωστε ο Ισίδωρος συμβουλεύει: «την ανάγνωσιν των ιερών Γραφών εφόδιον ηγού σωτηρίας, τρέφουσα παραδείγμασιν ευδοκίμοις το φιλόκαλον και ανδρώδες των μετά σπουδής ακροωμένων»[56].
            Τα ιερά κείμενα της Π και Κ.Δ. προβάλλουν το καλό και παρουσιάζουν τις τιμωρίες και τους επαίνους που θα λάβει κάποιος στην αιώνια ζωή, ανάλογα με το πως θα επιλέξει να ζήσει την παρούσα[57]. Αποτελούν τον κανόνα της εν Χριστώ ζωής, τους οδοδείκτες για την αρετή και την ορθόδοξη πίστη, τις οποίες δίδαξε ο εν σάρκα φανερωθείς Υιος και Λόγος του Θεού. Κάνουν λόγο για τη θεία συγκατάβαση και τη διαχωρίζουν από το Νόμο, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διάκριση η οποία θα πρέπει να έχουν ως άνθρωποι στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων αλλά και στη συμπεριφορά των άλλων συνανθρώπων τους.
            Μέσα από τη συστηματική πνευματική ενασχόληση με τις Γραφές μπορεί κάποιος να κατανοήσει ότι «η γαρ ένδον κυρουμένη θειοτάτη ψήφος πανταχού κρατείν πέφυκεν»[58]. Επίσης ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι η δημιουργία του σύμπαντος, των άλογων και έλλογων όντων και γενικότερα το σχέδιο σωτηρίας τους είναι ασύλληπτα για τα μέτρα της τυπικής λογικής του ανθρώπου[59]. Του αποκαλύπτεται μέσα από τις Γραφές η ανυπέρβλητη αγάπη του Θεού, η οποία εκδηλώνεται με την κίνηση του ίδιου του Δημιουργού προς το αγαπημένο Του δημιούργημα, δηλαδή το μυστήριο της θείας Οικονομίας. «Η κίνηση αυτή σκοπό έχει να αλλάξει εκ βάθρων τη σύλληψη της ζωής να δώσει νέα κατεύθυνση στην ίδια του την ύπαρξη, προσανατολίζοντάς την στον Τριαδικό Θεό με ιδανικό τη θέωση του ανθρώπου»[60]. Η ωφέλεια, λοιπόν, την οποία αποκτά κάποιος από τη εμβριθή μελέτη των Γραφών είναι διπλή. Από τη μία πλευρά εισάγεται σε ένα σύνολο αποκεκαλυμμένων δογματικών αληθειών, όπως είναι το τριαδολογικό δόγμα, η χριστολογία, η πνευματολογία, και από την άλλη μυείται στις ανθρώπινες αξίες της αγάπης, της δικαιοσύνης, της εγκράτειας και πολλών άλλων αρετών, τις οποίες πρέπει να εφαρμόζει στο χωροχρόνο της επίγειας ζωής του. Εκείνες μαζί με την πίστη αποτελούν το μονοπάτι το οποίο οδηγεί στο θρόνο του Τριαδικού Θεού. Παράλληλα οι δογματικές αλήθειες, οι οποίες αναφέρονται μέσα σε κάποια ιερά κείμενα των Γραφών, δεν έρχονται σε αντίθεση με εκείνα που γράφονται σε κάποια άλλα κείμενα τους[61]. Με τον τρόπο αυτό αποδεικνύεται ότι, αν και οι συγγραφείς των βιβλίων της Π και Κ.Δ. είναι διάφοροι, όλοι εκφράζουν την ίδια αλήθεια, άφού η αλήθεια για τον Τριαδικό Θεό είναι μία και αέναη, και τους αποκαλύπτεται ύστερα από θείο φωτισμό. Το Άγιο Πνεύμα φωτίζει τη διάνοιά τους και τη γλώσσα τους, για να μπορούν να αντιληφθούν τα επέκεινα της πεπερασμένης νοήσεώς τους και να μπορέσουν να τα εκφράσουν μέσα από την ένδεια του ανθρώπινου λεξιλογίου τους.
            Το φως της αλήθειας των κειμένων της Γραφής καλύπτει το σώμα και την ψυχή του έλλογου όντος και ανάβει στην ψυχή του τη δίψα για το Θεό. Έτσι ο άνθρωπος με εφαλτήριο την πίστη στον αληθινό Θεό παλεύει και γίνεται το ισχυρότερο πλάσμα στον κόσμο, γιατί εκείνο που ενεργεί μέσα του δεν είναι η δική του δύναμη, αλλά η δύναμη του Θεού. Παραδειγματίζεται από τις τιμωρίες εκείνων, οι οποίοι αναφέρονται στα ιερά κείμενα ως αγνώμονες απέναντι στη θεία αγαθότητα, και συνειδητοποιεί ότι δε θα ξεφύγει από τη θεία τιμωρία, αν δεν καταβάλλει συνεχείς και επίπονες προσπάθειες να απέχει από την κακία και να αφοσιωθεί στην αρετή[62]. Άλλωστε «το γαρ θείον λόγιον βοά• «Αυτός (= ο Τριαδικός Θεός) γαρ αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού»»[63].
            Η ωφέλεια, η οποία προέρχεται από τα αδιάστευτα λόγια των Γραφών[64], θα είναι πολύ μεγαλύτερη, εάν γίνει συνείδηση όλων των πιστών ότι το περιεχόμενό τους είναι εξολοκλήρου αληθινό και αν οι ενασχολούμενοι με αυτές μπορέσουν να εισέλθουν στο βαθύτερο νόημα των γραφομένων, υποτάσσοντας τη νοητική τους ικανότητα στη θεία φώτιση[65]. Τότε θα καταστήσουν «τον της ψυχής οφθαλμόν διορατικώτερον»[66] και θα μπορέσουν να έχουν μεγαλύτερο κέρδος από την ανάγνωση των κειμένων της Π και Κ.Δ. Άλλωστε σκοπός τους είναι μέσα από την εφαρμογή των θείων λόγων να μπορέσουν να κατακτήσουν την αιώνια ζωή στο μέλλοντα αιώνα[67], αφού για τους χριστιανούς η ζωή τους δεν τελειώνει με το θάνατο αλλά υπερβαίνει τόσο το θάνατο όσο και τη φθορά που τον συνοδεύει[68].
            Ο Πηλουσιώτης πατήρ επισημαίνει με έμφαση «ότι των θείων Γραφών η ανάγνωσις και τοις εστώσι και τοις πεσούσι και πάσιν απλώς εστιν ωφέλιμος, εκάστω χρησμωδούσα»[69]. Εξηγεί, λοιπόν, ότι οι Γραφές διδάσκουν ασάλευτη και ειλικρινή πίστη στον Τριαδικό Θεό, στον «ποιητήν και άρχοντα και έφορον και προνοητήν και κηδεμόνα αμειβόμενον μεν τους αγαθούς, αμυνόμενον δε τους πονηρούς»[70]. Γεμίζουν με θάρρος το δυστυχισμένο, δίνουν κουράγιο στον απελπισμένο, αποτελούν πνευματικό εμπόδιο για τη διάπραξη οποιασδήποτε μορφής αμαρτίας, αφού στηλιτεύουν το κακό και σημειώνουν ότι δε θα μείνει ατιμώρητο από το Θεό. Τέλος διευκρινίζουν ότι «εστι Θεός, ου το τι εστι πολυπραγμονείν»[71]. Με την ανάγνωση των ιερών κειμένων ο άνθρωπος επιτρέπει τη σπορά του λόγου του Θεού στην καρδιά του και αποκτά τη δυνατότητα της κοινωνίας με τις θείες ενέργειες. Ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους μέσα από τις Γραφές μπορεί να συλλάβει μόνο το γεγονός της υπάρξεως του Θεού αλλά συγχρόνως τονίζεται ότι η έρευνα σχετικά με την ουσία του Θεού και κάθε λόγος σχετικά με τη φύση της Αγίας Τριάδος είναι εντελώς «ανέφικτος και μηδαμώς αναλώσιμος»[72]. Γνωρίζει το Θεό μέσα από τις ενέργειες, και τις θεοφάνειές Του στην ιστορία. Το έλλογο ον έχει τη δυνατότητα να μετέχει στις άκτιστες ενέργειές Του αλλά ποτέ δεν μπορεί να γνωρίσει την ουσία του Δημιουργού. Εκείνη βρίσκεται επέκεινα της νοήσεως των δημιουργημάτων Του και είναι «αριθμού γαρ και χρόνων το Θείον ανώτερον»[73].
            Ο ιερός Ισίδωρος σημειώνει με έμφαση ότι σκοπός των συγγραφέων των Γραφών είναι η πνευματική ωφέλεια των αναγνωστών και η σωτηρία της ψυχής τους[74], αφού τους εισάγουν στην ανυπέρβλητη αλήθεια του ενός και συγχρόνως Τριαδικού Θεού. Οι θεόπνευστοι συγγραφείς δεν ενδιαφέρθηκαν για τη δική τους δόξα, όπως έκαναν οι διάφοροι εθνικοί συγγραφείς. Οι τελευταίοι προσπάθησαν «των τους διαλόγους συντιθέντων και τους διεξοδικούς λόγους συγγραψαμένων, ότι της μεν οικείας δόξης λίαν εφρόντισαν, υψηλώ και υπερσόφω χρησάμενοι λόγω»[75], αδιαφορώντας «της δε των ακουσομένων ωφελείας»[76].
            Μέσα από τα θεόπνευστα κείμενα οι πιστοί εν Χριστώ μαθαίνουν να χρησιμοποιούν τη λύπη για τις αμαρτίες τους όχι για να βυθίζονται περισσότερο στο πένθος και στην απόγνωση της αμαρτίας αλλά για να οδηγηθούν στη μετάνοια και στη σωτηρία. Διδάσκονται ότι κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από τα βέλη της αμαρτίας. Μακάριος, όμως, είναι εκείνος ο οποίος μετανοεί και προσπαθεί κάθε φορά που πέφτει στην παγίδα του σατανά και αμαρτάνει, να σηκώνεται και να αγωνίζεται να πλησιάσει ξανά το Θεό. Ευτυχισμένος κατά Θεό γίνεται εκείνος που δεν αφήνεται να συντριβεί από την απόγνωση της αμαρτωλότητάς του και προδίδει τη σωτηρία του όπως συνέβηκε με τον Ιούδα[77]. Ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός δεν καταδικάζει τον άνθρωπο αμέσως κάθε φορά που ολισθαίνει στο κακό αλλά του παρέχει το χρόνο να επανορθώσει με τη μετάνοιά του και τη μεταστροφή του νού του[78]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλευσπλαχνίας του Θεού προς τον αμαρτωλό αποτελεί το παράδειγμα των Νινευϊτών, στους οποίους δόθηκε περιθώριο τρεις μέρες για να μετανοήσουν και να σωθούν. Συγκεκριμένα ο Ισίδωρος γράφει: «Και Νινευίται δε, άνθρωποι βάρβαροι, σχεδόν απόφασιν καθαράν δεξάμενοι, ουδέν βάρβαρον έπαθον, αλλ̉ εννοήσαντες το, «Έτι τρεις ημέραι, και Νινευί καταστραφήσεται», ότι εμφαίνει θείαν φιλανθρωπίαν ... και γνωσιμαχήσαντες, την μεν απώλειαν διεκρούσαντο, την δε σωτηρίαν εκαρπώσαντο»[79].
[35] Ιησού Ναυή 1,8: «Ουκ αποστήσεται η βίβλος του νόμου τούτου εκ του στόματός σου, και μελετήσεις εν αυτώ ημέρας και νυκτός, ίνα ειδής ποιείν πάντα τα γεγραμμένα• τότε ευοδωθήση, και ευοδώσεις τας οδούς σου και τότε συνήσεις». Συναφώς βλ. Α΄ Τιμ. 4, 13: «Πρόσεχε τη αναγνώσει».
[36] Ισιδώρου, Επιστ. ΙΙΙ, ΡΛΘ΄ - Νείλω, PG 78, 816C.
[37] Ισιδώρου, Επιστ. Ι, ΞΖ΄ - Τιμοθέω Αναγνώστη, PG 78, 228Α.
[38] Του ιδίου, Επιστ. Ι, ΚΓ΄ - Θεοφίλω, PG 78, 197Α.
[39] Του ιδίου, Επιστ. Ι, Κ΄ - Ιέρακι Λαμπροτάτω, PG 78, 196Α.
[40] Του ιδίου, Επιστ. Ι, ΚΑ΄ - Αμμωνίω Σχολαστικώ, PG 78, 196Β.
[41] Αυτόθι.
[42] Του ιδίου, Επιστ. ΙV, ΣΚΑ΄ - Αλυμπίω Σχολαστικώ, PG 78, 1316CD.
[43] Του ιδίου, Επιστ. Ι, ΡΜϚ΄ - Τιμοθέω Αναγνώστη, PG 78, 281Α. Πρβλ. Ιω. 5,39 και Ματθ. 13,45.
[44] Ισιδώρου, Επιστ. Ι, ΥΝΖ΄ - Παλλαδίω Διακόνω, PG 78, 433BC. Πρβλ. του ιδίου, Επιστ. ΙΙ, ΡΜΓ΄ - Παύλω, PG 78, 589B.
[45] Του ιδίου, Επιστ. Ι, ΤΝΕ΄ - Λυσιμάχω, PG 78, 385Α.
[46] Του ιδίου, Επιστ.ΙΙ, ΡΝΗ΄ - Μαρτινιανώ, Ζωσίμω, Μάρωνι, Ευσταθίω, PG 78, 613A. Πρβλ. Ιάκ. 3,6.
[47] Του ιδίου, Επιστ. Ι, ΤΟΘ΄ - Μάρωνι, PG 78, 396D. Συναφώς πρβλ. του ιδίου, Επιστ. ΙΙΙ, ΣΓ΄ - Ευτονίω Διακόνω, PG 78, 885A: «άκρατον και απαραμύθητον υφέξομεν εκείσε την τιμωρίαν. Ει δε αποφάσεις ταύτ̉  είναι ηγή, εγγυήσονται αι θείαι Γραφαί».
[48] Του ιδίου, Επιστ. Ι, ΥΝΗ΄ - Θεοφίλω, PG 78, 433D.
[49] Ιω. Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Α΄, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 193.
[50] Ισιδώρου,  Επιστ. Ι, ΥΟΖ΄ - Ευτονίω Διακόνω, PG 78, 441D.
[51] Αυτόθι, PG 78, 441D, 444A.
[52] ««Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου», ο μετρίως πινόμενος προς την χρείαν του σώματος, ο δε ταύτης επέκεινα, άσωτος και υβριστής και ακόλαστος κέκληται. Ακόλαστος γαρ οίνος και υβριστικόν μέθη. Και «Μη μεθύσκεσθε οίνω, εν ω εστιν ασωτία», φησίν η θεία Γραφή.», Του ιδίου, Επιστ. Ι, Υ±Ε΄ - Συνοδίω,PG 78, 452B. Πρβλ. Ψαλμ. 103, 15. Παροιμ. 20,1. Εφ. 5,18.
[53] Ισιδώρου, Επιστ. ΙV, NH΄ - Ιωάννη Διακόνω, PG 78,.1109BC.
[54] Του ιδίου, Επιστ. ΙΙΙ, Σ±Ε ΄ - Χαιρήμονι, Ζωσίμω, Μάρωνι, PG 78,869CD: «Μη ουν μύθους ηγήσησθε τους επασθέντας υμίν παρά της Γραφής λόγους, ... Έξεστι γαρ έως ενθάδε εσμέν. Ου γαρ θέλει ο Θεός τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι αυτόν από της οδού αυτού της πονηράς και ζήν αυτόν την αοίδιμον ζωήν». Πρβλ. Ιεζ. 33,11.
[55] Ισιδώρου, Επιστ .ΙΙ, ΟΒ΄ - Στρατηγίω Μονάζοντι, PG 78, 516BC.
[56] Του ιδίου, Επιστ. ΙΙ, ΟΓ΄ - Παύλω Πρεσβυτέρω, PG 78, 516D.
[57] Του ιδίου, Επιστ .ΙΙ, ΠϚ΄ - Ευδαίμονι Σχολαστικώ, PG 78, 529CD.
[58] Του ιδίου, Επιστ .IΙ, ±Ϛ΄ - Τιμοθέω Αναγνώστη, PG 78, 540D.
[59] Του ιδίου, Επιστ .IΙ, ±Θ΄ - Αφροδισίω Πρεσβυτέρω, PG 78, 541CD, 544AB.
[60] Γ. Μπαμπινιώτη, Χριστιανική και Ελληνική Πνευματικότητα, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2007, σ. 15.
[61] Ισιδώρου, Επιστ.ΙΙΙ, ΡΛ΄ - Ερμογένει Επισκόπω, PG 78, 829C: «Ου ταναντία εαυτή... δογματίζει η θεία Γραφή περί του Σωτήρος διδάσκουσα, αλλ̉ εκάστω πράγματι το οικείον και πρέπον νέμει».
[62] Του ιδίου, Επιστ. ΙΙ, ΡΞ΄- Νείλω, PG 78, 613CD: «Δέον γαρ τοσαύτης χρηστότητος πολιτευομένης, την κακίαν μη αύξεσθαι, αλλ̉ ελέου και συγγνώμης τυχόντας, την ευεργεσίαν αιδουμένους, κακίας μεν απέχεσθαι, αρετής δε αντέχεσθαι. Οι δε τολμώσιν ατόλμητα. Ίστωσαν ουν, ως ου διαφεύξονται την δίκην». Πρβλ. του ιδίου, Επιστ. ΙΙΙ, ΣΓ΄ - Ευτονίω Διακόνω, PG 78, 885Α.
[63] Του ιδίου, Επιστ. ΙΙ, ΡΞ΄ - Νείλω, PG 78, 613D. Πρβλ. Ρωμ. 2,6.
[64] Ισιδώρου, Επιστ. V, ΡΟΘ΄ - Ισιδώρω Επισκόπω, PG 78, 1432C.
[65] Του ιδίου, Επιστ. ΙΙ, ΡΝΓ΄ - Μαρτινιανώ, Ζωσίμω, Μάρωνι, Ευσταθίω, PG 78, 608C.
[66] Αυτόθι, PG 78, 608D.
[67] Του ιδίου, Επιστ. ΙV, ΣΔ΄ - Ισιδώρω Διακόνω, PG 78, 1293A: « ... τοις τους ευαγγελικούς διαύλους δραμούσιν, ουρανός απόκειται και τα εν αυτώ αγαθά».
[68] Του ιδίου, Επιστ. ΙV, ±΄ - Αλυπίω, PG 78, 1149D, 1152A.
[69] Του ιδίου, Επιστ. ΙΙ, Σ±Θ΄ - Θεοδοσίω Σχολαστικώ, PG 78, 725C.
[70] Αυτόθι, PG 78, 725D, 728A.
[71] Αυτόθι, PG 78, 728A.
[72] Πρβλ. Αυτόθι. Πρβλ. του ιδίου, Επιστ. ΙΙΙ, ΣΙΔ΄ - Λαμπετίω Επισκόπω, PG 78, 893C: «Θεοπρεπώς και μεγαλοφυώς, μάλλον δε υπερφυώς χρή τον νουν περί της θείας ουσίας τε και αυθεντίας λογιζόμενον, ευσεβώς και χρησίμως και ως ενδέχεται τα δυσθήρατα και δύσφραστα, μάλλον δε άφραστα τοις ακούουσι δια της γλώττης, ει χρεία καλέσει, φράζειν, διισχυριζόμενον εκ των της Προνοίας έργων, ότι έστιν, ου τι εστι πολυπραγμονούντα. Το μεν γαρ εφικτόν και αλώσιμον, το δε ανέφικτον και αθήρατον».
[73] Του ιδίου, Επιστ. ΙΙΙ, ΙΗ΄ -.Αγάθω Πρεσβυτέρω, PG 78, 745Α.
[74] Του ιδίου, Επιστ. ΙV, ΞΖ΄ - Θεογνώστω Διακόνω, PG 78,:  «ου της οικείας δόξης (=η Γραφή), της δε των ακουσόντων σωτηρίας εφρόντισεν».
[75] Αυτόθι.
[76] Αυτόθι. Συναφώς πρβλ. του ιδίου, Επιστ. ΙV, ΡΜ΄ - Αποκρά Σοφιστή, PG 78, 1220C: «Των μεν έξωθεν πολλοί πολλά γεγράφασιν, α μήτε τοις πεισθείσιν ωφέλειαν, μήτε τοις ανηκόοις ζημίαν φέρει, αι δε θείαι Γραφαί τοις μεν πεισθείσι μέγιστον κέρδος, τοις δ̉ απειθήσασιν ου μικράν ωδίνουσι βλάβην. Οι μεν γαρ δόξαν θηρώμενοι γεγράφασιν, αι δε προς σωτηρίαν των ακουόντων ορώσιν».
[77] Του ιδίου, Επιστ. ΙV, ΡΑ΄ - Μαρτυρίω Πρεσβυτέρω, PG 78, 1168BC. Πρβλ. Ρωμ. 11,8. Σοφ. Σειράχ 14,1. Β΄ Κορ. 2,7.
[78] Του ιδίου, Επιστ. ΙV, ΡΙΑ΄ - Λαμπετίω Διακόνω, PG 78, 1177Α.
[79] Του ιδίου, Επιστ. ΙV, ΡΜΘ΄ - Ηλία Διακόνω, PG 78, 1233D, 1236A. Πρβλ. Ιωνά 3,5.
 http://www.oodegr.com/oode/grafi/genika/pilousiwtis_1.htm

Τι σημαίνει ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη;

 




Ερώτηση: Τι σημαίνει ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη;

Απάντηση:
Όταν οι άνθρωποι λένε ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη, αναφέρονται στο γεγονός ότι ο Θεός υπερφυσικά επηρέασε τους συγγραφείς των Γραφών με τέτοιον τρόπο ώστε αυτά που έγραψαν ήταν ακριβώς ο Λόγος του Θεού. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ό,τι βρίσκεται στη Γραφή είναι εμπνευσμένο από το Πνεύμα του Θεού. Αυτό το γεγονός μας δείχνει ότι η Αγία Γραφή είναι ο Λόγος του Θεού, και κάνει αυτό το βιβλίο να ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλα τα άλλα βιβλία.

Ενώ υπάρχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το ως ποιο σημείο η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αγία Γραφή από μόνη της ισχυρίζεται ότι, κάθε λέξη, σε κάθε σημείο της, είναι εμπνευσμένη από τον Θεό (Α` Κορινθίους 2:12-13, Β` Τιμόθεο 3:16-17). Αυτή η άποψη για τη Γραφή συχνά αναφέρεται στην «απόλυτα κατά λέξη» θεοπνευστία. Αυτό σημαίνει ότι η κάθε μια λέξη είναι εμπνευσμένη από τον Θεό, όχι μόνο οι έννοιες ή οι ιδέες, και ότι η θεοπνευστία εκτείνεται σε όλα τα μέρη της Αγίας Γραφής και όλα τα θέματα που διαπραγματεύεται (απόλυτη θεοπνευστία). Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι μόνο κάποια μέρη της Αγίας Γραφής είναι θεόπνευστα, ή μόνο οι σκέψεις και οι έννοιες που έχουν σχέση με τη θρησκεία είναι θεόπνευστες, αλλά αυτές οι απόψεις για τη θεοπνευστία δεν συμφωνούν με αυτό που η ίδια η Αγία Γραφή ισχυρίζεται. Η απόλυτη κατά λέξη θεοπνευστία είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του Λόγου του Θεού.

Μπορούμε να δούμε καθαρά την έκταση της θεοπνευστίας στην Β` επιστολή προς Τιμόθεο 3:16, «Ό,τι βρίσκεται στη Γραφή είναι εμπνευσμένο από το Πνεύμα του Θεού κι είναι ωφέλιμο για τη διδασκαλία της αλήθειας, για τον έλεγχο της πλάνης, για τη διόρθωση των λαθών, για τη διαπαιδαγώγηση σε μια ζωή όπως τη θέλει ο Θεός. Έτσι ο άνθρωπος του Θεού θα είναι τέλειος και καταρτισμένος για κάθε καλό έργο». Αυτό το εδάφιο μας λέει ότι ο Θεός έχει εμπνεύσει όλη τη Γραφή και ότι είναι ωφέλιμη για μας. Δεν είναι μόνο τα μέρη της Γραφής που αναφέρονται σε θρησκευτικά θέματα θεόπνευστα, αλλά κάθε ένα σημείο από την Γένεση ως την Αποκάλυψη είναι ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού. Επειδή έχει εμπνευστεί από τον Θεό, η Γραφή είναι αξιόπιστη όταν πρόκειται να καθιερώσει διδασκαλίες, και επαρκής για να διδάξει τον άνθρωπο πώς να έχει μια σωστή σχέση με τον Θεό, «διαπαιδαγώγηση». Η Αγία Γραφή, όχι μόνο ισχυρίζεται ότι είναι θεόπνευστη, αλλά έχει την ικανότητα να μας αλλάζει και να μας κάνει «τέλειους και καταρτισμένους για κάθε καλό έργο».

Ένα άλλο εδάφιο που αναφέρεται στη θεοπνευστία της Γραφής είναι στην Β` Πέτρου 1:21. Αυτό το εδάφιο μας λέει, «Γιατί καμιά προφητεία δεν προήλθε ποτέ από ανθρώπινο θέλημα, αλλά εμπνευσμένοι από το Άγιο Πνεύμα, αξιώθηκαν άγιοι άνθρωποι να μιλήσουν εκ μέρους του Θεού». Αυτό το εδάφιο μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι παρ` όλο που άνθρωποι έγραψαν τη Γραφή, τα λόγια που έγραψαν ήταν τα λόγια του Θεού. Αν κι ο Θεός χρησιμοποίησε ανθρώπους με τις δικές τους προσωπικότητες και τον δικό τους τρόπο έκφρασης, όμως τους ενέπνευσε υπερφυσικά τα λόγια που έγραψαν. Ο ίδιος ο Ιησούς επιβεβαιώνει την κατά λέξη θεοπνευστία της Γραφής όταν είπε, «Μη νομίσετε πως ήρθα για να καταργήσω το νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα για να τα καταργήσω, αλλά για να τα πραγματοποιήσω. Σας βεβαιώνω πως όσο υπάρχει ο κόσμος, έως τη συντέλειά του, δε θα πάψει να ισχύει ούτε ένα γιώτα ή μια οξεία από το νόμο» (Κατά Ματθαίον 5:17-18). Σ` αυτά τα εδάφια, ο Ιησούς ενισχύει την ακρίβεια της Γραφής ως την μικρότερη λεπτομέρεια και το ελάχιστο σημείο στίξεως – επειδή είναι ο Λόγος του Θεού.

Επειδή η Αγία Γραφή είναι ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού, συμπεραίνουμε ότι είναι επίσης αλάνθαστη και αξιόπιστη. Μια σωστή θεώρηση του Θεού θα οδηγήσει κάποιον και σε μια σωστή θεώρηση του Λόγου Του. Επειδή ο Θεός είναι παντοδύναμος, παντογνώστης, και απολύτως τέλειος, ο Λόγος Του από τη φύση Του θα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά. Τα ίδια εδάφια που αποδεικνύουν τη θεοπνευστία της Γραφής, αποδεικνύουν επίσης το αλάθητο και την αξιοπιστία της. Χωρίς αμφιβολία η Αγία Γραφή είναι αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι – ο αναμφισβήτητος, αξιόπιστος, Λόγος του Θεού στην ανθρωπότητα.