Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

«ΠΑΝΤΟΤΕ ΧΑΙΡΕΤΕ»




    Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Θεσσαλονικείς, για διάφορα πνευματικά θέματα που έχουν σωτηριολογική σπουδαιότητα, τους συμβουλεύει μεταξύ άλλων· «Πάντοτε χαίρετε» (Α΄ Θεσ. 5,16). Την συμβουλή του αυτή την επαναλαμβάνει σε αρκετά σημεία των επιστολών του. Έτσι στους Φιλιππησίους γράφει· «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε. πάλιν ερώ, χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4). Συμβουλεύει δε και προστάζει, με επιμονή και με επαναλήψεις, τα όσα είπε στους Θεσσαλονικείς. Και δεν το κάνει αυτό ευκαιριακά και παρεμπιπτόντως, αλλά συστηματικά και ενσυνείδητα, δικαιολογούμενος συγχρόνως γι’ αυτή την επιμονή του. «Το λοιπόν αδελφοί μου, χαίρετε εν Κυρίω. Τα αυτά γράφειν υμίν εμοί μεν ουκ οκνηρόν, υμίν δε ασφαλές» (Φιλιπ. 3,1). «Λοιπόν, αδελφοί, χαίρετε…και ο Θεός της αγάπης και ειρήνης έσται μεθ’ υμών» (Β΄ Κορ. 13,11). «Ο δε Θεός της ελπίδος πληρώσαι υμάς πάσης χαράς και ειρήνης…» (Ρωμ. 15,13). Συνολικά δηλαδή σε πέντε χωρία μιλά και εντέλλεται για το θέμα της χαράς. Στα τελευταίο χωρίο δεν παραινεί ούτε συνιστά, αλλά εύχεται να πληρωθούν «πάσης χαράς».
    Γιατί ο απόστολος Παύλος είναι τόσο φορτικός στο θέμα της χαράς; Και γιατί μεταξύ άλλων θρησκευτικών αρετών και χαρισμάτων (όπως είναι η αγάπη, η ειρήνη, η πίστη, η ελεημοσύνη, η προσευχή, η εγκράτεια κ.τ.λ.) συμβουλεύει και απαιτεί και εύχεται ν’ αποκτήσουν οι χριστιανοί τη χαρά; Διότι όπως λέγει ο ίδιος σε άλλα σημεία των επιστολών του, η χαρά είναι στοιχείο της Βασιλείας του Θεού και καρπός του Αγίου Πνεύματος. «Ου γαρ εστίν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμ.14,18). «Ο δε καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη…» (Γαλ. 5,22). Συνεπώς εάν θέλουμε να δούμε αν κάποιος έχει Πνεύμα Άγιο και αν ζει από τώρα στην ατμόσφαιρα της βασιλείας του Θεού, ας μην ερευνήσουμε μόνο εάν νηστεύει, εάν προσεύχεται, εάν αγρυπνεί, εάν είναι ελεήμων, αγνός κ.τ.λ., αλλά και εάν είναι χαρούμενος. Και όταν πηγαίνουμε στο μυστήριο της εξομολογήσεως και αναφέρουμε τις ελλείψεις και τις πτώσεις μας, εάν υστερούμε στο θέμα της βιώσεως της χαράς, τότε να το αναφέρουμε με συντριβή και ταπείνωση αλλά και αποφασισμένοι να κάνουμε το παν για ν’ αποκτήσουμε το μεγάλο αυτό αγαθό.

    Πως όμως θα επιτευχθεί η χαρά και μάλιστα «πάντοτε», όπως ζητά ο απόστολος Παύλος, όταν μύρια κακά υπάρχουν; Όταν αυτά που προξενούν τη χαρά δεν εξαρτώνται από εμένα; Ούτε έχω τη δυνατότητα εγώ να τα ρυθμίσω και να τα τροποποιήσω; Ο Μ. Βασίλειος διευκρινίζει ότι όταν λέγει ο Παύλος «Πάντοτε χαίρετε», δεν απευθύνεται στον οποιονδήποτε, αλλά σε εκείνον που ζει όπως και ο Παύλος. Που ζει εν Χριστώ και όχι κατά σάρκα (Γαλ. 9,20). Έχει νεκρώσει τα μέλη τα επί της γης (Κολ. 3,5). Έχει την νέκρωση του Ιησού στο σώμα του (Β΄ Κορ. 4,10).  Που θεωρεί σκοπό της ζωής του το Χριστό και το ν’ αποθάνει κέρδος, αφού θα βρεθεί πιο γρήγορα κοντά του (Φιλιπ. 1,21). Αυτόν τον άνθρωπο, η λύπη δεν μπορεί όχι μόνο να τον κυριεύσει και να τον γονατίσει, αλλά ούτε καν να τον αγγίξει. Διότι δεν είναι τα γεγονότα που δημιουργούν χαρά ή λύπη αλλά η διάθεση που τα αντιμετωπίζουμε. Δεν υπόκειται η ευτυχία ή η δυστυχία στις εξωτερικές συνθήκες που αντιμετωπίζουμε, αλλά στο πια θεώρηση έχουμε για τη ζωή. Ποια είναι τα οράματα και τα ιδανικά μας, οι στόχοι μας και οι σκοποί μας. Το ίδιο πράγμα να πάθουν 100 άτομα θα νοιώσουν  διαφορετικά αισθήματα και θ’ αντιδράσουν διαφορετικά.
    Επομένως, ο απόστολος Παύλος λέγοντας «πάντοτε χαίρετε», δεν κάνει τίποτα άλλο, από το να μας καλεί ν’ αποκτήσουμε «νουν Χριστού» και να βιώσουμε τις «παράλογες» για την ανθρώπινη λογική εντολές του ευαγγελίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα χωρίο πριν πει το «πάντοτε χαίρετε» λέγει το εξής· «Να προσέχετε να μην ανταποδώσει κανείς σε κάποιον κακό για κακό, αλλά πάντοτε να επιδιώκετε το καλό και μεταξύ σας και προς όλους» (Α΄ Θεσ. 5,16). Όποιος έχει τη δύναμη και την ψυχική ανωτερότητα, να ζει και να εφαρμόζει την εντολή αυτή, μπορεί πάντοτε να είναι χαρούμενος. Και αμέσως μετά αφού πει «πάντοτε χαίρετε» συνεχίζει λέγοντας· «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε». Δηλαδή η συνεχής χαρά, είναι συνδεδεμένη με τη συνεχή προσευχή και τη συνεχή ευχαριστία προς το Θεό, ασχέτως εξωτερικών συνθηκών και γεγονότων που αντιμετωπίζουμε. Παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος· «Αφού έδωσε την εντολή ‘πάντοτε χαίρετε’ δίνει και τον τρόπο που θα πετύχουμε την εφαρμογή της. Ο τρόπος είναι συνεχής προσευχή και συνεχής ευχαριστία». Όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης «αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη» (Ιω. 16,24). Και όπως συνιστά πάλι ο Παύλος στην προς Φιλιππησίους επιστολή του, όπου αμέσως μετά την προτροπή «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε. πάλιν έρω, χαίρετε», λέγει· «Να μην έχετε καμία αγωνία (κανένα άγχος), αλλά σε κάθε περίσταση να απευθύνετε τα αιτήματα σας στο Θεό με την προσευχή και τη δέηση, που θα συνοδεύονται με ευχαριστία» (Φιλιπ. 4,6). 

    Για να κατανοήσουμε την εντολή του αποστόλου Παύλου «πάντοτε χαίρετε» θα πρέπει να σκεφθούμε και τι είναι χαρά για την αγία Γραφή.
Ο Μ. Βασίλειος πολύ σοφά παρατηρεί ότι «γέλωτα η αγία Γραφή εννοεί, όχι τον θόρυβο που προκαλείται από τα μάγουλα με τον αναβρασμό του αίματος, αλλά την καθαρά και αμιγή από κάθε σκυθρωπότητα γλυκύτητα».
    Συνεπώς χαρά είναι η αισιοδοξία. Η ηρεμία της ψυχής. Η έλλειψη άγχους και ανασφάλειας. Η πίστη ότι ο Θεός κυβερνά τον κόσμο και δεν είναι «απρονόητα τα ημέτερα». Η πίστη και η βεβαιότητα ότι θα σταυρωθούμε, αλλά τελικά θα νικήσουμε· θα πεθάνουμε, αλλά θα αναστηθούμε· θα πονέσουμε κάποτε, αλλά αυτός ο πόνος και ελεγχόμενος και σχετικός και παροδικός θα είναι, εφ’ όσον ζούμε και πολιτευόμαστε κατά Χριστόν, και θα μας δοξάσει υπερβολικά και απροσδόκητα. Διότι λέγει ο Παύλος· «Τα παθήματα της παρούσας ζωής δεν είναι τίποτα μπροστά στη δόξα που πρόκειται να φανερωθεί σ’ εμάς» (Ρωμ. 8,18). Και όπως συμπληρώνει ο ίδιος στην Β΄ προς Κορινθίους (4,17)· «Η στιγμιαία ελαφρά θλίψη μας προετοιμάζει αιώνιο βάρος δόξας». Επομένως αυτά που είναι λυπηρά στους άλλους, στους πιστούς επιφέρουν πρόσθετη ευφροσύνη.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
 

ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ (Απόστολος Παύλος).

          «...Ώστε, όταν είναι χωρίς αγάπη, η γνώση οδηγεί εις αλαζονείαν. Αλλά ούτε η αγάπη, θα έλεγε κάποιος, χωρίς τη γνώση έχει κέρδος. Δεν είπε αυτό, αλλά, αφού το παρέκαμψεν ως γνωστόν, τόνιζε ότι τούτο (η γνώσις) χρειάζεται πάρα πολύ εκείνο (την αγάπην). Διότι εκείνος που έχει αγάπην, επειδή εφαρμόζει εντολή που είναι η κυριωτέρα όλων, ακόμα και αν έχει μερικάς ελλείψεις, ταχέως θα απολαύσει τη γνώση χάρις εις την αγάπη, όπως ο Κορνήλιος και πολλοί άλλοι. Εκείνος όμως που έχει μέν γνώση, αλλά δεν έχει αγάπη, όχι μόνο δεν θα κερδίσει τίποτα, αλλά θα χάσει και αυτή που έχει, διότι θα πέσει πολλάς φοράς εις την αλαζονείαν. Ώστε, η μεν γνώσις δεν φέρει αγάπην, αλλά το αντίθετον μάλιστα, με την αλαζονεία και την έπαρση που δημιουργεί απομακρύνει τον απρόσεκτον απο την αγάπην. Διότι η αλαζονεία συνηθίζει να διαιρεί, ενώ η αγαπη και να ενώνει και να φέρει εις την γνώση. Αυτό ακριβώς εννοούσε όταν έλεγεν, «εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ᾿ αὐτοῦ».



          Ώστε, λέγει, δεν απαγορεύω τούτο, να έχετε δηλαδή τέλεια γνώση, αλλά να την έχετε μαζί με την αγάπη, τούτο σας συμβουλεύω, διότι αλλιώς δεν υπάρχει κανένα κέρδος, αλλά μάλιστα γίνεται και βλάβη»

Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 18.

Πίστη, ελπίδα, αγάπη

«Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα∙ μεγαλητέρα δε τούτων είναι η αγάπη»( Α΄ Κορινθίους, ιγ΄:13).
Σχετικά με το τι είναι πίστη, στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται: «είναι δε η πίστις, ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβραίους, ια΄:1). Διαβάζοντας το κεφάλαιο αυτό, της προς Εβραίους επιστολής, βλέπουμε τα κυριότερα παραδείγματα ανθρώπων που έζησαν στη Παλαιά Διαθήκη, με πίστη στο Θεό και στα λόγια Του,  όπως τα έργα αυτών και τις ενέργειες του Θεού που αποδείκνυαν την γνησιότητα αυτής της πίστης και την ευαρέσκεια του Θεού σ’ αυτή. Σαν συμπέρασμα αναφέρουμε το εδάφιο: «χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύη ότι είναι και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν» (Εβραίους, ια΄: 6).
Στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2013 είχαμε γράψει ότι ο άνθρωπος πρέπει να πιστέψει στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ότι είναι ο Υιός του Θεού  και μοναδικός σωτήρας και ότι αυτή  η πίστη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πνευματικής οικοδομής κάθε πιστού. Ο Πατέρας Θεός συμμαρτυρεί σ’ αυτή τη πίστη με το να γεννήσει ‘άνωθεν’ τον πιστό άνθρωπο, ο δε πιστός δίνει μαρτυρία αγαθής συνειδήσεως με το να βαπτισθεί στο νερό, υπακούοντας στην εντολή του Κυρίου Ιησού.
Αυτή η πίστη στον Υιό του Θεού, που ο Πατέρας Θεός απέστειλε Σωτήρα του κόσμου, λογίζεται από το Θεό σε δικαιοσύνη του αμαρτωλού ανθρώπου χωρίς των έργων του νόμου. Χαρακτηριστικό γραφικό παράδειγμα αυτής της κατά χάρη δικαίωσης είναι η σωτηρία του ενός από τους δύο ληστές που είχαν σταυρωθεί μαζί με τον Κύριο. Επί πλέον αναφέρουμε ότι η δικαιοσύνη σαν αποτέλεσμα της πίστης στα λόγια του Θεού, αναφέρεται και για τον Αβραάμ που έζησε πριν από το καθεστώς του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Διαβάζουμε σχετικά: « Διότι εάν ο Αβραάμ εδικαιώθη εκ των έργων, έχει καύχημα, αλλ' ουχί ενώπιον του Θεού. Επειδή τι λέγει η γραφή; Και επίστευσεν Αβραάμ εις τον Θεόν, και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην.  Εις δε τον εργαζόμενον ο μισθός δεν λογίζεται ως χάρις, αλλ' ως χρέος εις τον μη εργαζόμενον όμως, πιστεύοντα δε εις τον δικαιούντα τον ασεβή, η πίστις αυτού λογίζεται εις δικαιοσύνην ….. Δεν εγράφη δε δι’ αυτόν μόνον, ότι ελογίσθη εις αυτόν, αλλά και δι’ ημάς, εις τους οποίους μέλλει να λογισθή, τους πιστεύοντας εις τον αναστήσαντα εκ νεκρών Ιησούν τον Κύριον ημών∙ όστις παρεδόθη δια τας αμαρτίας ημών, και ανέστη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμαίους,δ΄:2-5, 23-25). Δηλαδή ο Αβραάμ, προεικόνιζε την δικαίωση εκ πίστεως που θα ερχόταν σε όσους πιστέψουν στο λυτρωτικό έργο του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Αφού βέβαια πιστέψει ο άνθρωπος και αναγεννηθεί, συνεχίζει μια πορεία με τον Χριστό, κάνοντας το θέλημά Του, το οποίο είναι ο αγιασμός του ανθρώπου. Ο Κύριος, θέλει να καταλάβουμε ότι δεν πρέπει να στηριζόμαστε στις δυνάμεις μας, αλλά να τον εμπιστευόμαστε σε κάθε δυσκολία που περνάμε στη ζωή μας και να υπομένουμε χωρίς γογγυσμό την παιδεία Του, έτσι ώστε να περιμένουμε την έκβαση που θα κάνει στη δοκιμασία με αποτέλεσμα να αυξανόμαστε στη πίστη και γενικά στο καρπό  του Αγίου Πνεύματος. Αυτό ήθελε ο Κύριος να καταλάβει ο λαός Ισραήλ που για σαράντα χρόνια περιφερόταν μέσα στην έρημο: «Και θέλεις ενθυμείσθαι πάσαν την οδόν, εις την οποίαν σε ωδήγησε Κύριος ο Θεός σου τα τεσσαράκοντα ταύτα έτη εν τη ερήμω, δια να σε ταπεινώση, να σε δοκιμάση, δια να γνωρίση τα εν τη καρδία σου, εάν θέλης φυλάξει τας εντολάς αυτού ή ουχί. Και σε εταπείνωσε, και σε έκαμε να πεινάσεις, και σε έθρεψε με μάννα, (το οποίον δεν εγνώριζες, ουδέ οι πατέρες σου εγνώριζον), δια να σε κάμη να μάθης ότι ο άνθρωπος δεν ζη με μόνον άρτον, αλλ’ ο άνθρωπος ζη με πάντα λόγον εξερχόμενον εκ του στόματος του Κυρίου» (Δευτερονόμιον, η΄:2-3). Διαβάζοντας συνεπώς το γραμμένο λόγο του Θεού,  βλέπουμε ότι η εν Χριστώ πορεία μας, είναι μια πορεία όπου μαθαίνουμε να περπατάμε δια πίστεως. Επί πλέον, ο απόστολος Παύλος τονίζει: «Έχοντες λοιπόν το θάρρος πάντοτε, και εξεύροντες, ότι ενόσω ενδημούμεν εν τω σώματι, αποδημούμεν από του Κυρίου∙ (διότι περιπατούμεν δια πίστεως, ουχί δια της όψεως∙) θαρρούμεν δε, και επιθυμούμεν μάλλον να αποδημήσωμεν από του σώματος, και να ενδημήσωμεν προς τον Κύριον» (Β΄ Κορινθίους, ε΄: 6-8). Βέβαια για να έχουν αυτά τα εδάφια εφαρμογή στη ζωή μας, φανερή προϋπόθεση είναι η αγάπη μας στο Κύριο να βρίσκεται πάνω από οτιδήποτε άλλο στη ζωή μας.
Όσο αφορά το γνωστό δίλλημα πίστη ή έργα, αναφέρουμε ότι ενώ το μόνο έργο για να σωθεί ένας άνθρωπος (όπως ο ένας ληστής), είναι η μετάνοια και η πίστη εκ μέρους του στον Ιησού Χριστό, η φανέρωση όμως της σωτηρίας, όπως και η διατήρηση της, γίνεται μέσω των καλών έργων.  Διαβάζουμε σχετικά:«Αλλ' ότε εφανερώθη η χρηστότης και η φιλανθρωπία του Σωτήρος ημών Θεού, ουχί εξ έργων δικαιοσύνης τα οποία επράξαμεν ημείς, αλλά κατά το έλεος αυτού έσωσεν ημάς διά λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινίσεως του Αγίου Πνεύματος, το οποίον εξέχεε πλουσίως εφ' ημάς διά Ιησού Χριστού του Σωτήρος ημών, ίνα δικαιωθέντες διά της χάριτος εκείνου, γείνωμεν κληρονόμοι κατά την ελπίδα της αιωνίου ζωής. Πιστός ο λόγος, και θέλω ταύτα να διαβεβαιοίς, διά να φροντίζωσιν οι πιστεύσαντες εις τον Θεόν να προΐστανται καλών έργων. Ταύτα είναι τα καλά και ωφέλιμα εις τους ανθρώπους»(Τίτον, γ΄: 4-8),                                                                      «Τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν λέγη τις ότι έχει πίστιν, και έργα δεν έχη; Μήπως η πίστις δύναται να σώση αυτόν; Εάν δε αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι, και στερώνται της καθημερινής τροφής, και είπη τις εξ’ υμών προς αυτούς, Υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε, και δεν δώσητε εις αυτούς τα αναγκαία του σώματος, τι το όφελος; Ούτω και η πίστις, εάν δεν έχη έργα, νεκρά είναι καθ’ εαυτήν» (Ιακώβου,β΄:14-17) , «Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν∙ διότι πράττων τούτο θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού»(Ρωμαίους,ιβ΄:20).                                                                                                     Έτσι λοιπόν, ο χριστιανός έχει έργα πίστεως, με τα οποία φανερώνεται η νέα  καθαρή και φωτεινή εν Χριστώ  ζωή του.
Για την ελπίδα, αναφέρεται: «Διότι με την ελπίδα εσώθημεν∙ ελπίς δε ήτις βλέπεται, δεν είναι ελπίς∙ διότι εκείνο το οποίον βλέπει τις, δια τι και ελπίζει; Εάν δε ελπίζωμεν εκείνο το οποίον δεν βλέπομεν, δια της υπομονής περιμένομεν αυτό» (Ρωμαίους,η΄:24). Την ελπίδα προσπαθούμε να την έχουμε πάντοτε στον Κύριο, είτε αφορά απάντηση σε αιτήματα, είτε σε διωγμούς, είτε σε διάφορες δοκιμασίες, κατά τη διάρκεια των οποίων, ελπίζουμε και περιμένουμε με υπομονή, ο Κύριος να επέμβει και να κάνει έκβαση. Η πίστη συνδέεται με την ελπίδα: «Δικαιωθέντες λοιπόν εκ πίστεως, έχομεν ειρήνην προς τον Θεόν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου ελάβομεν και την είσοδον δια της πίστεως εις την χάριν ταύτην εις την οποίαν ιστάμεθα∙ και καυχώμεθα εις την ελπίδα της δόξης του Θεού. Και ουχί μόνον τούτο, αλλά και καυχώμεθα εις τας θλίψεις∙ γινώσκοντες ότι η θλίψις εργάζεται υπομονήν, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς δεν καταισχύνει, διότι η αγάπη του Θεού είναι εκκεχυμένη εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος εις ημάς» (Ρωμαίους,ε΄:1-5). Ο απόστολος Παύλος που τα γράφει αυτά δια Πνεύματος Αγίου, πέρασε νικηφόρα  πολλές δοκιμασίες και θλίψεις στην εν Χριστώ ζωή του και γι’ αυτό αποτελεί για μας παράδειγμα προς μίμηση, ώστε να διατηρήσουμε και εμείς τη πίστη μας μέχρι τέλους  και να μην αποκάμουμε. Μόνο με αυτή την προοπτική μπορούμε να καυχόμαστε στις θλίψεις διότι γνωρίζουμε ότι μέσω αυτών ο Θεός εργάζεται την υπομονή μέσα μας, η δε υπομονή οικοδομεί δόκιμο χαρακτήρα εντός μας και ο δόκιμος χαρακτήρας εργάζεται την ελπίδα στην έκβαση του Θεού, η οποία ελπίδα δεν θα μείνει αναπάντητη, γιατί ο Θεός ήδη έχει δώσει την αγάπη Του μέσα στις καρδιές μας, δια του Πνεύματος του Αγίου που μας έδωσε.
Η αγάπη είναι ο κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο «κρέμεται» όλη η Γραφή. Δυο είναι οι μεγαλύτερες εντολές: «Και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου και Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μάρκος,ιβ΄:30-31). Ο απόστολος Ιωάννης αναφέρει τον ορισμό της αγάπης:  ‘Διότι αύτη είναι η αγάπη του Θεού, το να φυλάττωμεν τας εντολάς αυτού και αι εντολαί αυτού βαρείαι δεν είναι’.(Α΄ Ιωάννου, ε΄:3). Ο απόστολος Παύλος περιγράφει επακριβώς τα χαρακτηριστικά της γνήσιας αγάπης που ο Θεός δίνει σε μας στο ιγ΄ κεφάλαιο της Α΄ Κορινθίους επιστολής και τελειώνει αναφέροντας ότι η αγάπη είναι μεγαλύτερη από τη πίστη και την ελπίδα γιατί όταν θα πάμε κοντά στον Κύριο, δεν θα χρειαστεί να πιστεύουμε ή να ελπίζουμε διότι θα τον δούμε, ενώ αυτό που θα μένει αιώνια είναι η αγάπη που θα έχουμε για Αυτόν και για τον πλησίον μας. Αμήν!

Η ΑΓΑΠΗ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΚΠΙΠΤΕΙ


Η χριστιανική ζωή και διδασκαλία είναι γεμάτη από αναφορές και βιώματα αγάπης, τόσο που ενίοτε πολλοί άνθρωποι κουράζονται να ακούνε και να διαβάζουν. Είναι άλλωστε δύσκολο να αγωνιστεί κάποιος για κάτι που απουσιάζει ως προτεραιότητα από την καρδιά του. Συνήθως οι περισσότεροι άνθρωποι αγαπούμε τον εαυτό μας, είτε δημιουργικά είτε καταστροφικά. Δημιουργικά σημαίνει ότι είμαστε σε θέση να χτίσουμε εντός μας και να μοιραστούμε με τους άλλους αυτό που έχουμε. Καταστροφικά σημαίνει την πρόταξη του εαυτού μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να αδυνατούμε να μοιραστούμε, αλλά και να μην μπορούμε να δεχθούμε την αγάπη των άλλων, για την οποία συνήθως αμφιβάλλουμε ότι υφίσταται. Ό,τι δεν λειτουργεί εντός μας, συνήθως θεωρούμε ότι δεν υφίσταται σε κανέναν και αυτό είναι η τραγικότητα της ύπαρξής μας.
Για την πίστη η αγάπη είναι ο μοναδικός ορισμός του Θεού. «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α’ Ιωάν. 4, 8). Αυτό συνεπάγεται ότι, επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα Θεού, και εμείς καλούμαστε στη ζωή μας να είμαστε αγάπη. Δεν είναι ένας συναισθηματικός δρόμος αυτός. Συνήθως η αγάπη θεωρείται το ωραιότερο και δυνατότερο συναίσθημα, είτε αυτή εκφράζεται δια του έρωτα είτε δια της γονεϊκής ιδιότητας είτε δια της φιλίας είτε δια της προσφοράς. Όμως η έννοια του συναισθήματος περιορίζει την αγάπη σε μία πρόσκαιρη και φθαρτή κατάσταση. Η αγάπη είναι οντολογική, υπαρξιακή κατάσταση. Είναι η δωρεά του «είναι» του Θεού στον άνθρωπο και μας οδηγεί στη θέωση. Και υπάρχει και λειτουργεί σταυρικά. Καθέτως προς το Θεό και οριζοντίως προς το συνάνθρωπο. Στην πράξη αυτό σημαίνει την έλξη που ο Θεός, αλλά και ο συνάνθρωπος ασκούνε προς τον καθέναν μας. Η έλξη συνεπάγεται την αναζήτηση και την δίψα για κοινωνία, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς συμφέρον, χωρίς υπολογισμούς. Η αμαρτία όμως έρχεται να αλλοτριώσει την σταυρική διάσταση της αγάπης και να την συνδέσει με την ιδιοτέλεια. Έτσι τη θέση του Θεού υποκαθιστά ο θεοποιημένος εαυτός μας. Τη θέση του άλλου, οι επιθυμίες και οι ηδονές μας, που τοποθετούνται πιο πάνω από την αγάπη. Όλη η ζωή του ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απόπειρά μας να καθαρθούμε από την ιδιοτέλεια και να βρούμε την αγάπη στην πληρότητά της, να γίνουμε υπάρξεις που αγαπούνε, νικώντας τον θάνατο και το κακό. Άλλωστε, όπως καθαρά τονίζει ο απόστολος Παύλος «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορ. 13,8). Ούτε ο θάνατος την νικά, αλλά συνοδεύει τον άνθρωπο στην αιωνιότητα ή η απουσία της του την στερεί.
«Κόλαση είναι το μαρτύριο να μην αγαπάει κανείς» (Ντοστογιέφσκυ). Ο καθένας μας καλείται να ξαναδεί τον εαυτό του στην εποχή της κρίσης, της ρευστότητας και της διάλυσης, να διαπιστώσει κατά πόσον έχει κάνει μέσα στη ζωή της Εκκλησίας το βήμα να νικήσει την ιδιοτέλεια και να καταστήσει την αγάπη προτεραιότητα της ζωής του. Η οικονομική τραγωδία που βιώνουμε αποτελεί την κατεξοχήν απόδειξη της κόλασης για όλους τους ανθρώπους. Οι αγορές δεν αγαπούνε κανέναν, παρά μόνο την ιδιοτέλειά τους. Αλλά και ο φιλήδονος κόσμος, που θεοποιεί τις ηδονές και τα πάθη, δεν αγαπά κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό του. Κι αυτό τελικά γίνεται κόλαση, γιατί ο εξαρτημένος από τον εαυτό του και τις επιθυμίες του άνθρωπος δεν μπορεί να ελευθερωθεί εντός του, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανοιχτεί ηθικά και πνευματικά στην αιωνιότητα. Μπορεί να κάνει φιλανθρωπία, να ψωμίζει πάντα τα υπάρχοντά του, αλλά δεν ωφελείται, γιατί η αγάπη δεν έχει γεμίσει την καρδιά του.
Πώς μπορούμε να νικήσουμε την κόλαση του να μην αγαπούμε; Η ασκητική ζωή της Εκκλησίας, η νηστεία, η προσευχή, το να αρκείται κανείς στα λιτά και να μπορεί να χαρεί με την κοινωνία με τους ανθρώπους και όχι με την επίδειξη των αγαθών, η εμπιστοσύνη στο Χριστό και στη σχέση μαζί Του, αλλά και η νίκη ακόμη και κατά του εαυτού, των παθών και των δικαιωμάτων αποτελούν την μόνη ίσως ασφαλή οδό προς την αγάπη. Να νικούμε καθημερινά τις ιδιοτέλειές μας. Να χαιρετούμε αυτούς που κανονικά θα έπρεπε να μας φέρνουν αποστροφή. Να συγχωρούμε όλους εκείνους που ο λογισμός μας μάς λέει ότι μας έβλαψαν και δεν αξίζουν την αγάπη μας. Να κάνουμε τον αγώνα μας και να αφηνόμαστε στο θέλημα του Θεού, αφού το έχουμε αναζητήσει μέσα από το Ευαγγέλιο, χωρίς αγωνία και άγχος, ακόμη και στις δυσκολίες, και να ζητούμε δια της προσευχής και της νήψεως την κοινωνία με το πρόσωπό Του. Όλοι αυτοί οι δρόμοι μας κάνουν να συναντιόμαστε σταυρικά με Θεό και πλησίον, όχι γενικά και θεωρητικά, αλλά στην πράξη, στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία και αποτελούν υπομνήσεις για ένα συνεχές νέο ξεκίνημα στον αγώνα της αγάπης.
Οι Άγιοι Ανάργυροι, προς τιμήν των οποίων διαβάζουμε το απόσπασμα από την Α’ προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου, αποτελούν τους οδοδείκτες νίκης κατά της ιδιοτέλειας. Γιάτρευαν όχι μόνο τις πληγές του σώματος με την ιατρική τους επιστήμη και δεινότητα. Πρωτίστως έδιδαν θεραπεία στις ψυχές των ασθενών τους δείχνοντάς τους το Χριστό. Κι εδώ έγκειται ίσως η ωραιότερη αλλά και πιο δύσκολη διάσταση της αγάπης. Αυτή που γίνεται μέριμνα για τη σωτηρία του άλλου. Όχι συναισθηματικά, αλλά με γνώμονα την αλήθεια. Το συναίσθημα μας κάνει να στρογγυλεύουμε το λόγο μας. Η αλήθεια στοχεύει στην καρδιά του άλλου. Και αποκαλύπτει τις βαθιές πληγές που ο καθένας φέρει μέσα του. Αυτές που τον κάνουν να αρνείται το Θεό, την σωτηρία, την αγάπη και τον οδηγούν στην παράδοση στην ιδιοτέλεια. Γι’ αυτό και ουδέποτε εκπίπτει η αγάπη. Γιατί στοχεύει στην υπαρξιακή αλλαγή αυτού που αγαπάμε και ταυτόχρονα τη δική μας. Κι αυτό γίνεται μόνο με την παρουσία του Χριστού στην ζωή και την ύπαρξή μας, που είναι η όντως αλήθεια και που δεν φεύγει ποτέ αφ’ ημών. Εκτός εάν εμείς επιλέξουμε αλλιώς.
Στην περίπτωση πάντως των αγίων Αναργύρων και μόνο ότι εξακολουθούμε να τους τιμούμε αιώνες μετά το μαρτύριό τους αποδεικνύεται ότι ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι ξεχάσαμε την αγάπη τους. Ας είναι λοιπόν αυτοί που θα μας την υπενθυμίζουν, για να αγωνιζόμαστε να την βιώσουμε.

Κέρκυρα, 1 Ιουλίου 2012

Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα», θεολογικός σχολιασμός στο Εφεσ. 5, 33 Ἁγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως,

Ἁγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως,
Αθήνα 1902
Περί του τις η αληθής ερμηνεία
Αφού ο Απόστολος Παύλος εγνώρισε τοις Εφεσίοις τον μυστικόν χαρακτήρα του γάμου και εδίδαξεν αυτούς ότι ο Γάμος είνε μέγα μυστήριον και έδειξε την αναλογίαν του δεσμού του γάμου προς την ένωσιν του Χριστού μετά της Εκκλησίας, και έταξε τον άνδρα, ίνα, κατά την Αγίαν Γραφήν, ήνε κεφαλή της γυναικός, καθ' ην αναλογίαν ο Χριστός είνε κεφαλήν της Εκκλησίας, και εδίδαξεν ότι ο τε ανήρ και η γυνή επίσης κατά την Αγίαν Γραφήν εισίν εν σώμα και εν πνεύμα ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας, ήτις είνε σώμα Χριστού, του αγαπήσαντος ημάς ως οικείαν εαυτού σάρκα, συνιστά καθ' ένα έκαστον των ανδρών ούτω να αγαπά την εαυτού γυναίκα, ως ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν .
Τελειοτέραν αγάπην της αγάπης ταύτης ήτο αδύνατον να συστήση ο Απόστολος προς τον άνδρα. Δια της συστάσεως ταύτης ου μόνον ανύψωσεν την αγάπην εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αλλά και εξηυγένισε και απεπνευμάτωσε και ηγίασε . Μετά την σύστασιν ταύτην προς τους άνδρας και τον καθορισμόν της σχέσεως του ανδρός προς την γυναίκα και του βαθμού και του ποιού της προς αυτήν αγάπης, και μετά την αναγωγήν του γάμου εις περιωπήν καθαρώς ιεράν και πνευματικήν και την διατύπωσιν των καθηκόντων του ανδρός προς την γυναίκα, μεταβαίνει εις την διατύπωσιν και τον καθορισμόν των καθηκόντων της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα. Ταύτα δε πάντα διατυποί δια της ρήσεως ταύτης · «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα».
Η ρήσις αύτη, μετά τα ειρημένα υπό του Παύλου περί της αγάπης του ανδρός προς την εαυτού γυναίκα και περί του βαθμού και του ποιού της αγάπης αυτού, ο περί ου ο λόγος φόβος ουδέν δύναται να εκφράζη το φοβερόν και το εκδειματούν (= το κατατρομάζον ) την γυναίκα. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού αγαπά και συνάμα φοβείται τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως σωτήρα και κεφαλήν αυτής. Ο φόβος ούτος της Εκκλησίας προς τον Ιησούν Χριστόν γεννάται εκ της πολλής αγάπης προς τον αγαπήσαντα αυτήν και εκφράζεται και εκδηλούται ως άκρα προς αυτόν ευλάβεια, ως ευλάβεια προς τας εαυτού εντολάς, ως υποταγή άκρα προς αυτόν και ως προθυμία προς ευαρέσκειαν αυτού. Η αγάπη αυτής της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα εκδηλούται ως φόβος μη υπολειφθή εν τινι και εκπέση της αγάπης αυτού αναξία ταύτης δεικνυομένη. Τοιούτος ο της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν φόβος. Υπό την αυτήν ακριβώς έννοιαν και σημασίαν ο Απόστολος γράφει ίνα η γυνή φοβήται τον άνδρα.
Δια της ρήσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος εζήτησε την σύσφιγξιν των δεσμών της συζυγικής αγάπης· διότι ως η αγάπη και ο φόβος της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν προσφιλεστέραν αυτήν ως νύμφην τω νυμφίω Χριστόν ποιούσιν, ούτω και η αγάπη και ο φόβος της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα προσφιλεστέραν αυτήν αυτώ ποιούσιν . Ότι ο φόβος ούτος ουδέν έχει κοινόν προς τον υπονοούμενον φόβον υπό τινών κυριών των μειδιωσών κατά την ώρα της αναγνώσεως της περικοπής ταύτης εν τω μυστηρίω του γάμου, και ότι ούτος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και ότι επιβάλλεται ούτος εις τας γυναίκας ως θεία εντολή δια την εαυτών ευτυχίαν και αιώνιαν ευδαιμονίαν και τον αδιάρρηκτον σύνδεσμον της κοινής αγάπης θέλομεν αποδείξει.
 
Περί φόβου
Ο φόβος είνε έμφυτον συναίσθημα τω ανθρώπω.
Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ως δειλία, ως δέος, ως τρόμος εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται κίνδυνος ζωής. Επίσης εκδηλούται το συναίσθημα τούτο ως ταραχή και ανησυχία εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται η προσβολή της τιμής ή περιουσίας του ανθρώπου δικαίως ή αδίκως.
Ο βαθμός της μείζονος ή ελάσσονος εκδηλώσεως του φόβου ή της ταραχής και ανησυχίας είνε ανάλογος ή τω μεγέθει του πραγματικού κινδύνου ή τω μεγέθει της διεγερθείσης φαντασίας. Το συναίσθημα του φόβου ενίοτε εκδηλούται και εν περιστάσεσι, καθ' ας ουδέν μεν το πραγματικώς απειλούμενον ή διακινδυνεύον καθ' ην ώραν ο άνθρωπος κατέχεται υπό του συναισθήματος τούτου, προκύπτει όμως εξ ενδεχομένου εν τω μελλόντι κινδύνου, δυναμένου να προέλθη εξ αμελείας ημών εις τι των προσφιλών ημίν υποκειμένων. Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ή ως άκρα αγάπη προς τι ή ως άκρα ευλάβεια ή ως άκρα φροντίς ή ως αδιάλειπτη μέριμνα.
Κατά ταύτα ο φόβος, ως διαφόρως εκδηλούμενος κατά τας διαφόρους περιστάσεις και κατά διάφορα γεννώνται αυτόν αίτια, ανάγκη και διαφόρως να χαρακτηρίζηται . Όθεν ο μεν φόβος ο εκδηλούμενος ως δέος ή δειλία ή τρόμος, δύναται να ονομασθή φυσικός, ο δε φόβος ο εκδηλούμενος ως ταραχή και ανησυχία, ως και ο φόβος ο εκδηλούμενος ως αγάπη και ευλάβεια, δύναται να κληθή ηθικός. ’ρα ο φυσικός φόβος διαφέρει του ηθικού φόβου κατά τα διεγείροντα αυτόν αίτια.
Ο φυσικός φόβος είνε πάντοτε αδιαβλήτων παθών, ως μια μόνην έχων αφορμήν το κίνδυνο της απώλειας της ζωής. Ο ηθικός φόβος δεν είνε πάντοτε αδιάβλητο· διότι είνε διπλούς ως προερχόμενος από διάφορα κατά το ποιόν ηθικά αίτια της αγάπης και του μίσους. Ως δε εναντιώτατα τα γεννώντα αυτόν αίτια, εναντιώτατοι και οι χαρακτήρες αυτών. Ο μεν φόβος ο εκ της αγάπης γεννώμενος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και εκδηλούται ως ευαισθησία ψυχής υπέρ του αγαπωμένου προσώπου, ως μέριμνα, ως πρόνοια και ως περί αυτού φροντίς . Ο ιερός ούτος φόβος ορίζεται υπό του Θεοφυλάκτου ως επίτασις ευλαβείας λέγοντος «ὁ φόβος ( ὁ ἱερός ) ἐπίτασις ἐστιν εὐλαβείας ὥσπερ καί εὐλάβεια συνεσταλμένος φόβος»· και αύθις «φόβος ἐστίν αἰδώς καί εὐλάβεια καί ἐπιτεταμένη τιμή». Ο Οικουμένιος λέγει περί του φόβου τούτου τα εξής: «Φόβος τελειωτικός δέους μέν ἀπήλλακται, διό καί ἁγνός εἴρηται καί διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος»· και εν τη Αγία Γραφή η λέξη φόβος πολλάκις λαμβάνεται εν τη σημασία της αιδούς και ευλαβείας και δι ' αυτής εκφράζεται ο πόθος προς τελείαν επίγνωσιν και οικείωσιν του θείου. Ο φόβος ο εκ του μίσους είνε φόβος εναγής και εκδηλούται ως αποστροφή και απέχθεια προς τινα, ως αδιαφορία και εχθροπάθεια. Περί του φόβου τούτου ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Τό ἕτερον εἶδος τοῦ φόβου μετά μίσους γίνεται ᾧ δοῦλοι δεσπόταις κέχρηνται χαλεποῖς».
Ο ιερός φόβος είνε ο φόβος ο προς τον Θεόν, ο φόβος ο προς τους γονείς, ο φόβος ο προς τον σύζυγον και ο φόβος προς τους θείους και ανθρώπινους νόμους, και πηγάζει εκ της αγάπης.
Ο εναγής φόβος είνε φόβος κολάσεως. Αυτόν φονούνται οι παραβάται των θείων και ανθρωπίνων νόμων. Ούτος πηγάζει εκ του πονηρού συνειδότος . Η Εκκλησία συνιστά τοις εαυτής τέκνοις τον ιερόν, τον αγνόν και τον άγιον φόβον . Τούτο τον φόβο συνιστά και προς την ερχόμενην εις γάμου συζυγίαν, και υπό νέον ηθικόν νόμον τεθειμένην γυναίκα· ζητεί δε τούτο δια την ευτυχίαν αυτής της γυναικός.
Ο ιερός φόβος απαθής ων ουδέν επαπειλεί το δεινόν . Ο φόβος ούτος ως συναίσθημα ταυτίζεται τη αγάπη ευλάβειαν επί τη ψυχή εμποιών, ίνα μη δια την της αγάπης παρρησίαν εις καταφρόνησιν του ανδρός έλθη, ως λέγει πατήρ τις. Ο ηθικός αγνός φόβος είνε εν εκ των επτά χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, ον η Αγία Γραφή ονομάζει φόβον Θεού. Εν τη Αγία Γραφή η δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται ως φόβος Θεού· «ἀνήρ δίκαιος φοβούμενος τόν Κύριον». Ο φόβος του Θεού είνε αρχή σοφίας. Ο θείος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει «Ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου οἷόν τι πρῶτον σπάργανον · καί σοφία τόν φόβον ὑπερβᾶσα καί εἰς ἀγάπην ἀναβιβάσασα Θεοῦ φίλους ἡμᾶς καί υἱούς ἀντιδούλων ἐργάζεται»· και ο Σειράχ λέγει «Στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου ἀναθάλλων εἰρήνην και ὑγείαν ἱάσεως» ( κεφ. α΄ 15).
Τον φόβον του Θεού οι άγιοι πατέρες καλούσιν αγάπην προς τον Θεόν · «φόβος Θεοῦ ἀγάπην πρός αὐτόν ἐστιν · ἀγάπη δε σειρά τις, ἦς ἡ μέν τῶν ἀρχῶν ἐξαρτᾶται τῆς τοῦ ἀνθρώπου καρδίας, ἡ δε ἑτέρα ἅπτεται τῆς τοῦ Θεοῦ χειρός ἕλκοντος αὐτόν ἀεί πρός τόν αὐτοῦ φόβον». Και ο Μέγας Βασίλειος λέγει «σωτήριος ὁ φόβος καί Ἁγιασμοῦ ποιητικός ἐστι».
Ο ιερός ούτος φόβος εν τη Αγία Γραφή ταυτίζεται προς την ευλάβειαν και την αγάπην προς τινα . Ούτως εννόησαν και ερμήνευσαν οι ερμηνευταί και μεταφρασταί της Καινής Διαθήκης. Εν τη εν Οξωνίω εκδοθείση ελληνιστί μεταφράσει της Αγίας Γραφής ο εν κεφ. ε΄ 33 στιχ . της προς Εφεσίους επιστολής μετεφράσθη «Πλήν καί σεῖς οἱ καθ' ἕνα, ἕκαστος τήν ἑαυτοῦ γυναίκα οὕτως ἄς ἀγαπᾷ ὡς ἑαυτόν · ἡ δε γυνή ἄς σέβηται τόν ἄνδρα». Εν τη λατινική μεταφράσει φέρεται ως εξής· «uxor autem videto, ut timeat virum». Το timeo ενταύθα, ως εξάγεται εκ της μεταφράσεως των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, έχει την σημασία του ευλαβείσθαι . Εν τη γαλλική μεταφράσει των Παρισίων μεταφράζεται «que la femme respecte son mari». Εν τη ιταλική μεραφράσει «ed altresi la moglie riverisca il marito». Υπό ταύτην την έννοιαν τον στίχον τούτον άπασαι αι ευρωπαϊκαί γλώσσαι μετέφρασαν. Και εν τη αρχαία εβραϊκή γλώσση ο φόβος προς τον Θεόν ερμηνεύεται υπό των ερμηνευτών φόβος εκ σεβασμού, εξ ευλαβείας· ως ο εν τω Λευτικώ ιθ΄ 3 στιχ .: «θέλετε φοβεῖσθαι ἕκαστος τήν μητέρα αὐτοῦ καί τόν πατέρα αὐτοῦ» ερμηνεύεται, θέλετε σέβεσθαι και ευλαβείσθαι · καθώς και ο εν χωρίω Ιησού Ναυή δ΄ 14 στιχ . «καί ἐφοβοῦντο αὐτόν (τόν Ἰησοῦν Ναυῆ) καθώς ἐφοβοῦντο τόν Μωϋσῆν, πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ» ερμηνεύεται υπό των λεξικογράφων του εβραιοελληνικού λεξικού M . N . Ph . Sauder και M. I. Trenel "comme ils avaient respecté Moise". Υπό αυτήν την σημασίαν απαντά και εν άλλοις χωρίοις του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Υπό ταύτη τη σημασία εχρήσατο τη λέξει και ο Απόστολος Παύλος, καθ' ου επιτίθενται λίαν αδίκως αι κυρίαι, τας οποίας ούτος εις μεγάλην υψώνει περιωπήν. Ώστε τα αίτια των διαζυγίων ουχί εκ τούτου του φόβου του υπό του Παύλου διδασκομένου προέρχονται, αλλ' αλλαχού δέον να ζητηθώσιν· ίσως ίσως εις την έλλειψιν του ιερού τούτου φόβου.

Η Ορθόδοξη Θεολογία για το σκοπό του Γάμου© Νίκος Μπουγάτσος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
 Η Aγία Γραφή αναφέρει αρκετά για το σκοπό του γάμου1. Κατά τη δημιουργία του κόσμου ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον Αδάμ. «Kαι είπε Κύριος ο Θεός. Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον. Ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν κατ' αυτόν... Τω δε Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώ.. Kαι έλαβε μίαν των πλευρών αυτού, και ενεπλήρωσε σάρκα αντ' αυτής. Kαι ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβε από του Αδάμ, εις γυναίκα. Kαι ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ. Και είπεν Αδάμ· τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου. Αύτη κληθήσεται γυνή, ότι εκ του ανδρός αυτής ελήφθη. Ένεκεν τούτου καταλείψει (θα εγκαταλείψει) άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα, και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού. Kαι έσονται (θα ενωθούν) οι δύο εις σάρκα μίαν»2. Ώστε σκοπός του γάμου είναι η ανάγκη της κοινωνικότητας («ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον»),  η οποία ικανοποιείται με τη διχοτόμηση του πρώτου ανθρώπου και τη δημιουργία από το Θεό δύο φίλων, τα οποία έλκονται μεταξύ τους επιδιώκοντας τον ταυτισμό («προσκολληθήσεται... έσονται...εις σάρκα μίαν»)3.  
Η Καινή Διαθήκη αναπτύσσει την πιο πάνω σαφή διδασκαλία της Π. Διαθήκης και την ερμηνεύει, τονίζοντας τον πνευματικό δεσμό στο γάμο. Ο Απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του αναπτύσσει λεπτομερώς τις σχέσεις των συζύγων και καταλήγει λέγοντας: «Το μυστήριον τούττο (του γάμου) μέγα εστίν, εγώ δε λέγω (το εξηγώ ότι αναφέρεται) εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν»4. Οι σχέσεις όμως του Χριστού (η κεφαλή, ο αρχηγός, ο πρωτότοκος αδελφός κλπ.) προς την Εκκλησία (το σώμα, οι πιστοί, οι αδελφοί) είναι κατά πρώτο λόγο πνευματικές και εκδηλώνονται και με υλικά μέσα. Επομένως και οι σχέσεις των συζύγων και ο πρώτος σκοπός του γάμου πρέπει να είναι πνευμαπκά. Kαι τη βοήθεια της γυναίκας προς τον Αδάμ5 που αναφέρεται από το Θεό ως ερμηνεία της έλλειψης της κοινωνικότητάς του6, πρέπει να την εννοήσουμε ως βοήθεια κατά πρώτο λόγο πνευματική και κατά δεύτερο λόγο τεχνική και κοινωνική. Δηλαδή βοήθεια για να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος το «καθ' ομοίωσιν»8.
Kαι ο Απόστολος Πέτρος αναπτύσσει τις σχέσεις των συζύγων9 και λέει ότι είναι «συγκληρονόμοι χάριτος ζωης»10. Συνεχίζοντας μάλιστα συνιστά σ' όλους τούς πιστούς (επομένως και στους και στις συζύγους)11 να είναι «πάντες ομόφρονες, συμπαθείς (συμπονετικοί, φιλάδελφοι, εύσπλαγχνοι, φιλόφρονες (ευγενικοί), μη αποδίδοντες κακόν αντί κακού ή λοιδορίαν (βρισιά) αντί λοιδορiας, τουναντίον δε ευλογούντες, ειδότες (γνωρίζοντες) ότι εις τούτο εκλήθητε, ίνα ευλογίαν κληρονομήσητε»12. Επομένως είναι συνεργάτες για τη θεία κληρονομία και αλληλοβοηθούνται για την επίτευξή της 13.
Kαι ο Απόστολος Παύλος όταν συνιστά στους συζύγους «και πάλιν επί το αυτό συνέρχησθε, ίνα μη πειράζη υμάς ο Σατανάς»14, επιδιώκει μια πνευματική περιφρούρηση και μια άμυνα από τα εμπόδια για πνευματική πρόοδο.  
Η τεκνογονία ως σκοπός του γάμου αναφέρεται στη Γένεση (α', 28): «Και ευλόγησεν αυτούς (τον άνδρα και τη γυναίκα μετά τη δημιουργία τους, Γεν. α', 27) ο Θεός, λέγων· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής». Κατά μια άποψη πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της «εντολής» του Θεού (το «ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον») και «ευλογίας» του Θεού («ευλόγησεν αυτούς...»). Κατ' αυτήν την άποψη σκοπός του γάμου είναι ένας και μόνος, η ένωση των συζύγων, ενώ η τεκνογονία είναι απλώς μιά «ευχή» και όχι σκοπός του γάμου14α. Λοιπόν η ευλογία αυτή του Θεού, που δόθηκε μετά τη δημιουργία της Εύας, αμφισβητείται αν αποτελεί το δεύτερο έστω σκοπό του γάμου, γιατί ο πρώτος σκοπός εκφράστηκε ως μια σκέψη του Θεού πριν από τη δημιουργία της γυναίκας15. Τούτο βεβαιώνεται με το χωρίο Γεν. δ', 1, όπου αναφέρεται ότι ο «Αδάμ έγνω (συνουσιάσθηκε με την) Εύαν την γυναίκα αυτού και συλλαβούσα έτεκε τον Κάϊν», μετά την εξορία τους από τον Παράδεισο. Δηλαδή το ζεύγος των πρωτοπλάστων επικοινώνησαν πνευματικά μεν στον Παράδεισο (έστω και για την παράβαση της θείας εντολής για τον απαγορευμένο καρπό), σαρκικά δε (διά συνουσίας) μετά την πτώση και την εξορία τους από τον Παράδεισο16. Αυτό φαίνεται σαφέστερα και από την ερμηνεία των Πατέρων για τους οποίους κάνουμε λόγο πιο κάτω17. Μεταξύ των Ιουδαίων η άτεκνη γυναίκα περιφρονιόταν18, ενώ η πολύτεκνη εθεωρείτο ευλογία Θεού19. Εάν Ιουδαίος πέθαινε άτεκνος, είχε υποχρέωση ο αδελφός του, κατά το νόμο της Π. Διαθήκης20, να πάρει τη χήρα του αποθανόντος αδελφού «εαυτώ γυναίκα» (να συνουσιασθεί μαζί της), «του αναστήσαι το όνομα του αδελφού αυτών» (να γεννήσει απόγονο) και «οικοδομήσει τον οίκον του αδελφού αυτού εν Ισραήλ» συνεργαζόμενος με τη χήρα21. Ο προφήτης Μαλαχίας κακίζει την αντίληψη κάποιων Ιουδαίων, που είχαν για σκοπό του γάμου μόνο ή κυρίως την παιδοποιΐα και που συνεπείς προς την αντίληψή τους αυτή, μετά την απόκτηση τέκνων έδιναν διαζύγιο στις συζύγους τους, και χαρακτηρίζει μάλιστα τη σύζυγο ως «κοινωνό» του άνδρα22.
Στην Κ. Διαθήκη ο Παύλος μιλώντας για τη σωτηρία της γυναίκας διά της τεκνογονίας23 προϋποθέτει την πνευματική σχέση με το σύζυγο (πίστη, αγάπη, αγιασμός, σωφροσύνη), κατά την πιθανότερη εκδοχή. Το πνεύμα δηλ. του χωρίου αυτού νομίζω ότι αποδίδεται ως εξής: Τη γυναίκα, εάν στις σχέσεις της με το σύζυγό της επιδιώκεται η πνευματική καλλιέργεια (με την πίστη, την αγάπη, τον αγιασμό και τη σωφροσύνη), είναι δυνατό να τη βοηθήσουν στη σωτηρία της ψυχής της οι ασκήσεις που θα δημιουργηθούν διά της τεκνογονίας (δηλ. της εγκυμοσύνης και του τοκετού)24. Kαι σ' άλλο σημείο ο Παύλος κάνοντας λόγο για την ηλικία της γυναίκας για γάμο δεν την περιορίζέε στην περίοδο της ακμής (της γονιμότητας δηλαδή), αλλά επιτρέπει το γάμο και στην «υπερώριμον»25. Επομένως δε θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση της συνουσίας των συζύγων τη δυνατότητα τεκνογονίας. Αλλά κάνοντας λόγο για τη γενετήσια σχέση των συζύγων, αναφέρει ως αιτία το «ίνα μη πειράζη υμάς ο Σατανάς και όχι την τεκνοποιΐα26. Ο Παύλος απευθυνόμενος πάλι προς τον Τιμόθεο συνιστά να χαρακτηρίζεται από την Εκκλησία ως «διακόνισσα»27  η χήρα «ή ενός ανδρός γυνή, εν έργοις καλοίς μαρτυρουμένη», και επεξηγώντας τα καλά έργα, αναφέρει ως πρώτο την «παιδοτροφίαν», που προϋποθέτει βέβαια την τεκνογονία, αλλά δεν τη θεωρεί ούτε μοναδική ούτε απαραίτητη, διότι ισότιμα παραθέτει την «ξενοδοχείαν» κλπ. Επομένως την τεκνογονία και τεκνοτροφία την θεωρεί καλή εφ' όσον υπάρχει, όχι όμως ως απαραίτnτη προϋπόθεση, όπως λ.χ. τη μονογαμία («ενός ανδρός γυνή»28). Αλλά ο Κύριος κρίνοντας την υλόφρονα αντίληψη που εκφράζει και τον εθνικό εγωϊσμό των Ιουδαίων, πως μόνο απ' αυτούς θα προέλθουν οι απόγονοι του Αβραάμ και επομένως οι κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού, διαβεβαιώνει: Λέγω υμίν ότι δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα του Αβραάμ»29. Δηλαδή ο μόνος τρόπος της δημιουργίας των ανθρώπων δεν είναι η τεκνογονία αυτών που θεωρούνται ευσεβεiς, γιατί ο Θεός μπορεί με την πανσοφία και παντοδυναμία του να χρησιμοποιήσει και άλλα μέσα για τη δημιουργία απογόνων. Kαι ο Μάξιμος ο Ομολογητής υποστηρίζει την ίδια άποψη29α. (Το 1964 ο καθηγητής Μ. Σιώτης ασχολήθηκε με το σκοπό του γάμου στην Αγ.Γραφή γενικά. Αλλά κάνει λόγο κάπως αόριστα: «Ο γάμος ως μέσον αγιασμού και πνευματικής τελειώσεως εξαίρεται εν τη Αγία Γραφή ως αιτία και παράγων μεγίστης κατά Χριστόν επιθυμίας και ο άνθρωπος ευρίσκεται εις τον λιμένα της πλέον πνευματικής ασφαλείας. Έγκειται δε ο διά του γάμου αγιασμός εις την δι' αυτού επιτυγχανομένην ουσιαστικήν κοινωνίαν ανδρός και γυναικός... Εν τη κοινωνία του γάμου ευρίσκουν την έκφρασίν των πάντες οι παράγοντες της χριστιανικής προσωπικότητος...» 29β).  
Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε ότι κατά τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, μόνος ή έστω πρώτος σκοπός του γάμου ήταν η κοινωνικότητα και η αλληλοβοήθεια, και μερικοί μόνο δέχονται ότι είναι δεύτερος ο πολλαπλασιασμός του ανθρωπίνου γένους. Με την πάροδο των ετών τονίζεται περισσότερο η τεκνογονία και φθάνει ενίοτε (όπως μαρτυρεί ο προφήτης Μαλαχίας) να λησμονηθεί τελείως ο πρώτος σκοπός. Η Κ. Διαθήκη επαναφέρει ως πρώτο σκοπό του γάμου την κοινωνικότητα και αλληλοβοήθεια, δίνοντας πνευματικότερη μορφή στις σχέσεις των συζύγων, χωρίς όμως να αδιαφορεί και για το δεύτερο σκοπό, την τεκνογονία30.
 ***
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΙΙΙ
1. Μ. Fοley, Marriage (Christian), εις ERE 8, 433-443. L. Gοdefrοy, Le mariage d'après la Sainté Ècriture, εις DTC, 9, 2, 2045-2077. Η. Jenny, Le mariage dans la Bible, εις π. «Maisοn-Dieu», 50, 1957/1, p. 5-29. W. Kοrnfeld, Mariage dans l' Ancien Testament. Η. Cazelles, Mariage dans le Nοuνeau Testament. Ο.Α. Ρiper, L'Eνangile et la vie sexuélle, adapté de l' allemand par F. Baudraz. (Neuchâtel-Paris, Delachaût et Niestlé, 1955). Β. Βέλλα, Ο Ισραηλιτικός γάμος. (Αθήναι, 1935). (Και Μ. Σιώτη, Γάμος (Αγ. Γραφή), ΘΗΕ, τ. 4 (1968), 197-205. Ιδέ και το Επιλογικό Σημείωμα του βιβλίου αυτού. Σ. Αγουρίδου, Αγιογραφικά κείμενα περί του γάμου, π. Εκκλησία, (48) 1971, ο. 401 εξ.).
2. Γεν. β', 18-24.
 3. Πρβλ. «Ή ουκ οίδατε ότι ο κολλώμενος τη πόρνη εν σώμά εστιν; Έσονται γαρ, φησίν, οι δύο εις σάρκα μίαν». Α' Κορ. στ', 16-17. «Παρά Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί». Παρ. ιθ', 14. «Συνευφραίνου μετά γυναικός σου». Παρ. ε', 18-19.
4. Εφεσ. ε', 22-33. Το πλήρες κείμενον είναι: «Αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσονται ως τω Κυρίω, ότι ο ανήρ εστί κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας, και αυτός εστί σωτήρ του σώματος. Αλλ' ώσπερ η Εκκλησία υποτάσσεται τω Χριστώ ούτω και αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν εν παντί. Οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών, καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν, και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση, καθαρίσας τω λουτρώ του ύδατος εν ρήματι, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την Εκκλησίαν, μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων, αλλ' ίνα η αγία και άμωμος. Ούτως οφείλουσιν οι άνδρες αγαπάν τας εαυτών γυναίκας, ως τα εαυτών σώματα. Ο αγαπών την εαυτού γυναίκα εαυτόν αγαπά. Ουδείς γάρ την εαυτού σάρκα εμίσησεν, αλλ' εκτρέφει και θάλπει αυτήν, καθώς και ο Κύριος την Εκκλησίαν· ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού, εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού. «Aντί τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν». (Γεν. β', 24). Το μυστήριον τούτο μέγα εστίν, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν. Πλην και ημείς οι καθ' ένα έκαστος την εαυτού γυναίκα ούτως αγαπάω ως εαυτόν. Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα». Πρβλ: Κολ. γ', 18-19. Α' Κορ. ζ', 14 εξ. ια', 3. στ', 10-17. Α' Πέτρ. γ', 7. Ρωμ. ζ', 2. Α' Τιμ. β', 11-14.
5. Kαι άλλα χωρία της Π.Δ. αναφέρουν την γυναίκα ως βοηθόν του ανδρός· Παρ. κθ', 28-49. Ιδίως «Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε έστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη. Θαρσεί επ' αυτή η καρδία του ανδρός αυτής, η τοιαύτη καλών σκύλων ουκ απορήσει· ενεργεί γαρ τω ανδρί εις αγαθά πάντα τον βίον» (εδάφιον 23-30). «Στε- γναί,διατριβαί οίκων αυτής (της γυναικός), σίτα δε οκνηρά ουκ έφαγε, το στόμα δε ανοίγει σοφώς, και νομοθέσμως, η δε ελεημοσύνη αυτής ανέστησε τα τέκνα αυτής και επλούτησεν, και ο ανήρ αυτής ήνεσεν αυτήν» (εδ. 45-46). Kαι «ο κτώμενος γυκαίκα ενάρχεται κτήσεως, βοηθόν κατ' αυτόν και στύλον αναπαύσεως». Σοφ. Σειρ. λστ' 24. Βεβαιοί επίσης η Aγία Γραφή ότι πας άνθρωπος διά της βοηθείας του αδελφού του (ανδρός ή γυναικός) προάγεται. «Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά και υψηλή, ισχύει δε ώσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον». (Παρ. ιη', 19). «Αγαθοί οι δύο υπέρ τον ένα, οίς εστιν αυτοίς μισθός αγαθός εν μόχθω αυτών, ότι εάν πέσωσιν, ο εις εγερεί τον μέτοχον αυτού και ουαί αυτώ τω ενί, όταν πέση και μη η δεύτερος εγείραι αυτόν. Kαι γε εάν κοιμηθώσι δύο και θέρμη αυτοίς, και ο εις πώς θερμανθή; Kαι εάν επικραταιωθή ο εις, οι δύο στήσονται κατέναντι αυτού, και το σπάρτιον το έντριτον ου ταχέως απορραγήσεταιι. (Εκκλ. δ'; 9-12).
6. Ο Θεός όχι μόνον ενέβαλεν εις τον άνθρωπον το αίσθημα της κοινωνικότητος, αλλά επευλογεί την συνεργασίαν. «Ου γαρ εισίν δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»· (Ματθ. ιη', 20). «Ιδού δη τι καλόν, ή τι τερπνόν, αλλ'ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό;» (Ψαλμ. ρλβ', 1). Πρβλ. τα αναφερθέντα χωρία Παρ. ιη', 19 και Εκκλ. δ', 9-12.
7. Ιδέ π.χ. «Ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω αδελφώ...Τι γαρ οίδας, γύναι, ει τον άνδρα σώσεις; ή τι οίδας, άνερ, ει την γυναίκα σώσεις;». (Α' Κορ. ζ', 14-16). «Γυνή γαρ συνετή ευλογείται, φόβον δε Κυρίου αύτη αινείτω. Δότε αυτή από καρπών χειλέων αυτής και αινείσθω εν πύλαις ο ανήρ αυτής». (Παρ. κθ', 48β-49). Εκτός της θετικής πνευματικής βοηθείας των συζύγων έχομεν και την αρνητικήν πνευματικήν βοήθειαν, η οποία διατυπούται κατά τρόπον ρεαλιστικόν υπό του Αποστόλου Παύλου. «Διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω και εκάστην τον ίδιον άνδρα εχέτω». (Α' Κορ. ζ', 2. Tο χωρίον τούτο «επεκρίθη ως εκφράζον πολύ χαμηλήν ιδέαν περί γάμου», αλλά προφανώς εκφράζει την αρνητικήν άποψιν των πνευματικών σχέσεων και της πνευματικής αλληλοβοηθείας, δηλαδή λέγει ότι ο άνδρας και η γuναίκα αλληλοβοηθούνται διά του γάμου να αποφύγουν την πορνείαν, την έκλυτον και ανήθικον ζωήν. Πρβλ. ερμηνεία, εις Π. Τρεμπέλα Υπόμνημα εις τας Επιστολάς του Παύλου). Και κατωτέρω· «Ει δε ουκ εγκρατεύωνται γαμησάτωσαν· κρείττον γαρ εστίν γαμείν ή πυρούσθαι». (Α' Κορ. ζ', 9). Επίσης «βούλομαι ουν νεωτέρας (χήρας) γαμείν, τεκνογονείν, οικοδεσποτείν, μηδεμίαν αφορμήν διδόναι τω αντικειμένω λοιδορίας χάριν ήδη γαρ τινες εξετράπησαν οπίσω του Σατανά» (Α' Τιμ. ε'. 14-15).                                                                  
Εκτός της θετικής και αρνητικής βοηθείας έχομεν και το ενδεχόμενον, καθ' ο οι σύζυγοι να γίνωνται έκαστος το πνευματικόν εμπόδιον και να εκπειράσωσιν αλλήλους, Π.χ. η προτροπή της Εύας προς τον Αδάμ διά παράβασιν της θείας εντολής (Γεν. γ', 6). Kαι «πικρότερον υπέρ θάνατον ουν την γυναίκα ήτις εστί θήρευμα και σαγήναι καρδία αυτής, δεσμός εις χείρας αυτής... Και αμαρτάνων συλληφθήσεται εν αυτή». (Εκκλ. ζ', 27).
8. «Kαι είπεν ο Θεός ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν...». (Γεν. α', 26). Πρβλ. Χ. Ανδρούτσου, Δογματική, σ. 141. Ο επί της γης επίσης σκοπός του ανθρώπου κατά την Αγίαν Γραφήν δύναται να συνοψισθή εις το «Έσεσθε ουν ημείς τέλειοι ως ο πατήρ ημών ο ουράνιος τέλειος εστίν». (Ματθ. ε', 48). Ή «γίνεσθε ουν μιμηταί του Θεού, ως τέκνα αγαπητά». (Εφεσ. ε', 1). Ιδέ ανωτέρω, κεφ. ΙΙ, παρ. 4.
9. Α' Πέτρ. γ', 1-7.
10. Α' Πέτρ. γ', 7. Kαι «αυτό το πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Eι δε τέκνα και κληρονόμοι· κληρονόμοι μεν Θεού συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν». (Ρωμ. η', 16-17 Πρβλ. Τίτ. γ', 7).
11. Εις το β' μέρος της Α' Καθολικής του Επιστολής, ο Πέτρος (β', 11-δ', 6) εκθέτει την δέουσαν συμπεριφοράν των πιστών· αφ' ενός μεν (β', 11-γ', 7) έναντι των εν κοινωνία απίστων (β', 11-12), των εν τη πολιτεία (απίστων) αρχόντων (β', 13-7), των εν τω οίκω κυρίων, δηλ. να υπομένωσιν οι δούλοι, ομοιούμενοι εις την υπομονήν προς τον Ιησούν (β', 18-25), και τέλος έναντι του απίστου συζύγου και γενικώς την δέουσαν συμπεριφοράν των συζύγων προς αλλήλους (γ', 1-7)· αφ' ετέρου δε δίδει γενικάς προτροπάς διά την συμπεριφοράν των πιστών προς όλους τους ανθρώπους (γ',6 και δ',6). Οι στίχοι των γενικών προτροπών (γ', 8-9) δεν έχουν απλώς και μόνον μίαν τυπικήν εξωτερικήν ακολουθίαν προς τας προς αλλήλους σχέσεις των συζύγων, αλλά και εσωτερικήν ακολουθίαν. Δηλαδή το «ομόφρονες» κλπ. αφορμήν έχει τας σχέσεις των συζύγων και ιδεωδώς εφαρμόζεται εις τον διά του γάμου σύνδεσμον.
12. Α' Πέτρ. γ', 8-9. Πρβλ. τα του Παύλου: «Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε τοις ανδράσιν, ως ανήκεν εν Κυρίω. Οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας και μη πικραίνεσθε προς αυτάς». Κολ. γ', 18-19.
13. Kαι υπό του Πέτρου αναφέρεται η αρνητική πνευματική βοήθεια τας συζύγου προς τον άπιστον σύζυγον. «Eί τινες (των απίστων ανδρών) απειθούσιν τω λόγω, διά της των γυναικών αναστροφής άνευ λόγου κερδηθήσονται». (Α' Πέτρ. γ', 1 ).
14. Α' Κορ. ζ', 5.
14α. Βασ. Κοτσμανίδου, (θεολόγου), Το πρόβλημα της συζυγίας υπό το φως της Γραφής, εις π. Ανάπλασις, 1967, Μάϊος, σ. 7, 10-11. Θεωρώ όμως σκόπιμον να παρατηρήσω την εξής λεπτομέρειαν: Όταν ο Πατέρας - Θεός επιθυμεί («εύχεται») κάτι διά τον άνθρωπον - υιόν του, ο οποίος εξ αγάπης θέλει πάντοτε να ευχαριστή τον Πατέρα - Θεόν, πρέπει κατ' ουσίαν (ψυχολογικώς) να θεωρήται από τον άνθρωπον ως εντολή του Θεού, έστω δευτέρας τάξεως (αξίας). Δηλαδή νομικιστικά η «ευχή» δεν είναι «εντολή», πνευματικά όμως είναι δευτέρας τάξεως (αξίας, ποιότητας) εντολή.
15. Γεν. β', 18.
16. Διά την σχέσιν των πρωτοπλάστων εις τον Παράδεισο μόνον αυτά τα στοιχεία έχουμε. Αυτά όμως δεν μας δίδουν λεπτομερείας. Η Ορθόδοξη θεολογική σκέψη δεν δύναται χωρίς θετικά στοιχεία να συμπεράνη. Μέχρι εδώ λοιπόν. Πρβλ. ακόμη: «Εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν, ουτε εκγαμίζονται, αλλά εισίν ως άγγελοι». Ματθ. κβ', 25-30 (ή Λουκ. κ', 28-36, ή Μάρ. ιβ', 19-25).
17. Ιδέ και κεφάλαιον Ι, παρ. 5.
18. Π.χ. η Ελισάβετ (Λουκ. α', 25) και η μήτηρ του προφήτου Σαμουήλ Άννα (Α' Βασ., α'.
19. Ψαλμ. ρκζ', 3. ριβ', 9..Παρ.ιζ', 6. Γεν. κδ', 60.
20. Δευτ. κε', 5-10.
21. Πρβλ. Γεν. λη', 8. Ματθ. κβ', 23-26.
22. Μαλαχ. β', 14-15. Κατά τους Ο'· «Κύριος διεμαρτύρατο αναμέσον σου και αναμέσον γυναικός νεότητός σου, ην εγκατέλειπες, και αύτη κοινωνός σου και γυνή διαθήκης σου. Kαι ου καλόν εποίησεν; Kαι υπόλειμμα πνεύματος αυτού. Και είπατε. Tι άλλο ή σπέρμα ζητεί ο Θεός; Kαι φυλάξασθε εν τω πνεύματι υμών, και γυναίκα νεότητός σου μη εγκαταλίπης...» Κατά το εβραϊκόν (μετάφρασις καθηγητού Β. Βέλλα): «Ο Γιαχβέ υπήρξε μάρτυς μεταξύ σου και της γυναικός της νεότητός σου, προς την οποίαν συ εδείχθης άπιστος, ενώ αυτή είναι σύντροφος σου και γυνή της διαθήκης σου. Εις Θεός δεν έπλασε εις ημάς σάρκα και πνεύμα; Σεις όμως λέγετε: Tι άλλο ζητεί ο Θεός ή τέκνα; Φυλάξατε όμως την ζωήν σας, και προς την γυναίκα της νεότητός σας μη γίνεσθαι άπιστοι...». Ιδέ Β. Βέλλα, Αγγαίος, Ζαχαρίας, Μαλαχίας. (Αθήναι, 1950), σ. 169-175. Kαι Β. Βέλλα, Ο ισραηλιτικός γάμος. (Αθήναι, 1935). Πρβλ. και την κριτικήν του Κυρίου επί της Ιουδαϊκής αντιλήψεως, δηλαδή το χωρίον Ματθ. γ', 9 ή Λουκ. γ', 8.
23. Α' Τιμ. β', 15: «Σωθήσεται δε (η γυνή) διά της τεκνογονίας, εάν μείνωσιν εν πίστει και αγάπη και αγιασμώ μετά σωφροσύνης». Ιδέ ερμηνείαν εις Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς του Παύλου, έκδ. 1η, σ. 637.
24. Δέχομαι την ερμηνείαν αυτήν διά τους εξής λόγους: 1) Η σωτηρία του ανθρώπου προέρχεται εκ της χάριτος του Θεού, η οποία προϋποθέτει την δι' έργων ενεργουμένην πίστιν προς τον Θεόν. -2) Έργα δε διά τον άνθρωπον γενικώς και διά την γυναίκα ιδιαιτέρως δεν είναι μόνον η τεκνογονία αλλά και πολλά άλλα. 3) Ο Παύλος εις άλλο χωρίον διά τα προσόντα της «διακονίσσης» προϋποθέτει την μονογαμίαν και αναφέρει ως «έργα καλά» πρώτην την «παιδοτροφίαν», ισότιμον δε την «ξενοδοχείαν» και άλλας αρετάς (Α' Τιμ. ε', 9-11). Πρβλ. το χωρίον «Ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος, εν τω αδελφώ». (Α' Κορ. ζ', 14). 4). Ο Παύλος εις άλλο χωρίον αναφέρει ως σκοπόν της συνουσίας την αποφυγήν του πειρασμού (ούτε καν της αμαρτίας). (Α' Κορ. ζ', 5-6). -5) Η «υπέρακμος» δεν αποκλείεται του γάμου (Α' Κορ. ζ', 36). -6) Και το υπό κρίσιν χωρίον (Α' Τιμ. β', 15) προϋποθέτει της τεκνογονίας την πνευματικήν σχέσιν μετά του συζύγου («εάν μείνωσιν εν πίστει και αγάπη και αγιασμώ μετά σωφροσύνης»). -7) Kαι η εκκλησιαστική έκφρασις «καρπόν κοιλίας προς το συμφέρον», μιας «αιτήσεως» (εις τα ειρηνικά) της ι. Ακολουθίας του Γάμου, συμβάλλει εις την παρούσαν ερμηνείαν.
25. «Eι δε τις ασχημονείν επί την παρθένον αυτού νομίζει, εάν η υπέρακμος, και ούτως οφείλει γίνεσθαι, ο θέλει ποιείτω· ουχ αμαρτάνει· γαμείτωσαν». Α' Κορ. ζ', 36.
26. «Mη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου προς καιρόν, ίνα σχολάζητε τη νηστεία και τη προσευχή και πάλιν επί το αυτό συνέρχεσθε, ίνα μη πειράζη υμάς ο Σατανάς διά την ακρασίαν υμών. Tούτο δε λέγω κατά συγγνώμην, ου κατ' επιταγήν». Α' Κορ. ζ', 5-6.
27. Ιδέ Ε. Θεοδώρου. Η «χειροτονία» ή «χειροθεσία» των διακονισσών, περ. Θεολογία, τ. 25 (1954) και 26 (1955). Του αυτού, Ηρωίδες της χριστιανικής αγάπης. (Αθήναι, 1940), σ. 28-30.
28. Α' Τιμ. ε', 9-10. «Χήρα καταλεγέσθω μη έλαττον ετών εξήκοντα γεγονυΐα, ενός ανδρός γυνή εν έργοις καλοίς μαρτυρουμένη, ει ετεκνοτρόφησεν, ει εξενοδόχησεν, ει αγίων πόδας ένιψεν, ει θλιβομένοις επήρκεσεν, εν παντί έργω αγαθώ επηκολούθησεν». Ιδέ και ερμηνείαν του Οικουμενίου: «Tι ουν ει μη έχει παίδας; Τα λοιπά ποιείτω. Eι εξενοδόχησε...» Παρά Τρεμπέλα, ένθ' αν., σ. 650.
29. Ματθ. γ', 9, ή Λουκ. γ', 8.
29α. Μάξιμος Ομολογητής, Περί αποριών, ...εις το «Καινοτομούνται φύσεις κ.λ.π.» Μ91, 1309 Α.
29β. Μ. Σιώτη, Γάμος (Αγ. Γραφή), ΘΗΕ, 4(1964), σ. 202-206. Ιδέ όμως το «Επιλογικό Σημείωμα» μου, στο τέλος του βιβλίου.
30.«The New Testament recοgnizes the impοrtance οf the Christian hοusehοld and the rightful educatiοn οf Christian children, but dοes nοt describe this as the main οbject οf marriage». W.M. Fοley, εις ERE, 8, 443.

Η ανυπόκριτη αγάπη

η ανυπόκριτη αγάπηΓια να υπάρξει πραγματική αγάπη πρέπει να προηγηθεί η θεραπεία του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή της αγάπης από ιδιοτελή σε ανιδιοτελή.
Για τα χαρίσματα ομιλεί ο Απόστολος Παύλος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, τα οποία είναι διάφορα και ποικίλα. Ο Θεός δίνει τα χαρίσματα στα μέλη της Εκκλησίας, για να οικοδομήται η Εκκλησία και να δοξάζεται ο Θεός. Πρόκειται για την προφητεία, την διακονία, την διδασκαλία, την παράκληση, την μετάδοση των υλικών αγαθών, την φροντίδα κάθε καλού έργου, την ελεημοσύνη.
Μετά την απαρίθμηση των χαρισμάτων, γίνεται λόγος για την ανυπόκριτη αγάπη που είναι η υποδομή όλων των πνευματικών χαρισμάτων. Μάλιστα, σε άλλη επιστολή του, στην προς Κορινθίους, ο Απόστολος Παύλος καταγράφει τον ύμνο της αγάπης, που είναι το μεγαλύτερο πνευματικό χάρισμα (Α’ Κορ. ιγ’).
Η αγάπη έχει διπλή κατεύθυνση, ήτοι αγάπη προς τον Θεό και αγάπη προς τους ανθρώπους. Είναι γνωστή η εντολή του Θεού που δόθηκε στην Παλαιά Διαθήκη και επαναλήφθηκε από τον Χριστό: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου· αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.» (Ματθ. κβ’, 37-39). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι η αγάπη δεν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά εκφράζεται με όλες τις δυνάμεις της ψυχής, δηλαδή το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό. Δεν είναι λόγια, αλλά μια ολόκληρη ζωή και προσφορά όλου του εαυτού μας στον Θεό και τους αδελφούς μας.
Αν δούμε την αγάπη από την πλευρά του Θεού, μπορούμε να σημειώσουμε ότι η αγάπη είναι η ενέργεια του Θεού, οπότε ο Θεός δεν έχει απλώς αγάπη, αλλά είναι αγάπη, αφού η ενέργεια του Θεού είναι η κίνηση της φύσεως. Ο Θεός αγαπά τον κόσμο που Αυτός δημιούργησε, κινείται προς τον άνθρωπο, αλλά και ελκύει προς τον Εαυτό Του εκείνους που είναι άξιοι της αγάπης Του, στους οποίους η αγάπη ενεργεί καθαρτικά, φωτιστικά και θεοπτικά.
Η πραγματική αγάπη είναι καρπός της απάθειας. Όταν υπάρχουν στον άνθρωπο πάθη, τότε η αγάπη είναι εμπαθής. Για παράδειγμα, η φιλοδοξία, η φιληδονία, η φιλαργυρία έχουν στοιχεία αγάπης, αλλά συνδέονται με την κενή δόξα, την ηδονή και τα αργύρια. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπά τον Θεό και τον συνάνθρωπό του αληθινά, γιατί εμπλέκονται τα πάθη, οπότε αγαπά τον εαυτό του, πράγμα που λέγεται φιλαυτία.
Για να υπάρξει πραγματική αγάπη πρέπει να προηγηθεί η θεραπεία του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή της αγάπης από ιδιοτελή σε ανιδιοτελή. Όπου υπάρχει αγάπη ιδιοτελής, εκεί επικρατεί η αρρώστια. Αντίθετα, όπου εκφράζεται η ανιδιοτελής αγάπη, εκεί υπάρχει πνευματική υγεία.
Ο Απόστολος Παύλος γνωρίζει ότι μπορεί και ο άρρωστος πνευματικά άνθρωπος να αγαπά και γι’ αυτό κάνει λόγο για το ότι η αγάπη πρέπει να είναι ανυπόκριτη. Οπότε, άλλο είναι η υποκριτική αγάπη και άλλο είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Η υποκριτική αγάπη είναι γεμάτη από ψέματα, θεατρινισμούς, είναι εξωτερική, επιτηδευμένη, εκφράζεται με ψεύτικα χαμόγελα και προσωρινές εκδηλώσεις και συνήθως σκορπά απόγνωση και απελπισία. Η ανυπόκριτη αγάπη είναι αληθινή, ολοκληρωμένη, υγιής και μεταδίδει χαρά, ειρήνη και ελπίδα στους ανθρώπους.
Η πείρα έχει δείξει ότι στην κοινωνία μας περισσεύει η ψεύτικη, η υποκριτική αγάπη. Καμμιά άλλη αρετή δεν έχει κακοποιηθεί τόσο πολύ όσο η αγάπη. Ο ηθοποιός έχει το χάρισμα να προσποιήται συμπεριφορές και χαρακτήρες άλλων ανθρώπων με ακρίβεια και προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Αυτό που στην περίπτωση αυτή είναι ένα χάρισμα, στο θέμα της υποκριτικής αγάπης είναι δυστυχία. Τι φοβερό είναι να συναντά κανείς ανθρώπους που εκδηλώνουν ή εμπαθή αγάπη ή υποκριτική αγάπη! Και τι εκπληκτικό είναι να έχει κανείς φίλους που διακρίνονται για την ειλικρίνεια και την ανυπόκριτη αγάπη!
Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει ότι ο Αββάς Αγάθων ήθελε να βρει έναν λεπρό και να λάβει το άρρωστο σώμα του, δίδοντας σε εκείνον το δικό του υγιές σώμα. Και λέγει ότι αυτό είναι τέλεια αγάπη. Ο ίδιος γράφει ότι η κατά Θεόν πραγματική αγάπη είναι γλυκύτερη της ζωής. Όταν κανείς ζει σε ένα κλίμα ανυπόκριτης και ανιδιοτελούς αγάπης, αισθάνεται γλυκασμό ανώτερο από την βιολογική ζωή.
Όλοι αγαπάμε κάτι, αλλά ας φροντίσουμε να θεραπευόμαστε και να έχουμε ανυπόκριτη, καθαρή και ανιδιοτελή αγάπη.
Πηγή:
Γραπτό Κύρηγμα – Κυριακή 4 Αυγούστου
«Η αγάπη ανυπόκριτος» (Ρωμ. ιβ’, 9)
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
«Εκκλησιαστική Παρέμβαση»
Ιούλιος 2013, τεύχος 204